Από το 1963 όταν και απέκτησε την πρώτη του κάμερα, μια 16άρα Bolex, ο Γουόρχολ αφοσιώθηκε στον κινηματογράφο, σκηνοθετώντας 60 μεγάλου μήκους ταινίες και εκατοντάδες πειραματικά «screen tests» στα οποία καταγράφονται και αρκετά από τα «ακατάλληλα» σκηνικά που διαδραματίζονταν στο «Silver Factory», όπου γίνονταν τα πιο προχωρημένα πάρτι της εποχής.
Ο Ντένις Χόπερ, ο Λου Ριντ, ο Αλεν Γκίνσμπεργκ, η Εντι Σέντγουικ, η Νίκο και άλλοι διάσημοι φίλοι και μούσες του Πάπα της ποπ αρτ που σύχναζαν στο καλυμμένο με ασημένιους τοίχους στούντιό του, πρωταγωνιστούν στις 500 παραληρηματικές και αρκετά πειραματικές μίνι ταινίες του.
Σήμερα, 51 χρόνια μετά, το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης, σε συνεργασία με το Μουσείο Αντι Γουόρχολ του Πίτσμποργκ, βάζει μπροστά ένα γιγαντιαίο πρόγραμμα ψηφιοποίησης του συνόλου της φιλμογραφίας του καλλιτέχνη που περιλαμβάνει γνωστές και άγνωστες ταινίες του ανάμεσά τους και δεκαπέντε σπάνια φιλμ που δεν έχουν ποτέ προβληθεί στο κοινό.
Το επικό πρότζεκτ πραγματοποιείται σε συνεργασία με την εταιρεία MPC και αναμένεται να ολοκληρωθεί σε αρκετά χρόνια από τώρα, όμως κάποια από αυτά τα ανέκδοτα έως σήμερα φιλμ πρόκειται να παρουσιαστούν στις 17 Οκτωβρίου στο Κάρνεμπι Χολ του Πίτσμπουργκ στα πλαίσια της συναυλίας «Exposed: Songs for Unseen Warhol Films».
Σχεδόν 1.000 μπομπίνες με φιλμ 16 χιλιοστών θα σκαναριστούν καρέ καρέ και έπειτα θα ετοιμαστούν για προβολή σε βίντεο υψηλής ανάλυσης. Πολλά από τα κινηματογραφικά πειράματα που πρόκειται να αποκατασταθούν ψηφιακά είχαν αποσυρθεί από τον ίδιο τον καλλιτέχνη το 1970 και σύμφωνα με τους ειδικούς έχουν την ίδια καλλιτεχνική αξία με εκείνη των ζωγραφικών του έργων και των γλυπτών του.
«Eίναι οι ταινίες που ελέγχουν τα πράγματα στην Aμερική από τότε που εφευρέθηκε ο κινηματογράφος. Σου δείχνουν τι να κάνεις, πώς να το κάνεις, πότε να το κάνεις, πώς να νιώσεις γι' αυτό και πώς να δείχνεις ότι νιώθεις γι' αυτό», έλεγε ο Γουόρχολ για τις ταινίες του.
Στα πιο γνωστά έργα του ανήκουν τα «The Chelsea Girls» (1966), «My Hustler» (1965) και «Blue Movie» (1969), ενώ στην ταινία «Empire» (1964), διάρκειας οκτώ ωρών με πλάνα αποκλειστικά του Empire State Building σε πραγματικό χρόνο, ο Γουόρχολ παρουσίασε στην πιο ακραία μορφή της τη δική του αισθητική του βαρετού.
Στο διάρκειας έξι ωρών «Sleep» παρακολουθεί τον ποιητή Tζον Tζιόρνο να κοιμάται, στο «Blow Job» αφιερώνει 35 λεπτά σε μια ερωτική πράξη, ενώ για 45 λεπτά παρακολουθεί έναν άντρα που τρώει ένα μανιτάρι στο «Eat». Με την τριλογία «Σάρκα», «Kάψα», «Σκουπίδια» θα κατάφερνε να μεταπηδήσει στο «μέινστριμ», αλλάζοντας όμως τον τρόπο που οι θεατές έβλεπαν μέχρι τότε το ανδρικό γυμνό και τη χρήση ναρκωτικών επί της οθόνης.
«Νομίζω πως ο κόσμος της Τέχνης ιδιαίτερα, και κατ' ελπίδα ο πολιτισμός συνολικά, θα αντιληφθεί τα νέα στοιχεία με τον τρόπο που το κάνουμε εμείς. Οι ταινίες είναι το ίδιο ριζοσπαστικές όσο οι πίνακες του Γουόρχολ», δήλωσε ο Πάτρικ Μουρ, επικεφαλής του προγράμματος και υποδιευθυντής του Μουσείου Γουόρχολ.






