Δε θα περίμενε κανείς ότι μια ταινία με ένα καστ ανάλογο εκείνου που συγκέντρωσε ο Τζορτζ Κλούνεϊ στο «Monuments Men» θα διατηρούσε τον προϋπολογισμό χαμηλά. Κέιτ Μπλάνσετ, Μπιλ Μάρεϊ, Ματ Ντέιμον, Ζαν Ντιζαρντάν, Τζον Γκούντμαν, Χιου Μπονβίλ και Μπομπ Μπάλαμπαν είναι τα ονόματα που απαρτίζουν την επίλεκτη ομάδα με την επωνυμία «μνημείων άνδρες» που σώζουν ανεκτίμητα έργα Τέχνης, κλεμμένα από τους Ναζί, από την καταστροφική μανία των ηττημένων Γερμανών στο λυκόφως του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.
Κι όμως, ο Κλούνεϊ αποκάλυψε στο Variety ότι οι καλοί του φίλοι προσήλθαν στο πλατό του, έχοντας συμφωνήσει εξωφρενικές για το κασέ τους εκπτώσεις, προκειμένου να εξασφαλιστεί η βιωσιμότητα ενός πρότζεκτ με τον Τζορτζ σε one man show – σκηνοθετεί, συνεισφέρει στο σενάριο και στην παραγωγή και πρωταγωνιστεί.
Οι ηθοποιοί πληρώθηκαν μόνο ένα 10 με 15% των συνηθισμένων αμοιβών τους, αφού όπως ανέφερε ο σκηνοθέτης, «εάν αξίωναν να πληρωθούν βάσει των στάνταρ τους, θα μιλούσαμε για ταινία 150 εκατομμυρίων. Μετά, απλώς δεν μπορείς να το κάνεις. Όλοι δούλεψαν για ελάχιστα χρήματα, είναι τρελό το πόσο λίγα πληρώθηκαν σχεδόν το έκαναν δωρεάν».
Ο Κλούνεϊ περιέγραψε και το σοκ που δοκίμασε όταν έκανε έρευνα για την ταινία, συνειδητοποιώντας πόσα πολλά κι αναγνωρίσιμα μνημεία και έργα τέχνης είχαν παράνομα περιέλθει στην κατοχή των Ναζί.
«Είχα μια ιδέα για τα κλεμμένα του Χίτλερ, αλλά δεν είχα ποτέ καταλάβει την κλίμακα αυτών των κλοπών. Δεν τα διδάσκουν αυτά στο σχολείο, γι’ αυτό και μου φάνηκε ενδιαφέρουσα αυτή η ιστορία για κινηματογραφική ταινία. Υπάρχουν τόσα πολλά φιλμ για το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά ελάχιστα έχουν κάποια πρωτοτυπία. Πρέπει να είσαι ο Ταραντίνο και να κάψεις το Χίτλερ ζωντανό μέσα σε μια κινηματογραφική αίθουσα για να κάνεις τη διαφορά» λέει ο σκηνοθέτης και πρωταγωνιστής αναφερόμενος στους «Άδωξους Μπάσταρδους».
Αν και η ομάδα των πραγματικών εντεταλμένων να σώσουν την πολιτιστική κληρονομιά της Ευρώπης αποτελείτο από 345 ανθρώπους από 13 διαφορετικές χώρες, η ταινία, η οποία κυκλοφορεί στις 13 Φεβρουαρίου από την Odeon, επικεντρώνεται σχεδόν αποκλειστικά στους Αμερικανούς επιλέκτους, κάτι για το οποίο κατηγορήθηκε.






