Καταχειροκροτήθηκε ο Ντάνιελ Ντέι Λιούις και η ταινία «Λίνκολν» στο κατάμεστο θέατρο Παλλάς στην χθεσινή μεγάλη πρεμιέρα της ταινίας, τα έσοδα της οποίας θα διατεθούν για το έργο της Εταιρείας Προστασίας Σπαστικών.
Ο υποψήφιος για Όσκαρ ηθοποιός (το τρίτο της καριέρας του) γοήτευσε τους παρευρισκόμενους με την απλότητά του και την προθυμία του να απαντήσει τις ερωτήσεις του κοινού, ενώ απέδειξε για ακόμη μία φορά την αφοσίωσή του στους σκοπούς της οργάνωσης και την θερμότατη σχέση που διατηρεί με την πρόεδρο της Εταιρείας Προστασίας Σπαστικών, κυρία Δάφνη Οικονόμου. Η βραδιά διοργανώθηκε σε συνεργασία με την Ελληνική Θεαμάτων και το περιοδικό ΣΙΝΕΜΑ-cinemag.gr.
Η βραδιά ξεκίνησε με τον χαιρετισμό της κυρίας Οικονόμου η οποία πρώτα από όλα εξέφρασε ένα «απέραντο ευχαριστώ στον παντοτινό φίλο», ο οποίος, όπως είπε, ήρθε στην Ελλάδα «όχι για μένα, ούτε για εσάς, αλλά για τα παιδιά [της Εταιρείας Προστασίας Σπαστικών] που θα τον καλωσορίσουν» και στηρίζει την οργάνωση για πολλά χρόνια, είτε με την παρουσία του στην Ελλάδα είτε με οικονομική ενίσχυση – αποκάλυψε επίσης ότι ο Ντέι Λιούις έχει πείσει στο παρελθόν και τον ίδιο τον Χάρβεϊ Γουάνστιν, έναν από τους ισχυρότερους παραγωγούς του Χόλιγουντ, να βάλει το χέρι στην τσέπη! Στη συνέχεια ευχαρίστησε όλους αυτούς που συνέβαλαν στην διοργάνωση της βραδιάς, αλλά και όλους όσοι αγόρασαν τα εισιτήρια και γέμισαν την αίθουσα.
Το λόγο πήρε στη συνέχεια ο Τζιμ Γιαννόπουλος, ο Ελληνοαμερικανός πρόεδρος της 20th Century Fox, ο οποίος είπε (αρχικά στα ελληνικά και στη συνέχεια στα αγγλικά) ότι ήταν μεγάλη τιμή να βρίσκεται στην πατρίδα του με μια ταινία σαν και αυτήν και έναν από τους σπουδαιότερους ηθοποιούς, «που μεταμορφώθηκε τελείως για το ρόλο».
Μετά το τέλος της προβολής, οι θεατές υποδέχθηκαν όρθιοι, χειροκροτώντας θερμά επί τρία λεπτά, τον Βρετανό ηθοποιό, ο οποίος ανέβηκε στη σκηνή μαζί με την κυρία Οικονόμου (την οποία κρατούσε συνεχώς κοντά του, υπογραμμίζοντας έτσι τον πραγματικό σκοπό της επίσκεψής του) για να απαντήσει σε ερωτήσεις από το κοινό.
Ακολουθούν τα σημαντικότερα αποσπάσματα από αυτά που μας είπε.
Για το πώς προσεγγίζει τους ρόλους που αναλαμβάνει
«Νομίζω ότι για όποιον ρόλο η διαδικασία χωρίζεται σε δύο μέρη. Καταρχήν, το να μάθω, να απορροφήσω όσο το δυνατόν περισσότερα. Είχα παντελή άγνοια για τη ζωή του Λίνκολν και το πολιτικό σύστημα της εποχής, οπότε άρχισα να τα μελετώ. Και έπειτα περνάω από την αντικειμενική ματιά στην υποκειμενική. Είναι μια αόρατη γραμμή στην άμμο, όταν περνάω από το να μαθαίνω για κάποιον στο να τα βλέπω μέσα από τα δικά του μάτια.
Πάντως δεν μου αρέσει να σπάω το ρόλο σε κομμάτια – τη φωνή, το περπάτημα, τις κινήσεις – και να τα βρίσκω ένα-ένα. Προτιμώ να αφήνω την αίσθηση του χαρακτήρα να έρθει σε μένα σιγά-σιγά αλλά αυτούσια.»
Για τον Αβραάμ Λίνκολν
«Ήταν ένας ιδιαίτερα πολύπλοκος άνθρωπος οπότε είναι δύσκολο να συμπεριλάβεις τα πάντα [στην ταινία ή στην ερμηνεία]. Είναι εύκολο να τον ανακαλύψεις ως πολιτικό, έχει εξάλλου ευρέως αναλυθεί και εξεταστεί. Λίγα βιβλία καταφέρνουν να μιλήσουν για τον Λίνκολν ως άνδρα και οικογενειάρχη. Το βιβλίο «Team of Rivals» [σ.σ. στο οποίο βασίστηκε η ταινία] μάς έδωσε για πρώτη φορά την ευκαιρία να τον καταλάβουμε.
Η πιο ευχάριστη έκπληξη ήταν η αίσθηση του χιούμορ του. Έχουμε συνηθίσει να τον βλέπουμε βλοσυρό στα αγάλματα και στα χαρτονομίσματα, αλλά στην πραγματικότητα λάτρευε να αφηγείται ιστορίες – παραβολές σχεδόν – και να λέει αστεία.
Ήταν επίσης ένας πολύ ασυνήθιστος γονιός, με μεθόδους που εναντιώνονταν στην εποχή του, αφού ήταν ιδιαίτερα κοντά με τους γιους του – ο Ταντ μάλιστα τυραννούσε τον Λευκό Οίκο με τα καμώματά του. Ο Λίνκολν χρησιμοποιούσε μια φράση που πήγαινε κάπως έτσι: «Η αγάπη είναι ο σύνδεσμος που αλυσοδένει το παιδί στους γονείς του». Επέλεγε δηλαδή μια φράση που παρέπεμπε σε εικόνες δουλείας, που τόσο πολέμησε, για να εκφράσει αυτήν την μεγάλη αγάπη.
Για το αν ο Εμφύλιος Πόλεμος των ΗΠΑ στην ουσία έγινε για το θέμα της δουλείας
«Και ναι και όχι. Στην πραγματικότητα, για αυτό το θέμα κατέληξε να είναι ο πόλεμος, και πιστεύω ότι μάλλον ο Λίνκολν είχε την προνοητικότητα να το δει αυτό από νωρίς. Εκείνη την εποχή, όμως, αυτό που υποστήριζε σθεναρά και δημόσια ήταν η ιδέα της Ένωσης, η συνοχή μιας χώρας στην οποία μέχρι τότε αναφέρονταν όλοι στον πληθυντικό αριθμό – ενικός αριθμός, άρα και μια χώρα, έγινε μετά τον Πόλεμο.
Ήταν όμως ο υπέρτατος πολιτικός, ήξερε ότι δεν έπρεπε να δείξει τα χαρτιά του από την αρχή. Καταλάβαινε ότι αν το έκανε, δεν θα έφτανε στην ανώτατη θέση εξουσίας έτσι ώστε να πραγματοποιήσει τα σχέδιά του. Πάντα είχε όμως βαθιά μέσα του την πεποίθηση ότι κάθε άνθρωπος γεννιέται με το δικαίωμα στην ελευθερία. Τα πιο αποκαλυπτικά για την φιλοσοφία του αποσπάσματα, τα βρήκα όχι σε βιβλία σχετικά με τη ζωή του, αλλά στα ίδια του τα γραπτά: τα γράμματα, τα σημειώματα, τα τηλεγραφήματα. Σε κάποιο γράμμα είχε λοιπόν γράψει: "Ακριβώς όπως δεν θα ήμουν ποτέ σκλάβος, έτσι δεν θα είμαι ποτέ αφέντης".»
Για το λόγο που δέχθηκε το ρόλο
«Πριν 7 ή 8 χρόνια, τον είχα αρνηθεί – μου ήταν αδιανόητο το ότι θα μπορούσα ποτέ να τον καταφέρω. Γενικά οι επιλογές μου οφείλονται σε μια ακαταμάχητη ανάγκη να πω μια ιστορία, δεν μπορώ όμως να το αναλύσω περισσότερο. Έχει σχέση με μια προσωπική σύνδεση με την ιστορία και με την δεδομένη χρονική στιγμή στη ζωή μου. Είχα φυσικά τρομερό άγχος, είχα δεχθεί το ενδεχόμενο να μην ξαναδουλέψω ποτέ μετά από αυτό!»
Για την σχέση ανάμεσα στους ηθοποιούς και τους πολιτικούς (σ.σ. οι οποίοι, σύμφωνα με την διατύπωση της ερώτησης, περνούν δύσκολες μέρες)
«Οι ηθοποιοί έχουμε περισσότερη εμπειρία στις δύσκολες μέρες! Αλλά μπορούμε να κάνουμε και λιγότερο κακό. Πάντα σκεφτόμουν ότι θα έπρεπε να έχουμε τον δικό μας Όρκο του Ιπποκράτη, με πρώτη την υπόσχεση αυτή, να μην κάνουμε κακό. Μην ξεχνάμε όμως ότι ένας ηθοποιός δολοφόνησε τον Λίνκολν, οπότε ίσως δεν είναι κακό που προσπαθούμε να τον αναβιώσουμε εμείς οι ηθοποιοί από καιρού εις καιρόν…»
Για την συνεργασία του με τον Στίβεν Σπίλμπεργκ
«Με βοήθησε αφήνοντάς με ήσυχο! Είναι ένας εξαιρετικός σκηνοθέτης, πολύ ενεργός στο γύρισμα και με προτάσεις που πάντα αξίζουν την σκέψη σου. Του ζήτησα ένα χρόνο για να προετοιμαστώ – παρόλο που εκείνος ήταν έτοιμος να ξεκινήσει γυρίσματα σε τρεις μήνες – και μου τον έδωσε, ήταν χρόνος που χρειαζόμουν για την δική μου δουλειά. Φυσικά ήμασταν συνέχεια σε επικοινωνία: ήξερε τι διάβαζα και τι εντυπώσεις αποκόμιζα, με ενημέρωνε για την πορεία του σεναρίου, ανταλλάσσαμε ιδέες. Αλλά το προσωπικό αυτό ταξίδι ήταν ο μόνος τρόπος για μένα και ο Στίβεν είχε την ταπεινοφροσύνη να με αφήσει να το κάνω.»
Για το αν η κατάργηση της δουλείας άξιζε τον κόπο και τον πόνο του Εμφυλίου
«Είναι μια ερώτηση που δεν μπορεί να απαντηθεί στην πραγματικότητα… Ποιος μπορεί να το απαντήσει; Υπάρχει κάποιος σκοπός που να αξίζει κάτι τέτοιο, τελικά; Ο ίδιος ο Λίνκολν πάλευε με αυτά τα ερωτήματα. Κάθε μέρα κοίταζα τις φωτογραφίες του από τον τελευταίο χρόνο της ζωής του και έβλεπα έναν άνδρα που έφερε ένα τεράστιο βάρος ευθύνης, που συνειδητοποιούσε ότι επιμήκυνε τον πόλεμο, που δεν δέχθηκε ποτέ την απόσχιση. Αυτή η ευθύνη τον τσάκισε – αν δεν είχε δολοφονηθεί, πιστεύω θα είχε πεθάνει λίγο καιρό μετά.»
Για το αν ήταν ο Λίνκολν πνευματικό άτομο
«Πιστεύω ότι ναι. Διαβάζοντας κανείς τους λόγους του, βρίσκει ολοένα και περισσότερες εικόνες πνευματικές, αναφορές σε κάτι βαθύτερο. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι είχε τέτοιες αναζητήσεις, τέτοιες ανησυχίες αλλά δεν το προσδιόρισε ποτέ.»
Για την σύζυγο του Λίνκολν, Μέρι
«Η ιστορία της Μέρι πρέπει να ειπωθεί ξεχωριστά, είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα γυναίκα. [Την εποχή της ταινίας] η Μέρι είχε χάσει δυο γιους, κάτι που βέβαια δεν ήταν ασυνήθιστο τότε. Ήταν εύθραυστη και όχι ακριβώς παρούσα – ο Λίνκολν έπρεπε να είναι και πατέρας και μητέρα για τους γιους τους.
Την ενδιέφεραν πολύ πάντως οι σεάνς, πίστευε ότι θα μπορούσε να επικοινωνήσει με τον [νεκρό γιο της] Γουίλι και μάλιστα προσπαθούσε να συμπεριλάβει και τον Λίνκολν σε αυτές – πολύ θα ήθελα να το είχα δει αυτό!»
Για το αν αυτοσχεδίασαν στο γύρισμα
«Όχι, ποτέ. Όταν ο [σεναριογράφος] Τόνι Κούσνερ σού προσφέρει ένα τσιμπούσι, δεν γυρεύεις σνακ!»
Η ταινία «Λίνκολν» κυκλοφορεί από την Odeon την Πέμπτη 24 Ιανουαρίου.






