Μετά από πολύμηνη μάχη με τον καρκίνο ο σκηνοθέτης, ηθοποιός και παραγωγός Σίντνεϊ Πόλακ πέθανε τη Δευτέρα 26 Μαΐου σε ηλικία 73 ετών. Ο Aμερικάνος σκηνοθέτης, ένας από τους αγαπημένους δημιουργούς της Ακαδημίας, κέρδισε δύο Όσκαρ για το «Πέρα Από Την Αφρική», ενώ οδήγησε 12 ηθοποιούς σε υποψηφιότητες για το χρυσό αγαλματίδιο, ανάμεσά τους οι Ντάστιν Χόφμαν, Τζέσικα Λανγκ, Πολ Νιούμαν, Μέριλ Στριπ και Τζέιν Φόντα. Συνολικά οι ταινίες του είχαν αποσπάσει 48 υποψηφιότητες για Όσκαρ.
Βαθιά φιλελεύθερος ο Aμερικάνος σκηνοθέτης προσέγγισε αρκετές φορές με το κινηματογραφικό του έργο τις κοινωνικές ανισότητες με την αιχμηρή του πολιτική ευαισθησία. Από το «Σκοτώνουν Τα Άλογα Όταν Γεράσουν» και το «Τούτσι» μέχρι το «Πέρα Από Την Αφρική», ο Πόλακ, μέσα από τη σκηνοθετική ματιά του, σχολίασε τις επιπτώσεις των οικονομικών δυσχερειών, τις συνέπειες της ματαιοδοξίας, τις πολιτιστικές προεκτάσεις της αποικιοκρατίας, την κυριαρχία του υλισμού στην Αμερική, θέτοντας παράλληλα ζητήματα κοινωνικής ταυτότητας και ηθικής.
Πιστός σε μια προσιτή από το ευρύ κοινό αφηγηματική φόρμα, ο Σϊντεϊ Πόλακ προσέγγιζε σχεδόν σε όλες τις ιστορίες του, τις σχέσεις των δύο φίλων, ταξιδεύοντας από την εποχή της οικονομικής κρίσης του 1929 , τις ημέρες της επανάστασης στην Κούβα και τα χρόνια της «άγριας» αμφισβήτησης των 60s. Σε μια συνέντευξη που είχε δώσει στο περιοδικό ΣΙΝΕΜΑ τον Φεβρουάριο του 2000 στην Έρση Δάνου, είχε αποκαλύψει τον τρόπο με τον οποίο δημιουργούσε τις ιστορίες του και την πλοκή των ταινιών του.
«Πρώτα από όλα διαλέγεις δύο ιδιοφυΐες που ο κόσμος ενδιαφέρεται να δει στην οθόνη. Βλέπετε, είχα τον Ρέντφορντ και τη Στρέιζαντ, τη Στριπ και τον Ρέντφορντ, τον Φορντ και τη Σκοτ Τόμας: αυτό είναι το 90%. Το υπόλοιπο έχει να κάνει με την ακρίβεια με την οποία φτιάχνεις τις σκηνές, έτσι ώστε να δημιουργείται η εντύπωση ότι χτίζεται μια ιστορία».
Τα εφηβικά χρόνια του Σίντεϊ ήταν αρκετά ταραγμένα, αφού μετά τον χωρισμό των γονιών του έχασε την, για πολλά χρόνια αλκοολική, μητέρα του. Στα 17 του ανακάλυψε τη θαυμαστή πόλη της Νέας Υόρκης και τον κόσμο του θεάματος και σε ηλικία μόλις 20 ετών δίδασκε δραματική τέχνη στο Neighborhood Playhouse.
Η ερμηνευτική καριέρα του Σίντεϊ Πόλακ ξεκίνησε με μικρούς ρόλους στην τηλεόραση. Η φιλική του σχέση με τον σκηνοθέτη Τζον Φράνκενχαιμερ του απέφερε δύο μικρά περάσματα από τη σειρά «Playhouse 90». Στη συνέχεια εμφανίστηκε αρκετές φορές σε τηλεοπτικές σειρές όπως το «Brenner», το «Alfred Hitchcock Presents», το δημοφιλές εκείνη την εποχή «The Twilight Zone» και το «The Defenders».
Την πρώτη του επαφή με την σκηνοθεσία την χρωστά και αυτή στον Τζον Φράνκενχαιμερ. Ο σκηνοθέτης τον προσέλαβε για να αναλάβει την προετοιμασία κάποιων διαλόγων στην ταινία «The Young Savages». Τέσσερα χρόνια μετά, το 1965, θα κάνει την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του το «The Slender Thread», με την Αν Μπάνκροφτ να έχει αυτοκτονικές τάσεις και τους κριτικούς να μην επιφυλάσσουν και την καλύτερη υποδοχή στον πρωτάρη Πόλακ.
Το 1969, όμως, ο Σίντεϊ Πόλακ θα αναγκάσει τους κριτικούς και την Ακαδημία να αναθεωρήσουν τις απόψεις τους για τη δουλειά του, με το «Σκοτώνουν Τα Άλογα Όταν Γεράσουν». Η ταινία κάνει μεγάλη εμπορική επιτυχία και επισκέπτεται την χειμωνιάτικη βραδιά των Όσκαρ με συνολικά 9 υποψηφιότητες. Το κοινωνικό δράμα του Πόλακ με πρωταγωνίστρια την Τζέιν Φόντα αναφερόταν στην περίοδο της οικονομικής κρίσης των Η.Π.Α. στις αρχές της δεκαετίας του ’30 και ακολουθούσε την Γκλόρια και τον φίλο της Ρόμπερτ (Μάικλ Σάραζιν) σε ένα μαραθώνιο χορού.
Η τελευταία εμφάνιση του Πόλακ μπροστά από την οθόνη (πριν την ερμηνευτική του επάνοδο με το «Τούτσι») έγινε το 1962 στο «War Hunt» του Ντένις Σάντερς, όπου γνώρισε και έγινε στενός φίλος με τον Ρόμπερτ Ρέντφορντ. Η συνεργασία του Πόλακ με τον Ρέντφορντ, η οποία ξεκίνησε το 1972 με τον «Τζερεμάια Τζόνσον», απέφερε μερικές από τις πιο γνωστές ταινίες του Αμερικανού σκηνοθέτη. Ο Ρέντφορντ πρωταγωνίστησε στη δεκαετία του ’70 στα «Καλύτερά Μας Χρόνια» (1973), τις «Τρεις Μέρες Του Κόνδορα» (1975) και τον «Ηλεκτρικό Καβαλάρη» (1979). Και τα τέσσερα φιλμ γνώρισαν την αποδοχή του κοινού και έκαναν μεγάλη εισπρακτική επιτυχία.
Βέβαια, o Σίντεϊ Πόλακ έφτασε στο απόγειο της εμπορικής και δημιουργικής του καριέρας με το «Τούτσι» το 1982. Ο πρωταγωνιστής Ντάστιν Χόφμαν ενσάρκωσε στην ταινία τον Μάικλ Ντόρσεϊ, έναν άνεργο ηθοποιό που μεταμορφώθηκε σε γυναίκα (Ντόροθι Μάικλς) για να πάρει ένα ρόλο σε μια σαπουνόπερα. Η αλλαγή στην ταυτότητά του και η trans ψυχολογία ως Ντόροθι τον βοήθησαν να προσεγγίσει τον άγνωστο, μέχρι εκείνη τη στιγμή, γυναικείο κόσμο. Ο έρωτας του Ντάστιν Χόφμαν με την Τζέσικα Λανγκ στο «Τούτσι» θα αποτελέσει την αφορμή για 10 υποψηφιότητες Όσκαρ (με την Τζέσικα Λανγκ να αποκτά για πρώτη φορά το χρυσό αγαλματίδιο) και 177 εκ. δολάρια εισπράξεις μόνο στην Αμερική.
Ο Πόλακ που επανεμφανίστηκε ως ηθοποιός στην ταινία μετά από 20 ολόκληρα χρόνια, είχε σχολιάσει με περισσό σαρκασμό στους New York Times, τις δυσκολίες που συνάντησε στα γυρίσματα του «Τούτσι»: «Τα στήθη του Ντάστιν έπεφταν συνέχεια. Τα τακούνια είχαν κάνει πληγές στα πόδια του. Είχε βγάλει σπυράκια από το μέικ-απ και η αφόρητη ζέστη ?εμφάνιζε? το μούσι του Ντάστιν μετά από μερικές ώρες γυρισμάτων».
Η επόμενη του ταινία αποτέλεσε για τον Αμερικανό δημιουργό, την απόλυτη δικαίωση. Το «Πέρα Από Την Αφρική» (1985) βασίστηκε στις εμπειρίες του συγγραφέα Ισάκ Ντίνεσεν στην Κένια τα χρόνια της αποικιοκρατίας και στο ειδύλλιο του με τη Βρετανίδα Ντενίς Χάτον. Στην ταινία πρωταγωνιστούσε ο Ρόμπερντ Ρέντφορντ και η Μέριλ Στριπ. Ο Σίντεϊ Πόλακ κατέκτησε προσωπικά δύο Όσκαρ με το «Πέρα Από Την Αφρική», αυτό της σκηνοθεσίας και της καλύτερης ταινίας (ως παραγωγός).
Στη δεκαετία του ’90 η σκηνοθετική του πορεία γνώρισε μια καμπή τόσο δημιουργικά όσο και εμπορικά με το «Αβάνα» (1990), τη «Φίρμα» (1993) και το «Σαμπρίνα» (1995) να μην καταφέρνουν να μπουν στη λίστα με τα highlights του σκηνοθέτη. Τα τελευταία 20 χρόνια της ζωής του, βέβαια, ο Σίντεϊ Πόλακ ενεπλάκη στο κομμάτι της παραγωγής με τη δική του εταιρία, ενώ ξεκίνησε και πάλι να εμφανίζεται μπροστά από τις κάμερες. Τα τελευταία χρόνια είχε εμφανιστεί στον «Παίχτη» του Ρόμπερτ Όλτμαν, στα «Παντρεμένα Ζευγάρια» του Γούντι Άλεν, στο «Μάτια Ερμητικά Κλειστά» του Στάνλεϊ Κιούμπρικ, ενώ υπήρξε παραγωγός και ηθοποιός στο πρόσφατο «Μάικλ Κλέιτον».
«Ο Σίντεϊ έκανε τον κόσμο λίγο καλύτερο, λίγο καλύτερες ταινίες, ακόμα και ένα δείπνο λίγο καλύτερο. Θα μας λείψει αφόρητα». Τζόρτζ Κλούνεϊ
Γιάγκος Αντίοχος






