Χαρούμενος που μετά το «απρόσωπο» Φεστιβάλ του Βερολίνου βρίσκεται στη «φιλόξενη» Θεσσαλονίκη για να παρουσιάσει ένα μεγάλο μέρος από το έργο του, εμφανίστηκε ο Άγγελος Αμπάζογλου στην καθιερωμένη συνέντευξη τύπου. Με διάθεση και χιούμορ ο σκηνοθέτης αναφέρθηκε στην πορεία του, στην εμπειρία του από το Βερολίνο αλλά και στην κρίση (πώς αλλιώς θα γινόταν;).
«Εάν ζούσα στην Ελλάδα πιθανόν να μην είχα επιλέξει τα ίδια θέματα ή να είχα διαφορετική ματιά επάνω σε αυτά,» ανέφερε ο σκηνοθέτης, σημειώνοντας ωστόσο ότι η προσέγγιση της ιστορίας είναι μια διαδικασία αυτογνωσίας και για τον ίδιο τον δημιουργό, είτε ζει στην Ελλάδα είτε στο εξωτερικό, ενώ επίσης πρόσθεσε: «Σε τελική ανάλυση, οι ταινίες γίνονται για να καταλάβει κανείς τον εαυτό του, τις ρίζες του». Ο Άγγελος Αμπάζογλου κατάγεται από την Τουρκία και την Ελλάδα αλλά τα περισσότερα χρόνια της ζωής του τα έζησε στη Γαλλία.
Φυσικά δεν γινόταν να μην αναφερθεί εκτενεστέρα στο πρόσφατο ντοκιμαντέρ του «Τα γλυκά όνειρα του Μουσταφά», το οποίο συμμετείχε στο διαγωνιστικό τμήμα του στο πρόσφατου Φεστιβάλ Βερολίνου, συμμετοχή η οποία έδωσε την αφορμή στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης για αυτό το αφιέρωμα. Το έργο, που προσεγγίζει περισσότερο τη μυθοπλασία, προσπαθεί να συνδέσει τον σκηνοθέτη με την παιδική του ηλικία και την καταγωγή του πατέρα του. Αν και πολλοί τον έχουν ρωτήσει για τους ήρωες της ταινίας και πως τους καθοδήγησε ο ίδιος ανέφερε ότι ήταν όλοι τους καταπληκτικοί σαν επαγγελματίες. «Στην πραγματικότητα δεν είναι ηθοποιοί, και άρα δεν γίνεται να τους πεις "ξαναπές το", δεν είχαν κανέναν γραπτό διάλογο. Όμως ήταν σαν να ήταν συνδεδεμένοι με την κάμερα, ειδικά ο θείος του Μουσταφά,» εξήγησε ο σκηνοθέτης.
Στιγμιότυπα
Ίσως να είναι η καλύτερη στιγμή του φεστιβάλ. Από την άλλη είμαστε μόλις στα μισά. Το σίγουρο είναι ότι το «Νοσταλγώντας το φως» του Πατρίσιο Γκουσμάν άφησε άφωνους όσους το είδαν. Η ικανότητα του να συνδέσει το ζήτημα των συγγενών των αγνοουμένων δολοφονημένων από τα χρόνια του Πινοσέτ, που ακόμα ψάχνουν να βρουν το μέρος με τους μαζικούς τάφους (ήδη έχουν ανακαλυφθεί κάποιοι), με την αστρονομία, τη γεωλογία και την αρχαιολογία είναι πραγματικά ξεχωριστή. Διαπεραστική προσέγγιση που δεν βιάζεται να φτάσει στο συμπέρασμα ούτε στο τέλος της διαδρομής. Γεμάτη από συναισθήματα και σκέψεις για τα γεγονότα αλλά και για το πώς βιώνεται αυτή η αναζήτηση σε συνδυασμό με την απώλεια.
Και αν τα παραπάνω δημιουργούν ερωτηματικά να σημειώσουμε ότι στη Χιλή, σε υψόμετρο τριών χιλιάδων μέτρων, οι αστρονόμοι απ’ όλο τον κόσμο συγκεντρώνονται στην έρημο Ατακάμα για να παρατηρήσουν τ’ αστέρια. Ο ουρανός της ερήμου είναι τόσο καθαρός που τους επιτρέπει να δουν μέχρι τα σύνορα του σύμπαντος. Όμως σε αυτή την περιοχή η θερμότητα του ήλιου κρατά ανέπαφα ακόμα και τα ανθρώπινα λείψανα. Η σύνδεση λοιπόν των επιστημόνων που ψάχνουν το παρελθόν με τις γυναίκες που σκάβουν στο χώμα της ερήμου για τους εξαφανισμένους συγγενείς δεν είναι τελικά και τόσο περίεργη.
Κωνσταντίνος Αϊβαλιώτης






