Από τον Λουκά Κατσίκα
Τι ακριβώς είναι το τρίωρο παρανοΪκό έπος του Ντέιβιντ Λιντς και γιατί έχει καταφέρει να διχάσει τους κριτικούς περισσότερο και πιο βίαια από κάθε άλλη δημιουργία του; Οσοι ενδιαφέρονται για τις απαντήσεις, ας προχωρήσουν με δική τους ευθύνη…
Η αυτοκρατορία των παραισθήσεων
«Γυρίζω σε DV και δεν έχω ιδέα τι κάνω. ΕνδιαφέρεστεΛιντς την εταιρεία Studio Canal για τις λεπτομέρειες του καινούργιου του κινηματογραφικού σχεδίου. Συνεπαρμένος από τις δυνατότητες μιας ψηφιακής κάμερας Sony PD-150 που είχε πρόσφατα αποκτήσει, ο 60χρονος σκηνοθέτης είπε να δοκιμάσει τις δυνάμεις της, φιλμάροντας για αρχή έναν μακροσκελή μονόλογο 14 σελίδων, τον οποίο ανέθεσε στην Λόρα Ντερν. Ηταν η εξομολόγηση μιας γυναίκας η οποία φαινόταν να είναι η μοναδική υπεύθυνη για μια εγκληματική πράξη που έγινε ή που πρόκειται να συμβεί (πιθανόν η δολοφονία του βάναυσου συζύγου της). Μέσα στα επόμενα δυο χρόνια και γύρω από το ερμηνευτικό αυτό κομμάτι, ο Λιντς άρχισε να χτίζει σταδιακά μια ταινία την οποία και αποφάσισε να γυρίσει χωρίς ουσιαστικό σενάριο, μόνο με κάποια ψήγματα ιδεών, πλήρη εμπιστοσύνη στον αυτοσχεδιασμό και το ένστικτο και χρησιμοποιώντας εξ ολοκλήρου τη συγκεκριμένη κάμερα. Το σχεδόν τρίωρο αποτέλεσμα ονομάστηκε Inland Empire (το οποίο ο Λιντς επιθυμεί να αναγράφεται με κεφαλαία) και σηματοδοτεί το προσωρινό (;) διαζύγιο του σκηνοθέτη από τη χρήση φιλμ για το υπόλοιπο της καριέρας του…
Σε όλη τη διάρκεια προετοιμασίας του φιλμ, ο σκηνοθέτης δήλωνε ανελλιπώς ότι η ψηφιακή τεχνολογία τού άνοιγε νέους δρόμους και πως, χάρη στην πρακτικότερη και βολική οικονομικά εφαρμογή της, μπορούσε τώρα να γυρίζει ταινίες δίχως να εξαρτάται από χρηματοδότες ή να εγκλωβίζεται στις τεχνικές απαιτήσεις του φιλμ. Δηλώνοντας ότι δεν πρόκειται να επιστρέψει ποτέ σε αυτό, ο Λιντς καλωσόρισε τα πλεονεκτήματα της digital κάμερας ως μια κατάσταση «απόλυτης δημιουργικής ελευθερίας». Απόρροια αυτής της ανεξαρτησίας στέκει πλέον το Inland Empire, αυτομάτως η πιο πειραματική, δύσβατη και περιπετειώδης στιγμή στην καριέρα του σκηνοθέτη. Ταυτόχρονα, ένα φιλμ πεισματικά αντισυμβατικό, τo οποίο είναι πολύ πιθανόν να μην είχε γυριστεί χωρίς τη συνδρομή της ψηφιακής τεχνολογίας…
David, Lynched
Αρχές Σεπτέμβρη, στο φεστιβάλ Βενετίας όπου η ταινία πραγματοποίησε την παγκόσμια πρεμιέρα της, οι σημειώσεις που δόθηκαν στους δημοσιογράφους για την υπόθεση συνοψίζονταν στις παρακάτω γραμμές: «Η ιστορία ενός μυστηρίου… Ενός μυστηρίου μέσα σε κόσμους που κατοικούν σε άλλους κόσμους… Που ξεδιπλώνεται γύρω από μια γυναίκα… Μια γυναίκα ερωτευμένη και σε κίνδυνο». Δεν είναι η πρώτη, ασφαλώς, φορά που η επιθυμία του Λιντς για όσο το δυνατόν λιγότερες πληροφορίες σχετικά με το περιεχόμενο της κάθε δημιουργίας του συμπίπτει με τη μόνιμη επίκλησή του στην αμφισημία και την ελλειπτικότητα. Αυτή τη φορά, εντούτοις, μια πιο επισταμένη ανάλυση μοιάζει ανώφελη και δύσκολα θα χωρούσε σε λίγες γραμμές. Επιστρέφοντας στα επιθετικά avant garde χωράφια του Eraserhead, ο Ντέιβιντ Λιντς γίνεται εδώ ο πρώτος δημιουργός του μοντέρνου αμερικανικού σινεμά που τολμά να ταϊσει το ευρύ κοινό με έναν πειραματισμό και ένα στιλιστικό ρίσκο που παλιότερα θα συναντούσε κανείς αποκλειστικά στις πιο υποψιασμένες art house αίθουσες.
Σε τρεις ώρες που μπορεί να σε συνεπάρουν ή να σε φέρουν σε απόγνωση (διαλέγεις και παίρνεις), το Inland Empire γίνεται ένα γιγάντιο αξιοπερίεργο που δουλεύει μεθοδικά για να αποξενώσει όποιον θεατή δεν φανεί διατεθειμένος να διαβεί τα σκοτεινά μονοπάτια του. Σε αυτό δεν βοηθά ιδιαίτερα και η ανταλλαγή των θαυμάσιων οπτικών συνθέσεων της πρότερης φιλμογραφίας του σκηνοθέτη, με μια πνιγμένη στον κόκκο και ημι-φωτισμένη φωτογραφία (μια από τις πιο συζητήσιμες πτυχές του ψηφιακού σινεμά γενικότερα) που, όμως, δίνει από την άλλη μια ταιριαστή και απόλυτα κλειστοφοβική αίσθηση στα πράγματα.
Στη δημοσιογραφική προβολή του φιλμ στην Βενετία, το μεγαλύτερο μέρος ενός υπερμεγέθους και ανυπόμονου κοινού εγκατέλειψε στο φινάλε την αίθουσα με μια απογοήτευση την οποία φρόντισε να διοχετεύσει αμέσως στον Τύπο. Αρκετοί χαρακτήρισαν τον σκηνοθέτη και την ταινία «εκτός ελέγχου». Πολλοί συνέδεσαν τις αλλεπάλληλες μετενσαρκώσεις των ηρώων του με τον προσηλυτισμό του σκηνοθέτη στα διδάγματα του «γκουρού» Μαχαρίσι Γιόσι και στην πρακτική του υπερβατικού διαλογισμού. Η ταινία εγκατέλειψε το ιταλικό φεστιβάλ χωρίς να έχει βρει διανομή στην Αμερική και με έναν άσχημο θόρυβο για συνοδεία.
Ενα μήνα αργότερα, το Inland Empire προβάλλεται στο φεστιβάλ της Νέας Υόρκης και αποσπά διθυράμβους σε «μια από τις πιο υψηλά προσδοκώμενες προβολές που έχουν υπάρξει τα τελευταία χρόνια σε παρόμοια εκδήλωση», σύμφωνα με δηλώσεις εκεί εντύπου. Η απάντηση των Αμερικανών κριτικών στάθηκε αποστομωτική. Με εξαίρεση φωνές περισσότερο προσαρμοσμένες στη λογική της βιομηχανίας, όπως το «Variety» ή το «Screen» που επιτέθηκαν στο φιλμ, η πλειοψηφία της κριτικής υποδέχτηκε το κινηματογραφικό αίνιγμα του Λιντς ως τη «σπουδαιότερη ταινία της χρονιάς». Πού βρίσκεται η αλήθεια; Στην αφοριστική αντιμετώπιση της Βενετίας ή στον υπέρμετρο ενθουσιασμό της Νέας Υόρκης; Μάλλον κάπου ανάμεσα…
Μindfuck
Οπως υποδηλώνει και ο τίτλος του, το Inland Empire είναι ένα ταξίδι στο εσωτερικό. Το ανθρώπινο εσωτερικό. Επιστρέφοντας στη μόνιμη πηγή έμπνευσης που φαίνεται να αποτελεί γι αυτόν το υποσυνείδητο και οι μυστήριες λειτουργίες του, ο Λιντς μεταχειρίζεται ξανά θέματα που τον έχουν απασχολήσει σε προηγούμενες δουλειές του: η βίαιη ρήξη με την αντιληπτή πραγματικότητα, οι ρευστοί και ανεξερεύνητοι διάδρομοι του ανθρώπινου ψυχισμού, η εύθραυστη έννοια της ύπαρξής και της ταυτότητας, η αγωνία τού να βρεις την αλήθεια σε έναν κόσμο κυριευμένο από την ψευδαίσθηση των εικόνων, η βεβαιότητα ότι καθένας μας στέκει μόνος απέναντι στο αχανές άγνωστο που απλώνεται έξω από τα σύνορα του εαυτού του.
Στο εκτενές μαρτυρολόγιο των λιντσεϊκών ηρώων που πέφτουν θύματα του παράφρονος κόσμου που τους περιβάλλει προστίθεται εδώ μια χολιγουντιανή σταρ (Λόρα Ντερν) η οποία θα βρεθεί δέσμια ενός παραισθητικού ιστού, μπερδεύοντας τη δική της ζωή με τη φανταστική ζωή της άπιστης ηρωίδας που υποδύεται. Γίνεται πρωταγωνίστρια σε μια ταινία η οποία, όπως μαθαίνει καθυστερημένα, στηρίζεται σε ένα πολωνικό φιλμ που θεωρείται καταραμένο και δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, επειδή οι δυο πρωταγωνιστές του βρέθηκαν δολοφονημένοι. Δέχεται την επίσκεψη μιας μυστηριώδους γειτόνισσας η οποία την προειδοποιεί για τους ανομολόγητους κινδύνους που πρόκειται να τη βρουν. Και αποτελεί το επίκεντρο ενός τρομακτικού παζλ που περιλαμβάνει μια παρέα από πόρνες που κάνουν πεζοδρόμιο στους δρόμους του Χόλιγουντ, μια μικροαστική οικογένεια σε κρίση, ένα γκρουπ ανατολικο- Ευρωπαίων τσιρκολάνων, ένα τρίο ανθρώπων (Ναόμι Γουότς, Λόρα Χέρινγκ, Σκοτ Κόφεϊ) ντυμένων με στολές κουνελιών στο επίκεντρο μιας αλλόκοτης sitcom παρωδίας, την Τζούλια Ορμοντ να κυκλοφορεί με ένα κατσαβίδι σφηνωμένο στα σωθικά της, σκηνές από το διαβόητο πολωνικό φιλμ του παρελθόντος και μια γυναίκα που φαίνεται να παρακολουθεί με βουρκωμένα μάτια τα παραπάνω από την οθόνη μιας τηλεόρασης σε δωμάτιο ξενοδοχείου. Σε όλα όσα προαναφέρθηκαν μπορεί κανείς να προσθέσει δυο απροσδόκητα χορευτικά νούμερα, σύντομα οπτικοακουστικά ηλεκτροσόκ και μια σειρά από μοτίβα (όπως το εκκεντρικό τρίο των κουνελιών που προέρχεται από διαδικτυακά μικρού μήκους φιλμάκια του σκηνοθέτη), τα οποία ο Λίντς αντλεί από προηγούμενες δουλειές του με μια σαφώς αυτοαναφορική διάθεση.
Μετά από μια πρώτη ώρα η οποία ακολουθεί μια πιο φιλόξενη αφηγηματική γραμμή, το φιλμ βουτά με το κεφάλι σε ένα απειλητικό, απομακρυσμένο από κάθε λογική και πνιγμένο στο σκοτάδι σύμπαν που παραβιάζει κάθε χωροχρονική αλληλουχία, ανοίγει διαρκώς πόρτες σε διαπλεκόμενα επίπεδα αλήθειας και φαντασίας και πλάθεται από θραύσματα ανολοκλήρωτων ιστοριών. Ολα αυτά καλά, όμως τι θέλουν να πουν; Και πόση υπομονή μπορεί να επιδείξει ο θεατής απέναντι σε έναν εξαντλητικό δαίδαλο ταινίας όπου τίποτα δεν διασαφηνίζεται και σχεδόν τίποτα δεν εξηγείται; Εχοντας δει το φιλμ δυο φορές, μπορώ να πω με σιγουριά μόνο πως το Inland Empire δεν αποτελεί μια ακόμη φορτισμένη ψυχαναλυτικά σπουδή επάνω στις σχιζοειδείς εκδηλώσεις της ανθρώπινης φύσης, όσο έναν πιο σύνθετο και λαβυρινθώδη στοχασμό πάνω σε μια προβληματική που άγγιξε πρώτη η Οδός Μαλχόλαντ: Η μυστηριώδης και σταθερά απρόβλεπτη ισχύς του κινηματογραφικού μέσου, ο τρόπος με τον οποίο η τέχνη και η ζωή τρέφονται βαμπιρικά η μία από την άλλη, το σινεμά ως δίαυλος μεταμόρφωσης παίζουν κρυφτούλι πίσω από μια διαστρεβλωμένη πλοκή που γυροφέρνει τους μύθους, τις πραγματικότητες και τις πλάνες του Χόλιγουντ, όπως τις βιώνουν και τις αναπλάθουν οι πολυάριθμοι άνθρωποι που το κατοικούν.
Σε όλη τη διάρκειά του, το Inland Empire τηλεγραφεί ανησυχητικά μηνύματα και εντυπώσεις από υποσυνείδητες αβύσσους. Τα υπόλοιπα, ο θεατής οφείλει να τα σχηματίσει μόνος του. Αντιλαμβανόμενος την ταινία ως μια οργανική διαδικασία που συνεχίζεται και μετά το πέρας της προβολής στο μυαλό και τη μνήμη, ο Λιντς καλεί το κοινό να συμμετάσχει ενεργά στην ταινία, αφήνοντάς το να συμπληρώσει τα κενά της κρυπτικής αφήγησης. Προορισμένη να αποτελεί για πάντα αντικείμενο εικασίας, η δύστροπη Αυτοκρατορία του Λιντς είναι μια ταινία που μπορείς να θαυμάσεις. Οχι όμως και να αγαπήσεις. Αποτελεί δουλεία ενός γνήσιου καλλιτέχνη που προτίμησε να παραμείνει έξω από το Σύστημα για να μπορεί να γυρίζει ακριβώς τις δημιουργίες που είχε στο μυαλό του. Και υπόσχεται να δοκιμάσει τις ανοχές και αντιλήψεις του κοινού, όσο κανένα άλλο φιλμ τα τελευταία χρόνια. Enter at your own risk!






