Η τελευταία δουλειά του Πέδρο Αλμοδόβαρ – και ταυτόχρονα το πιο ολοκληρωμένο του έργο – εξετάζει τις συνέπειες της θρησκευτικής εκπαίδευσης στη ζωή δύο παιδικών φίλων, με φόντο την Ισπανία του Φράνκο. Συγκίνησε και καταχειροκροτήθηκε στις Κάννες όπου σήμανε την έναρξη του φεστιβάλ.
Δύο αγόρια, ο Ιγνάθιο και ο Ενρίκε, ανακαλύπτουν τον έρωτα, το σινεμά και τον φόβο σε ένα θρησκευτικό σχολείο στις αρχές της δεκαετίας του ’60. Ο πατέρας Μανόλο, ο διευθυντής του σχολείου και καθηγητής τους στη φιλολογία, αποτελεί μάρτυρα αλλά και μέρος αυτών των ανακαλύψεων.
Οι τρεις χαρακτήρες συναντιούνται δύο ακόμη φορές, στο τέλος της δεκαετίας του ’70 και του ’80. Η επανασύνδεση αυτή θα σηματοδοτήσει τη ζωή αλλά και το θάνατο κάποιων από αυτών.
Σημείωμα σκηνοθέτη
Φυσικά, οι αναμνήσεις μου έπαιξαν σημαντικό ρόλο όταν άρχισα να γράφω το σενάριο. Άλλωστε, ζούσα στο περιβάλλον και στις περιόδους όπου [η ταινία] διαδραματίζεται.
Είναι “φιλμ νουάρ”, ή τουλάχιστον ως τέτοιο μου αρέσει να το βλέπω.
Fade to black
Mαύρα είναι τα ράσα των παπάδων, μαύρες είναι οι νύχτες στους κοιτώνες των μαθητών, μαύρη είναι η μοίρα των χαρακτήρων, και “noir” είναι το είδος στο οποίο ανήκει η ιστορία που το “Μala Educacion” διηγείται. Μαύρο, στα γαλλικά, σε αναγνώριση της χώρας που έσωσε το είδος, όρισε τα βασικά του γνωρίσματα και ενθάρρυνε την εξέλιξή του ως είδος αρχοντικό. Το φιλμ νουάρ (όπως και όλα τα ευγενή κινηματογραφικά είδη) εύκολα συνδυάζεται με άλλα κινηματογραφικά είδη, υπό την προϋπόθεση ότι η αφήγηση εμπεριέχει αυτή την ανάσα μοιραίου χωρίς την οποία το μαύρο θα γινόταν γκρίζο.
Το είδος του φιλμ νουάρ αναμειγνύεται πολύ καλά με το μελόδραμα στην πιο σκληροπυρηνική μορφή του (“Ας την Κρίνει ο Θεός” του Τζον Μ. Σταλ και “Θύελλα σε Μητρική Καρδιά” του Μάικλ Κέρτιζ), τον ρομαντισμό στην πιο απελπισμένη του μορφή (“Λάουρα” του Πρέμινγκερ, “H Σειρήνα του Μισσισσιπή” του Τριφό, “Αμάρτημα του Παρελθόντος” του Ζακ Τουρνέρ κλπ), την κοινωνική κριτική (Ντασιέλ Χάμετ, Ρέιμοντ Τσάντλερ, Τζέιμς Έλροϊ, Βασκέζ Μονταλμπάν) ή τον τρόμο-χωρίς-τέρατα, που σημαίνει αυτόν που προέρχεται από την ανθρώπινη καρδιά (“Το Ανθρώπινο Κτήνος” , και στις δύο εκδοχές του, του Φριτς Λανγκ, όποτε δουλεύει πάνω σ’ αυτό το είδος, “Άγγελοι στο Βούρκο” και “Δωσ’ μου τα Χείλη σου” , και τα δύο του Ότο Πρέμινγκερ κλπ), ή τη μελαγχολία του βίαιου, αν κάποιο θα μπορούσαμε να προσδώσουμε αυτό το χαρακτηριστικό σε κάποιο είδος (Νικολά Ρέι: “Διψασμένος για Ηδονή” , “Eπικίνδυνο Μονοπάτι” . Τo φιλμ νουάρ συνδυάζεται καλά ακόμα και με το γουέστερν. Αυτή είναι και η μεγαλύτερη συνεισφορά του Κλιντ Ίστγουντ ως σκηνοθέτη (“Οι Ασυγχώρητοι” είναι ουσιαστικά θρίλερ και το “Σκοτεινό Ποτάμι” γουέστερν).
Στο φιλμ νουάρ μπορεί να μην υπάρχουν αστυνόμοι ή όπλα ή φυσική βία, αλλά πρέπει να υπάρχουν ψέματα και η αίσθηση του μοιραίου, ιδιότητες που συνήθως συγκεντρώνονται στο πρόσωπο μιας γυναίκας: της “femme fatale”. Η “femme fatale” (δεν είναι απόλυτα απαραίτητη στο είδος, αλλά είναι ένα από τα κύρια σύμβολά του) είναι μία γυναίκα εν γνώσει της δύναμής της να αποπλανεί, σε “υπο-ένταση” ώστε να μην αναστατώνεται εύκολα, που έχει χάσει τις ηθικές της αναστολές και δεν έχει κανένα ενδιαφέρον να τις ανακτήσει. Γι’ αυτήν, το σεξ δεν αποτελεί πηγή ηδονής, αλλά πηγή πόνου για όλους τους άλλους.
Στην “Κακή Εκπαίδευση”, η “femme fatale” είναι ένα “enfant terrible”, ο χαρακτήρας που υποδύεται ο Γκαέλ Γκαρσία Μπερνάλ, που αυστηρά ακολουθεί τα παραδείγματα των Μπάρμπαρα Στάνγουικ, Τζέιν Γκριρ, Ζαν Σιμόν (“Δωσ’ μου τα Χείλη σου”), Tζόαν Μπένετ (“Η Σκύλλα” ), Αν Ντβόρακ, Μαίρη Ουίντσορ, Λίζαμπεθ Σκοτ, Βερόνικα Λέικ και τόσων άλλων κατάρων στο σχήμα γυναίκας.
Ο κινηματογράφος ως καταφύγιο και ως καθρέφτης
Μ’ αρέσει να σκέφτομαι ότι το σινεμά είναι ένα καλό καταφύγιο για τους δολοφόνους και τους μοναχικούς. Επίσης, μου αρέσει να βλέπω την οθόνη ως έναν καθρέφτη στο μέλλον.
Ο Χουάν και ο κος Μπέρενγκερ (Γκαέλ Γκαρσία Μπερναλ και Λούις Όμαρ) πάνε σινεμά για να σκοτώσουν το χρόνο τους αφότου έχουν σκοτώσει κάποιον. Το βράδυ “σκοτεινιάζει” για τρεις λόγους: ο ουρανός απειλεί με καταιγίδα, και ο κινηματογράφος στον οποίο καταλήγουν προβάλει δύο αριστουργήματα του γαλλικού φιλμ νουάρ “To Aνθρώπινο Κτήνος” (Ρενουάρ) και τους “Oι Εραστές της Σάρκας” (Μαρσέλ Καρνέ), βασισμένες σε μυθιστορήματα του Ζολά. Οι δύο ταινίες έχουν να κάνουν με καταστάσεις ανάλογες αυτών που βιώνουν οι δύο χαρακτήρες καθώς περιμένουν να πέσει η μεσογειακή νύχτα. Καθώς αποχωρούν από το σινεμά, ο κος Μπέρενγκερ, συντετριμμένος, παραπονιέται: “Είναι λες και όλες οι ταινίες μιλούν για μας.” (Η μεγάλη οθόνη ως καθρέφτης αντανάκλασης των θεατών).
Υπάρχει ακόμα μία σεκάνς όπου μυθοπλασία και πραγματικότητα έρχονται αντιμέτωπες, με τον ίδιο τρόπο που έρχονται αντιμέτωποι θεατής και οθόνη κινηματογράφου.
Όταν ο κος Μπέρενγκερ επισκέπτεται το πλατό του Ενρίκε Γκοδέντ. Μπροστά στην κάμερα βλέπει τον Πατέρα Μανόλο , ή μάλλον, τον κύριο Μπέρενγκερ πριν αποβάλλει τα ράσα του, σε μια ταινία που έχει γραφτεί από έναν από τους μαθητές του (Ιγκνάθιο) και σκηνοθετηθεί από έναν άλλον (Ενρίκε). Ο κος Μπέρενγκερ μπορεί να ατενίσει το παρελθόν του, διηγημένο και παραμορφωμένο από δύο μαθητές που, χρόνια πριν, είχαν υπάρξει θύματά του.
Η αφήγηση αντικατοπτρίζει την ίδια και περιστρέφεται γύρω από διάφορες επισκέψεις. Ακόμα και η σκηνή που τα δύο αγόρια βλέπουν στο σινεμά είναι μία επίσκεψη, σε ένα μοναστήρι (Η Σάρα Μοντιέρλ, αφού έχει επιζήσει ένα απερίγραπτο πεπρωμένο στο “Δάκρυα για μια Καταραμένη Γυναίκα” , γυρνά στο μοναστήρι από το οποίο πήρε τα ράσα).
Η διπλή υπόσταση, η διπλοπρόσωπη συμπεριφορά και οι καθρέφτες που πολλαπλασιάζουν και παραμορφώνουν αυτά που βλέπεις.
Ο Ενρίκε Γκοδέντ αποφασίζει να κινηματογραφήσει το διήγημα που έχει γράψει ο φίλος του Ιγκνάθιο, το οποίο τριπλασιάζει τις εκδοχές που βλέπουμε της ίδιας ιστορίας: Η “αληθινή” ιστορία, αυτή που διηγείται ο Ιγκνάθιο στο διήγημά του, που την έχει εμπνευστεί και φαντασιωθεί από την πραγματική ιστορία, και αυτήν που ο Ενρίκε παίρνει από το διήγημα και τις δίνει μορφή ως ταινία.
Η “Κακή Εκπαίδευση” είναι η ιστορία ενός τριπλού τριγώνου (οι δύο μαθητές και ο διευθυντής του σχολείου), πολλαπλές ιστορίες σαν Ρώσικες κούκλες, που είναι κρυμμένες η μία μέσα στην άλλη και στην πραγματικότητα είναι μονάχα μία.






