Είναι μια ωραία, μάλλον τυπική, μέρα στην χώρα του Ντέιβιντ Φίντσερ. Στον Ντέιβιντ Φίντσερ που, επιπρόσθετα, έχει και 7 χρόνια να παρουσιάσει έργο του, ενώ νοιώθει και τύψεις για τις χρονικές αποστάσεις αυτές μεταξύ των έργων που παραδίδει. Θα παραδώσετε πνεύμα.
Σήμερα λέει υπάρχει μια κεντρική σκηνή ενός πάρτι στην έπαυλη του Γουίλιαμ Ράντολφ Χιρστ, του μεγιστάνα που πραγματεύεται ο «Πολίτης Κέιν». Στο σπίτι είναι και η Μάριον Ντέιβις (Σέιφριντ), η ερωμένη του Χιρτστ, οι καλεσμένοι πολλοί και ο Χέρμαν Μάνκιεβιτς (Όλντμαν) καταφθάνει απρόσκλητος και μεθυσμένος. Και ο Φίντσερ επαναλαμβάνει λήψη πάνω στη λήψη. Ακατάπαυστα. Ο Όλντμαν ξεσπά, ο Φίντσερ απαντά, κατά τα φαινόμενα, στωικά, η Αμάντα Σέιφριντ έχει το απόφθεγμα:
«Οπωσδήποτε ήταν δύσκολο. Αλλά από την άλλη είναι όπως στο θέατρο που έχεις την πολυτέλεια να βρεις ακριβώς τον τόνο και το συναίσθημα. Μοιάζει μεν με τη 'Μέρα της Μαρμότας', αλλά έτσι αυτός ο άνθρωπος συλλαμβάνει αυτό που άλλοι όχι». Απλά πράγματα.
Ο Φίντσερ σχολιάζει: «Υπάρχουν κάποια πράγματα που πρέπει να κάνεις για μένα και θα συνεχίσουμε να επιχειρούμε ψάχνοντας τρόπους να υπογραμμίσουμε ιδέες με όσο πιο διακριτικό τρόπο μπορούμε». Στην συνέχεια όμως είναι που ο Φίντσερ κάνει λιανά το κινηματογραφικό πρόβλημα της ερμηνείας και τον λόγο που κατασκευαστικά ο κινηματογράφος οφείλει να υπερτερεί του θεάτρου: «Δεν θέλω να έχω στο μοντάζ μια ερμηνεία του πώς ήσουν την ημέρα που γυρίζαμε. Χρειάζεται μια συνεκτική, μεγάλη ερμηνεία στο παραμικρό πλάνο. Γι΄αυτό και παίρνεις σπουδαίους ηθοποιούς».
Ωραία πράγματα, υλικό σπουδαίων οπωσδήποτε, αποκαλυπτικό ενός δημιουργού με συγκεκριμένο όραμα (ακόμα κι αν αυτό το όραμα δεν είναι της προτίμησης όλων). Και ο Στάνλεϊ Κιούμπρικ, κάπου εκεί ψηλά, θα χαϊδεύει μειδιάζοντας το μούσι του.
Το «Mank» βγαίνει από σήμερα σε περιορισμένη κινηματογραφική διανομή και από τις 4 Δεκεμβρίου στο Netflix.






