• ΝΕΑ
  • ΤΑΙΝΙΕΣ
  • ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
  • ΠΡΟΣΕΧΩΣ
  • ΝΥΧΤΕΣ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ
  • ATHENS OPEN AIR
  • ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ

  • AIFF 2026
  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
  • ΑΤΖΕΝΤΑ
NEWSLETTER
Οι Νύχτες μας πλησιάζουν! Όλα τα νέα του 32ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας Νύχτες Πρεμιέρας εδώ

Η κάθοδος των μυρίων (θεατών)

18 Απρ 2007 | Αφιερώματα | 0 comments

Το «300» ξεκίνησε από κόμικ, έγινε ταινία, φαινόμενο, σκάνδαλο. Πολλά ειπώθηκαν, άλλα τόσα γράφτηκαν, πόλεμος ξέσπασε, κι αν κάτι σφαγιάστηκε με gore ζήλο και υπερβολή είναι… το μέτρο. Επιχειρούμε λοιπόν να βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους, συνιστώντας πάνω από όλα ψυχραιμία. Μια ταινία είναι, θα περάσει.
Συντάκτης: Cinemagazine Team
ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ

Από την Πόλυ Λυκούργου
Εικονογράφηση: Τaxis


Εν αρχή ην οι Θερμοπύλες
Η προπηλάκιση όσων λένε την αρνητική γνώμη τους τελευταία είναι βέβαιη. Θα το τολμήσω, όμως, γιατί μόλις είδα μία ταινία όπου οι λίγοι αντιστάθηκαν γενναία απέναντι στην επίθεση των πολλών, οπότε αισθάνομαι δυνατή. Ιδού λοιπόν: δεν μου άρεσε το «300».


Η οπερατική αναπαράσταση του graphic novel του Φρανκ Μίλερ αποτελεί αναμφίβολη ωδή προς την κουλτούρα των κόμικς. Αθλο των CGI οπτικών εφέ. Επίτευγμα στυλ, επιχρωματισμένης φωτογραφίας, καλλιτεχνικής διεύθυνσης. Το αποτέλεσμα είναι μία έκρηξη εικονογραφίας, μία πανδαισία φόρμας, ένα σινεμασκόπ γλέντι του ματιού. Η καλογυαλισμένη γκραβουρίστικη επιφάνεια του σελιλόιντ λοιπόν κλέβει τις εντυπώσεις. Αναμφισβήτητα. Αδιαφιλονίκητα. Αδιαπραγμάτευτα. Το μόνο που μένει είναι να εξερευνήσουμε αν όλα αυτά τα θαυμαστά το αναγάγουν σε… σινεμά. Πολλοί συνάδελφοι απάντησαν αρνητικά. Ο κόσμος, πάλι, είχε αντίθετη γνώμη, την οποία εξέφρασε με το δυναμικό, βροντόφωνο παρών του στο διεθνές box office, αλλά και τα μηνύματά του στο διαδίκτυο.


Εφημερίδες, τηλεοπτικές εκπομπές και ειδησεογραφικά παράθυρα έριξαν λάδι στη φωτιά των συζητήσεων και τα πράγματα ξέφυγαν από κάθε έλεγχο. Κάθε «αντίπαλο» στρατόπεδο είχε τη δική του ατζέντα: είναι ή δεν είναι ιστορικά ακριβές, είναι ή δεν είναι προπαγάνδα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, προσβάλλει ή επαινεί τους Ελληνες; Είναι δικαίως βίαιο, καθότι πρόκειται για την απεικόνιση μάχης ή σαδιστικά αιματολάγνο, γιατί εντάσσεται στη μανιχαϊστική αισθητική των PlayStation; Είναι οι κριτικοί απολιθωμένοι, αρτιοσκληρωτικοί ψευτοκουλτουριάρηδες ή ξέρει καλύτερα η συντριπτική λαϊκή πλειοψηφία, που θέλει το σινεμά της σε απενοχοποιημένο dolby surround;


Δεν είμαστε εδώ για εξυπνάδες, σοφιστείες και αλαζονικές απαντήσεις. Είμαστε εδώ για μία δημόσια συζήτηση.


Κόμικ
Μάιος 1998, Dark Horse Comics, πέντε συνέχειες του «300» φιλοτεχνημένες σύμφωνα με το όραμα του Φρανκ Μίλερ και επιχρωματισμένες από τη Λιν Βάρλεϊ. Λίγο μετά, κυκλοφορεί ενιαίο και ως graphic novel. Σ αυτήν την καλλιτεχνική πρώτη ύλη βασίζεται η ταινία. Και αυτή την αισθητική προασπίζεται. Πολύ σωστά. Πίσω λοιπόν όσοι δεν γνωρίζουν το έργο του Φρανκ Μίλερ, πίσω όσοι δεν πιάνουν τη μνεία στην κουλτούρα των κόμικς, πίσω όσοι δεν συνειδητοποιούν τη σιροπιαστά αιματοβαμμένη υπερβολή της βίας ως «φόρμα». Μέχρι εδώ καλά. Το ότι «η ταινία βασίζεται σε κόμικ», όμως, μπορεί να επιστρατευτεί κι ως η υπέρτατη δικαιολογία για ένα κενό, κλινικό, αποστειρωμένο από κινηματογραφικούς χυμούς αποτέλεσμα;


Εμείς εδώ τραβάμε τη γραμμή. Κι επιχειρηματολογούμε:


«V For Vendetta» (βασισμένο στο graphic novel του Αλαν Μουρ), «Road To Ρerdition» (βασισμένο στο graphic novel των Μαξ Αλαν Κόλινς και Ρίτσαρντ Πιρς Ρέινερ) για να μην μιλήσουμε για το franchise των «Βatman» της DC. Οι Τζέιμς ΜακΤιγκ, Σαμ Μέντες και Τιμ Μπάρτον πάτησαν πιστά και με την πώρωση ενός φαν πάνω στην πρώτη ύλη τους, αλλά κατέθεσαν στο πανί ολοκληρωμένες ταινίες. Ο Ζακ Σνάιντερ έχασε την ισορροπία μεταξύ χάρτινης και κινηματογραφικής γλώσσας. Δεν υπήρξε κινηματογραφική μεταφορά, αλλά προσπάθεια αναπαράστασης. Η αγωνία της πιστής απόδοσης φρέναρε την ταινία από το να απογειωθεί. Κάθε στοιχείο ρυθμού, ενέργειας, δυναμικής, υποχώρησε κάτω από τον χάρτινο ογκόλιθο ενός εντελώς διαφορετικού μέσου. Για να μη μιλήσουμε για ερμηνείες: οι ηθοποιοί δεν είχαν την παραμικρή τύχη. Από ένα σημείο και μετά λοιπόν, καθόλου δεν μας αφορά πού βασίζεται μία ταινία. Μας αφορά η ταινία. Και μία ταινία μπορεί να βασίζεται και στον τηλεφωνικό κατάλογο αν θέλει – αρκεί να μην επικαλεστεί τη βαρετή πρωτογενή της έμπνευση ως δικαιολογία ενός αποτυχημένου αποτελέσματος. Κανείς δεν μπορεί να βάλει τους «300» στο απυρόβλητο γιατί βασίζονται σ’ ένα αριστοτεχνικό κόμικ. Κανείς δεν κρίνει το κόμικ. Ο Φρανκ Μίλερ είναι καλλιτέχνης. Ο Ζακ Σνάιντερ, όμως, πολύ φοβόμαστε ότι αποδείχτηκε διεκπεραιωτής.


Πολιτική
Πολύ πριν γράψουν οι Ελληνες κριτικοί, πολύ πριν το επίσημο Ιράν καταδικάσει την ταινία, να τι σημειώνει ο αμερικανικός τύπος :


«Ο Σνάιντερ μετέτρεψε ένα ιστορικό γεγονός πριν από 2.500 χρόνια σε σύγχρονη ακροδεξιά προπαγάνδα που στηρίζεται σ’ έναν πολεμοχαρή βασιλιά ο οποίος αντιστέκεται και προασπίζεται γενναία τη Δύση από τη βαρβαρότητα της Ανατολής. Κι αν θέλετε επιπλέον επιχειρήματα για τη μη-σύμπτωση των γεγονότων, θυμηθείτε πώς αποκαλούμε σήμερα την Περσία: Ιράν»

(«Νew York Τimes»).


«Ο Πρόεδρος Μπους θα χρηματοδοτούσε με χαρά ένα φιλμ στο οποίο ο δίκαιος, γενναίος Λεωνίδας προσπαθεί να πείσει το «Κογκρέσο» του που εθελοτυφλεί να του δώσουν όλα τα στρατεύματα για μία επίθεση εναντίον της Περσίας, δηλαδή του… Ιράν. Ο Λεονάιντας πηγαίνει έτσι κι αλλιώς. Η Ιστορία τον καταγράφει ως ήρωα. Στον πόλεμο, οι δημοκρατικές διαδικασίες μάλλον είναι υπερτιμημένες».


(«Βoston Τribute»).


«Τελικά, δεν είναι ούτε η σπλάτερ αισθητική των πτωμάτων ούτε το αίμα που σε ανακατεύει. Είναι ότι μία ταινία, σε εποχές που όλοι ψάχνουμε απεγνωσμένα επιχειρήματα να στηρίξουμε, αν όχι την ειρήνη, την ανακωχή, στήνει έναν βωμό στη macho κουλτούρα του πολέμου».


(«CΝΝ»).


Κριτική
Τεράστια κουβέντα. Ακόμα μεγαλύτερη η παρεξήγηση (που για κάποιο λόγο «βολεύει» να συντηρείται μέσα στα χρόνια): η κριτική δεν υφίσταται για να υποδείξει στον θεατή «να πάει ή να μην πάει να δει μία ταινία». Ή μάλλον: δε θα έπρεπε να υφίσταται γι αυτό το λόγο. Η κριτική θα έπρεπε να προσφέρει το πλαίσιο της πληροφορίας, να επιχειρηματολογεί, να αποσαφηνίζει «σύμβολα» και «εμμονές» ενός σκηνοθέτη, έτσι ώστε όταν βρεθείς απέναντι από το έργο να έχεις όλα τα «κλειδιά» για να το κατανοήσεις και να έχεις φουλ απόλαυσης. Οπως ακριβώς ένα κείμενο ανάλυσης τέχνης σου δίνει κάποια στοιχεία για να αποσαφηνίσεις την μπλε περίοδο του Πικάσο. Δεν σου επιβάλει το να σου αρέσει ή όχι. Σου δίνει τα εργαλεία για να σταθείς εφοδιασμένος απέναντι στο έργο και να αποφασίσεις μόνος σου.


Εμείς όμως μάθαμε να διαβάζουμε κριτική (και, ακόμα χειρότερα, να γράφουμε κριτική – μεγαλύτερη η ευθύνη στους κριτικούς από ό,τι στο κοινό) για τον αυτοσκοπό της γνώμης του κριτικού. Καλό ή κακό. Μαύρο ή άσπρο. Κουτί ή πεντάστερο. Thumbs up, thumbs down.


H σωστή κριτική απλώς ανοίγει τη συζήτηση. Δίνει ερεθίσματα, προβληματίζεται και προβληματίζει, και ιδανικά, επιφέρει τομές. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο λοιπόν, είναι απορίας άξιο γιατί δεν δεχόμαστε την πολιτική άποψη ενός κριτικού. Την κοινωνικοπολιτική διάσταση του σύμπαντος μιας ταινίας. Οι θεατές αντέδρασαν σε τέτοιες τοποθετήσεις που αφορούσαν την πολιτική διάσταση (και ίσως και επικινδυνότητα) των «300». Ηθελαν ένα κείμενο για τη σκηνοθεσία, τη φωτογραφία, τα οπτικά εφέ, το βάθος πεδίου.


Λες και το σινεμά είναι αυτοκίνητο που το πας για crash test και μετά συμπληρώνεις μία φόρμα αποτελεσμάτων. Χμμ… μήπως εκεί έχουμε καταλήξει; Η απάντηση, ακολουθεί αμέσως παρακάτω.


Αστεράκια
Να καταργηθούν. Ποιος αποφάσισε ότι η τέχνη του σινεμά μπορεί να μεταφραστεί σε «2 κιλά, να τ αφήσω;», είναι να απορεί κανείς. Τα αστεράκια, ειδικά στη fast food εποχή μας, υποδηλώνουν τη μεγάλη ήττα της κριτικής: κανείς δεν ενδιαφέρεται για ένα κείμενο που επιχειρεί να υποστηρίξει μία γνώμη, να αναλύσει τη σπουδαιότητα, να θεμελιώσει την αντίρρηση. Οι περισσότεροι, απλά ανατρέχουμε σ’ έναν τετραγωνισμένο πίνακα αριθμητικών αξιών για να κανονίσουμε το Σαββατοκύριακό μας. Και με αυτή τη χρησιμότητα έχουμε όλοι συμβιβαστεί.


Ωστόσο, τα «άκρα» είναι ένα ζήτημα. Κανείς δεν βάζει ανώδυνα πέντε αστεράκια, κανείς δεν ρίχνει εύκολα «κουτί» στις ταινίες. Συνήθως αυτό είναι δήλωση και θέση. Ενας κριτικός κάνει υπέρβαση της καλλιτεχνικής του βαθμολογίας και χρησιμοποιεί τα άκρα ως όπλο για να δυναμιτίσει την κοινή γνώμη για κάτι που θεωρεί μείζονος σημασίας. Πέντε αστεράκια έχουν δοθεί για την τόλμη ενός κατά τ άλλα σαν πρωτόλειο φτιαγμένου έργου που εναντιώθηκε σε επικίνδυνους ή φιμωμένους καιρούς. «Κουτί» έχει δοθεί ως γύρισμα της πλάτης σ’ ένα επικίνδυνο πολιτικά φιλμ, όσο καλοφτιαγμένο κι αν είναι.


Στην περίπτωση του «300», οι χαμηλές βαθμολογίες (μέχρι το διαβόητο «κουτί» του «Αθηνοράματος») χτύπησαν νεύρο, προσπαθώντας να «σχηματοποιήσουν» πολιτικές αντιρρήσεις ή και κάτι που στον κινηματογραφικό χώρο αποτελεί την πιο ηχηρή πολιτική δήλωση από όλες: «μία ταινία που βροντοφωνάζει την επιτυχία προσομοίωσής της με video game δεν είναι κάτι για το οποίο πανηγυρίζουμε».


Οργή λαού
Ανοιξαν οι πύλες των multiplex (ελληνικό και παγκόσμιο ρεκόρ), άνοιξαν οι σελίδες των κριτικών και στη σύγκριση… άνοιξαν οι πύλες της Κολάσεως. Το κοινό εξοργίστηκε. Για πρώτη φορά με τόση μαζική ορμή επιτέθηκε στους κριτικούς, απαιτώντας να κάνουν τη δουλειά τους πάνω στην καθαρά καλλιτεχνική διάσταση μίας ταινίας – τίποτα παραπάνω και τίποτα λιγότερο. Η ιστοσελίδα του «Αθηνοράματος» κατακλύστηκε από 2.000 μηνύματα από τις πρώτες 36 ώρες προβολής των «300». Ο απλός θεατής δήλωνε την αγάπη του για το έπος του Σνάιντερ και κατακεραύνωνε «την απαξίωσή του από τους ψευτοκουλτουριάρηδες κριτικούς». Οσο τα ταμεία έσπαγαν από τις ορδές κόσμου, τόσο τα μηνύματα γινόντουσαν ακόμα πιο επιθετικά προς «τη μειοψηφία των γραφιάδων που θεωρούν ότι είναι οι μόνοι κάτοχοι της αλήθειας των ταινιών». Μια χαρά μέχρι εδώ. Αλίμονο στους κριτικούς που δεν μπορούν να αντέξουν την κριτική.


Από τη δεύτερη μέρα, όμως, τα πράγματα ξέφυγαν εντελώς. Η ψυχολογία του όχλου σε συνδυασμό με την ανωνυμία του ίντερνετ έδωσαν ένα αυθάδικο όπλο στα δάχτυλα κάθε φιλόδοξου προβοκάτορα να πληκτρολογήσει προσβολές απέναντι σε πρόσωπα και καταστάσεις. Ο Δημήτρης Δανίκας, ο Γιάννης Ζουμπουλάκης κι ο πρόσφατα προσληφθείς στην καρέκλα του «Αθηνοράματος», και επί χρόνια διευθυντής του περιοδικού ΣΙΝΕΜΑ Χρήστος Μήτσης, βρέθηκαν εγκλωβισμένοι στις Hot Gates με χιλιάδες θεατές να επιτίθενται, όχι πλέον με όπλο την αντίρρησή τους, αλλά με κιτρινισμό, ομοφοβικά σχόλια και μπινελίκια.


Τα οποία δεν περιορίστηκαν σε κριτικούς κινηματογράφου (οι οποίοι στο φινάλε φέρουν την ευθύνη ότι εκπροσωπούν ένα θεσμό, τον οποίο κάθε επαναστάτης θεατής οφείλει να καταρρίψει).


Αλλά ο οργανωμένος τσαμπουκάς με λάβαρο τους «300 που γ@μούν και δέρνουν» εκδηλώθηκε απέναντι στην οποιαδήποτε αντίθετη άποψη. Θεατές που είχαν αρνητική γνώμη για την ταινία έγιναν βορά στα καφριλίκια. Ολοι οι αντιρρησίες στα μάτια των ένθερμων υποστηρικτών έπρεπε να είναι «αδελφές», «δήθεν κουλτουριάρηδες» και «αντιπατριώτες».


Αυτή η μη-ανοχή στην αντίθετη γνώμη μάς τρόμαξε. Και δεν είχαμε δει τίποτα ακόμα.


Εθνικισμός και ακρότητες
Είναι απόλυτα ανθρώπινο, σε στερημένες εποχές, να χαιρόμαστε για την οποιαδήποτε εθνική μας ανάδειξη. Από τη Eurovision μέχρι το Euro. Κι αν όλοι πανηγυρίσαμε στην Ομόνοια όταν κερδίσαμε την μπασκετική dream team των Αμερικανών στο Τόκιο, ποιοι είμαστε για να πετάξουμε την πρώτη πέτρα στους ανθρώπους που χάρηκαν όταν είδαν μία ταινία όπου οι Ελληνες είναι τα ατρόμητα πρωταγωνιστικά παλικάρια;


Από αυτό όμως μέχρι να αναλωθούμε σε συζητήσεις για το αν η ταινία («ένα οπτικοποιημένο κόμικ», που λίγο πριν οι ίδιοι άνθρωποι απαξίωναν την πολιτική του διάσταση) «υμνεί τους Ελληνες στο εξωτερικό» και αν είναι απόδειξη ότι «οι Αμερικανοί υποκλίθηκαν στην Ελλάδα» κι αν «όλοι οι Ελληνες οφείλουν να τη δουν», υπάρχει μία σαφής απόσταση.


Και σε αυτή την απόσταση βρίσκουν χώρο δυστυχώς να εισβάλουν φασιστικά στοιχεία με προπαγανδιστικά σχόλια που δεν τιμούν κανέναν. Φαινόμενα ντροπής για τη δημοκρατική χώρα που ζούμε παρουσιάστηκαν στο ίντερνετ, όπου ακραίες παρατάξεις προπαγάνδιζαν την αξία της ταινίας «για την υπεροχή της φυλής μας στον κόσμο», ξεσήκωναν τον κόσμο να επιβάλει τον ανδρισμό του και τρομοκρατούσαν τους λιγοστούς που δήλωναν την αντίθεσή τους.


Η ταυτόχρονη πρεμιέρα του «Εduart» και τα πρόσθετα ρατσιστικά σχόλια αποτελείωσαν κάθε ελπίδα ότι εμείς τουλάχιστον δεν ζούμε σ’ ένα κράτος που «αν δεν είστε μαζί μας, είστε εναντίον μας».


Σκόρπια συμπεράσματα
Είναι ο συντριπτικός εμπορικός θρίαμβος της ταινίας απόδειξη ότι είναι καλή; Είναι οι τηλεθεάσεις της AGB δείκτης ποιότητας ενός προγράμματος; Δεν είναι.


Από την άλλη, όμως, αυτό είναι ένα ηχηρό μήνυμα για το είδος του σινεμά που λαχταρά να δει το κοινό και όχι εκείνο που προτείνει η κριτική, όταν επαινεί τις σιωπές, τα μονοπλάνα και τις καμήλες που δακρύζουν; Είναι. Οι θεατές δεν επικαλέστηκαν την «τέχνη». Οπως πολύ έξυπνα παρατήρησε ένας ανώνυμος θεατής «δεν διαβάζεις το Playboy για τα οικονομικά άρθρα, οπότε όλοι ξέραμε τι θα δούμε». Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι κι ένας κριτικός, που αντιμετωπίζει το σινεμά ως τέχνη, πρέπει να γράφει όπως ένας θεατής που θέλει απλά να δραπετεύσει σε φανταστικούς κόσμους και να ξεχαρμανιάζει από τη δύσκολη μέρα του. Υπάρχει μία διαφορετική αφετηρία για το πώς προσεγγίζουμε το σινεμά και αυτό πρέπει να γίνεται κατανοητό και από τις δύο πλευρές.


Επίσης, γίνονται κάποια άλματα λογικής. Ο κριτικός γράφει την άποψή του για την ταινία. Οχι τον θεατή που του αρέσει η ταινία. Αν ο κριτικός θεωρήσει την ταινία αφελή, δεν έχει πει το θεατή βλάκα. Αν ο κριτικός τονίσει την άποψή του περί φασιστικής προπαγάνδας της ταινίας, δεν αποκαλεί φασίστα τον θεατή που συνόδευσε ωραιότατα τα ποπ κορν του βλέποντάς την.


Τότε… γιατί ο θεατής γυρίζει, ανώνυμα δε, και επιτίθεται βρίζοντας προσωπικά τον κριτικό;


Ισως γιατί οι μέρες της αφθονίας μας είναι μετρημένες. Ισως γιατί στην Ελλάδα -κι όχι μόνο- πάρα πολλοί κριτικοί αντιμετωπίζουν εαυτόν ως σταρ και πουλάνε την άποψή τους με αλαζονεία. Ο κριτικός δεν είναι υπεράνω των ταινιών. Η μεγάλη οθόνη είναι μεγάλη και εμείς πολύ μικροί. Τελεία.


Ποιος τελικά βρήκε κερδισμένος από όλη τη λαίλαπα; Μα φυσικά το Χόλιγουντ. Εφτιαξε μία ταινία με προδιαγραφές multiplex και κέρδισε εκατομμύρια. Μία ταινία που δεν πήρε ποτέ τον εαυτό της στα σοβαρά, μας έβαλε και τσακωθήκαμε σοβαρά. Ενα χωνευτήρι μπλοκμπάστερ τερτιπιών έγινε εθνικό θέμα. Ο Ελληνας που δεν βγαίνει εύκολα από το σπίτι του για να πάει σινεμά (στατιστικά πάει 1,5 φορές το χρόνο) φέτος πήγε αποκλειστικά στους «300». Κι εμείς, το μόνο κινηματογραφικό περιοδικό, του (ξανα)αφιερώσαμε 6 σελίδες. Πρέπει να παραδεχτούμε ότι οι άνθρωποι είναι μάγκες.


Ηρόδοτος Vs Φρανκ Μίλερ
«Πού είναι οι 700 Θεσπιείς;». «Οι Σπαρτιάτες μπορεί να ήταν πειθαρχημένοι γενναίοι πολεμιστές, αλλά όχι βάρβαρες πολεμικές μηχανές όπως απλοϊκά τους αποδίδουν οι Αμερικανοί». «Αίσχος! Πώς παρουσιάζεται έτσι η Αθήνα;» «Μα, με μπικίνι πήγαιναν στον πόλεμο;». Μεγάλη βαβούρα στις δημόσιες συζητήσεις για την ιστορική «εγκυρότητα» της ταινίας. «Η αλήθεια» είναι συνήθως αυτό που πρώτα επικαλούνται οι «θιγμένοι» όταν μία ταινία πατάει πάνω σε κάτι υπαρκτό για να δημιουργήσει το κινηματογραφικό της σύμπαν. Ειδικά σε αυτή την περίπτωση, το κοινό όχι μόνο είχε δίκιο, αλλά ήταν και πολύ καλύτερα πληροφορημένο από πολλούς «ιστορικούς» των τηλεοπτικών παράθυρων: η ταινία στηρίζεται σε δευτερογενές υλικό. Δεν είναι απόδοση της ιστορίας του Ηροδότου, αλλά της διασκευής που έκανε ο Φρανκ Μίλερ στην ιστορία του Ηροδότου. Οπότε δεν περιμένουμε από την ταινία του Ζακ Σνάιντερ να υπερασπιστεί την ιστορία μας, ή, πολύ περισσότερο, να μας τη μάθει. Η ανάλωση σε εκρηκτικές διαφωνίες περί ελληνικότητας και αυθεντικότητας είναι φαινόμενα αποπροσανατολισμού από την ίδια την ταινία… ως ταινία.


Ενας φανατικός των «300» επιμένει (ακόμη)
Ως μια μορφή τέχνης που ξεκίνησε και παραμένει μαζική και «διασκεδαστική», το σινεμά έχει την ατυχία να κρίνεται από ανθρώπους που μοιάζουν να έχουν χάσει την αίσθηση τού να αντιλαμβάνονται την απόλαυση που μπορεί να προσφέρει μια ταινία. Οι «300» έπεσαν θύμα αυτής ακριβώς της «αναισθητοποίησης» των ανθρώπων που έπρεπε να το κρίνουν (κάπως σαν αγγαρεία) και μαζί της αδυναμίας μιας μάλλον γερασμένης κάστας να διακρίνει το καινούργιο στο σινεμά.


Οχι, οι «300» δεν μοιάζουν με βιντεοπαιχνίδι, αλλά οι περισσότεροι κριτικοί κινηματογράφου δεν μπορούν να το ξέρουν, γιατί η τελευταία φορά που είδαν video game (αν έχουν δει ποτέ) ήταν επί εποχής pac man. Η λογική με την οποία απορρίπτουν την ταινία του Ζακ Σνάιντερ μοιάζει με την ίδια που έκανε τους αρκετούς κριτικούς τέχνης να βλέπουν μόνο πιτσιλιές στα έργα του Τζάκσον Πόλοκ πριν αυτά διασχίσουν το κατώφλι των μουσείων. Μπορεί η σύγκριση να μοιάζει υπερβολική, η διαφορά όμως δεν είναι στ αλήθεια και τόσο μεγάλη.


Οι «300» βλέπετε δεν είναι μόνο ένα φιλμ καθαρού φαν, αλλά μοιάζει σίγουρο ότι σε μερικά χρόνια θα αποτελεί σημείο καμπής για την τροπή που θα πάρει το σινεμά-της δράσης και όχι μόνο. Κι αν σήμερα το απόλυτα εμπνευσμένο έπος του Ζακ Σνάιντερ μοιάζει πολύ φτηνό στα μάτια όσων θαυμάζουν τον Χου Χσιάο Χσιεν και τον Μπρουνό Ντιμόν, τους αφήνω να αναλογιστούν πού θα ήταν άραγε σήμερα το σινεμά δίχως τα φτηνά noir της δεκαετίας του 50 ή πως τα «pulp σκουπίδια» του Ρέιμοντ Τσάντλερ αποτελούν σήμερα λογοτεχνικά διαμάντια. Γιώργος Κρασσακόπουλος

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ