• ΝΕΑ
  • ΤΑΙΝΙΕΣ
  • ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
  • ΠΡΟΣΕΧΩΣ
  • ΝΥΧΤΕΣ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ
  • ATHENS OPEN AIR
  • ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ

  • AIFF 2026
  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
  • ΑΤΖΕΝΤΑ
NEWSLETTER
Οι Νύχτες μας πλησιάζουν! Όλα τα νέα του 32ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας Νύχτες Πρεμιέρας εδώ

Εξώστης Β: Τo Λήμμα πoυ σημάδεψε τo νεoελληνικo κινηματoγραφικo λεξικo

20 Νοέ 2007 | Νέα | 0 comments

Αναπόσπαστο μέρος του μικρού οικοσυστήματος που λεγόταν Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου, ο Εξώστης Β γέμισε ζιζάνια τα υψίπεδα της Αίθουσας Μακεδονικών Σπουδών, σε μια έκρηξη αυθόρμητης βλάστησης που οργίασε στα χρόνια της ασφυξιογόνου δικτατορίας. Γιατί μερικές παρέες προτιμούν να βλέπουν σινεμά από ψηλά.
Συντάκτης: Cinemagazine Team
ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ

Από τη Δέσποινα Παυλάκη


Εξώστης: το επάνω από την πλατεία τμήμα της αίθουσας θεάτρου Η κινηματογράφου


Ηδη από τις αρχές τις δεκαετίας του 60 ο Ελληνικός Κινηματογράφος είχε αρχίσει να παρουσιάζει έντονα συμπτώματα διχασμένης προσωπικότητας. Το λεγόμενο εμπορικό σινεμά είχε αρχίσει πια να υποχωρεί στην τρομακτική θέα των νέων Ελλήνων δημιουργών που κούρσευαν με πάθος τη μεγάλη οθόνη (Κούνδουρος, Κακογιάννης, Κανελόπουλος, Δαμιανός, Βούλγαρης κ.τλ.), μέχρι που έφτασε πισωπατώντας στη μεγάλη διχάλα του 66. Το ετήσιο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης εμπιστεύεται τη μεγάλη απόφαση σε μια από τις πιο φωτισμένες κριτικές επιτροπές που είδε ποτέ η διοργάνωση: Οι Χατζηδάκης, Τσαρούχης, Λαμπέτη, Παπαγιανόπουλος & ΣΙΑ αποφάνθηκαν χωρίς δεύτερη κουβέντα ότι ο παλιός «καλός» ελληνικός κινηματογράφος ήταν πλέον νεκρός, παραδίδοντας τα σκήπτρα σ’ ένα νέο και ωραίο καθεστώς, που ξεκίνησε με τους «Ξεχασμένους Ηρωες» του Νίκου Γαρδέλη.


Ή μάλλον θα ξεκινούσε, αν δεν ερχόταν η δικτατορία να παγώσει το χαμόγελο στα χείλη όσων τόλμησαν να αυθαδιάσουν μπροστά στο κατεστημένο, κινηματογραφικό και μη. Ο προνοητικός παραγωγός του νικητήριου πολεμικού έπους, Τζέιμς Πάρις, είχε ήδη προλάβει να κάνει το γύρω του Λευκού Πύργου σε πολυτελές κάμπριο παρέα με τους πρωταγωνιστές του, με τη διακριτική συνοδεία μισθωμένου τανκ. Μήπως ήξερε παραπάνω από όσα ήθελε να παραδεχτεί;


Σύντομα ο πληθωρικός παραγωγός ταυτίστηκε πλήρως με το νέο καθεστώς, εκτελώντας κινηματογραφικά χρέη σε ψυχροπολεμικές ταινίες, μέχρι που το 73 κατηγορήθηκε ανοιχτά ότι «τα παίρνει από τη Χούντα» και έπεσε, κυριολεκτικά, λιπόθυμος. Κάπου εκεί, οι νέοι Ελληνες δημιουργοί αποφασίζουν να ξαναμπουν στο παιχνίδι αποφασισμένοι να εκτονωθούν, πολιτικοποιώντας τον κινηματογραφικό τους λόγο, κάτι που έμελε να γίνει το φυσικό λίπασμα που ευνόησε την εμφάνιση ΕΞΩΣΤΙΚΩΝ στοιχείων στα υψίπεδα της αίθουσας Μακεδονικών Σπουδών.


Εξωστικός: που αποβλέπει Η επιβάλλει την έξωση


Μη νομίζετε όμως ότι η έξωση του απαρχαιωμένου ελληνικού σινεμά από τις κινηματογραφικές αίθουσες ήταν γεωγραφικά περιορισμένη. Στην τότε Αθήνα, μια πόλη με πολύ μικρότερο πληθυσμό και πολύ λιγότερες ευκαιρίες, υπήρχε ένα μικρό συμπαγές και πολιτικά ανήσυχο κοινό, συσπειρωμένο γύρω από τους δύο κινηματογράφους τέχνης της εποχής, που αναζητούσε αφορμή για να εκδηλώσει τις αντι-κυβερνητικές του τάσεις. Μια ρετροσπεκτίβα σε κάποιο μορφωτικό ινστιτούτο αποτελούσε την ιδανική αφορμή για πληθώρα συγκαλειμένων υπονοουμένων που έπεφταν βροχή σε διανοουμενίστικες κινηματογραφικές διαλέξεις, νοτίζοντας το ήδη γόνιμο επαναστατικό έδαφος.Ο Εξώστης Β δεν ήταν παρά η συμπύκνωση του φαινομένου αυτού που εκδηλώθηκε στο σωστό μέρος τη σωστή στιγμή.


Φοιτητικός: που ταιριάζει σε φοιτητές ή γίνεται από φοιτητές


Σε μια αναβράζουσα φοιτητούπολη όπως η Θεσσαλονίκη, το Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου ήταν αναπόφευκτα ένα κεντρικό γεγονός. Ο περιρρέων χώρος της διοργάνωσης – ένας πεζόδρομος όλος κι όλος – γέμιζε κάθε χρόνο έρωτα, και όχι μόνο για την τέχνη! Σε ένα περιβάλλον πολύ πιο οικογενειακό, όπου όλοι πάνω-κάτω γνωρίζονταν, αγάπες γεννιούνταν και εξατμίζονταν σε κοινή θέα στο «Ολυμπος Νάουσα», όπου μαζευόταν όλο το φεστιβάλ για να φάει και να κατασκοπεύσει τα διπλανά τραπέζια. Οσοι ενδιαφέρονταν να παρακολουθήσουν ταινίες, αν δεν τα είχαν καλά με τη ΔΕΘ, που μοίραζε αφειδώς προσκλήσεις στην καλή κοινωνία της εποχής, ήταν υποχρεωμένοι να στηθούν στην ουρά από τις 6, αφού η αίθουσα ήταν μία και οι θέσεις περιορισμένες. Παρά την αυστηρή αστυνομική επίβλεψη, ο Εξώστης Β πήρε μια βαθιά ανάσα στα σκοτάδια7 και αναδύθηκε ως αυθόρμητη έκφραση ενός κατά κόρον φοιτητικού κινήματος επιδοκιμασίας του νέου γενναίου κινηματογράφου, σε μια εποχή που τα δύο είδη (εμπορικό και νεοτερικό) συνυπήρχαν ακόμα. Στην Ελλάδα του 70 υπήρχε ακόμα ελεύθερος χρόνος και οι παρέες έπαιζαν τεράστιο ρόλο. Η εισαγόμενη σεξουαλική απελευθέρωση του 60 είχε καταφτάσει καθυστερημένη και στη χώρα μας, τότε που ένα γυμνό κορμί ήταν ακόμα ταμπού, ειδικά αν περιφερόταν ανέμελο στο χώρο της διεθνούς έκθεσης Θεσσαλονίκης και άνηκε σε κάποιο γνωστό δημιουργό. Ηταν η εποχή του celebrity στρίκινγκ.



Εκτόνωση: χαλάρωση της εντάσεως, ξετέντωμα


Σύμφωνα με το Ελληνικό Λεξικό του Φυτράκη, το Φεστιβάλ του 1974 θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ως μεγάλο ξετέντωμα για τον Εξώστη Β ή αλλιώς εκτόνωση μιας ολόκληρης σινεφιλικής γενιάς. Τα εφτά χρόνια χουντικής φαγούρας έκαναν τη διοργάνωση του 74 ένα γεγονός σημαδιακό, όπου όλα ήταν απρόβλεπτα κι όλα υπό διεκδίκηση. Μετά από ένα καλοκαίρι ονείρων και ψευδαισθήσεων, το Φεστιβάλ άνοιξε Σεπτέμβριο – 60 περίπου μέρες μετά τη λήξη της δικτατορίας – με τον πανηγυρικό χαιρετισμό του υπουργού Βιομηχανίας, Χαράλαμπου Πρωτόπαππα, που μέχρι τις 24 Ιουλίου ήταν ακόμα στη φυλακή. Ηταν μια κινηματογραφική Ουτοπία όπου ο Εξώστης Β είχε πλέον το πάνω χέρι. Το σύνθημα «Λαϊκό το Φεστιβάλ» αντηχούσε από τις πρώτες ήδη μέρες, μέχρι που κάποια παρεξήγηση οδήγησε στη σύλληψη του Εξωστικού πρωτεργάτη Γιάννη (αγνώστων λοιπών στοιχείων). Η παρουσία της αστυνομίας συνεχιζόταν εντός αιθούσης, επιβάλλοντας την τάξη με αβέβαιο χέρι, σε μια χώρα που η δημοκρατία δεν θεωρούταν ακόμα πλήρως κατακτημένη. Εξαγριωμένοι, οι αμπεχονοφόροι σύντροφοί του -πολλοί από αυτούς σημαντικοί μετέπειτα κινηματογραφιστές- όρμησαν στη σκηνή ανεμίζοντας πουλόβερ, πριν αδράξουν, εξαγριωμένοι, θεατρικά αξεσουάρ όπερας από τα καμαρίνια του Κρατικού Θεατρου Βορείου Ελλάδος για να παρεμποδίσουν τη θέαση μικρού μήκους ταινίας άτυχου δημιουργού, που έπαιζε στη μεγάλη οθόνη. Ευτυχώς ο Παύλος Ζάννας, πρόεδρος της επιτροπής, σημαίνων διανοούμενος με αντιστασιακή δράση αλλά και πρωτεργάτης του φεστιβάλ, κατάφερε να καθησυχάσει τα πνεύματα μέχρι να επιστρέψει ο Γιάννης, ο οποίος ανέβηκε καταϊδρωμένος στη σκηνή ζητωκραυγάζοντας: «Σύντροφοι είμαι μαζί σας ξανά, δεν με βασάνισαν!» Ατασθαλιών συνέχεια, όταν οι αντάρτες των υψιπέδων πήραν με το ζόρι το βήμα, απονέμοντας τα δικά τους βραβεία κοινού εν μέσω χειροκροτημάτων. Το Φεστιβάλ λήγει μέσα σε κλίμα ευφορίας, με σκηνοθέτες να κραδαίνουν πανό απαιτώντας την πλήρη κατάργηση των κρατικών: ο Εξώστης Β ήταν πλέον μια πανίσχυρη κερκίδα, που από αυθόρμητη εκδήλωση πολιτικής ανησυχίας θ άρχισε σύντομα να επιβάλλει άποψη.


Δευτερότοκος: που γεννήθηκε δεύτερος


Η δεύτερη περίοδος του Εξώστη Β ή ο δεύτερος Εξώστης, όπως τον αποκαλούν πολλοί από τους παλαίμαχους αγωνιστές που ταλαιπωρήθηκαν γι αυτό το κομμάτι, θέτει ως σχετικό διαχωριστικό όριο τη μεταπολίτευση. Το νέο ελληνικό σινεμά είχε ήδη αναλάβει αυτοκρατορικά καθήκοντα και οι εμπορικές παραγωγές παλιάς λογικής απεβίωσαν συνολικά μέχρι τις αρχές του 80, όταν η βιντεοταινία σάρωσε κάθε ίχνος φιλμ 35χιλ που είχε απομείνει στα μεγάλα στούντιο που έκλειναν ένα ένα. «Οταν αυτό τελείωσε, ο Εξώστης Β έπρεπε να βρει ένα νέο ρόλο και αυτός ήταν μάλλον εξουσιαστικός, αφού το να μην αφήνεις το θεατή να παρακολουθήσει μια ταινία που πιθανόν να τον ενδιαφέρει είναι μια πολύ βίαιη πράξη», σχολιάζει πρώην μέλος της οργανωτικής επιτροπής του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Από εκεί και ύστερα ο Εξώστης Β άρχισε να συγκρούεται με συγκεκριμένους σκηνοθέτες και είδη σινεμά, αφήνοντας πίσω του πολλούς παρεξηγημένους δημιουργούς, αφού το πατροπαράδοτο κράξιμο έγινε άκρως κανιβαλιστικό, φέρνοντας μια νέα γενιά Εξωστικών στο προσκήνιο, που ανυπομονούσαν να πάρουν τη θέση τους στην ιστορία.


Υποκινητής του κακού θεωρήθηκε σε μεγάλο βαθμό το fanzine «CΙΝΕ 7», στελεχωμένο από μέλη του κινηματογραφικού αντάρτικου της εποχής, που σε συνδυασμό με συχνές επισκέψεις σε πειρατικούς σταθμούς (βλέπε ράδιο ΚΙΒΩΤΟΣ), πυρπόλησαν τον ασυνάρτητο αριστερολάγνο κινηματογράφο του 80 με γερές δόσεις χιούμορ. «Το κοινό δεν ήταν αντι-αριστερό. Κάθε άλλο. Ηταν ανεξάρτητοι πολιτικά, απλά αντιδρούσαν εναντίον της κομματικοποίησης που επικρατούσε τότε. Οπως είχε πει και ο Σαββόπουλος νομίζω, αν δεν έκανες αριστερή ταινία εκείνη την εποχή, δεν μπορούσες ούτε να πηδήξεις! θυμάται ο Νίκος Ζερβός. Παρόλο που πολλοί υποστηρίζουν ότι ο αυθορμητισμός του παλιού Εξώστη Β είχε πλέον χαθεί -αφού η καθημερινή κάλυψη από τον πρωτοπόρο της δωρεάν διανομής Τάσο Μιχαηλίδη (πρώτο τεύχος «Εξώστη»: 13 Νοεμβρίου 1987) και αργότερα τον κριτικό κινηματογράφου Αλέξη Δεμερτζόγλου με το δικό του Φιξ Καρέ, εξασφάλιζαν τη μακροβιότητα κάθε πικρόχολης ατάκας- είναι ωστόσο αξιοσημείωτο ότι κατάφερε να τροφοδοτήσει έναν τόσο έντονο σινεφιλικό αναβρασμό που γέννησε, όχι ένα, αλλά δύο δωρεάν έντυπα που δεν ήξεραν τι πάει να πει έσοδα από διαφήμιση! Εδώ που τα λέμε, μάλλον αγγίζει τα όρια της επιστημονικής φαντασίας…


Απαγχονισμός: θανάτωση με αγχόνη


Οταν πια εν έτει 1988 ο Εξώστης Β άρχισε να στέλνει ραβασάκια στην «πλατεία», κατεβάζοντας σκιάχτρα και φέρετρα δεμένα με σκοινί διαλαλώντας το θάνατο του ελληνικού κινηματογράφου, η οργανωτική επιτροπή του Φεστιβάλ απείλησε με περιοριστικά μέτρα, με αποτέλεσμα το ένοχο «CΙΝΕ 7» να αναλάβει εξαναγκαστικά τις ευθύνες που βάραιναν τις ασπρόμαυρες αράδες του. Ο Δημήτρης Βανέλλης, βασικός συντάκτης του περιοδικού, απάντησε στο μένος των αντιφρονούντων με μια γερή δόση μιλιταριστικού χιούμορ, παραθέτοντας μελετημένη στρατηγική διείσδυσης του Θεάτρου Μακεδονικών Σπουδών σε περίπτωση που απαγορευτεί η είσοδος σε αυτόν και τους συνενόχους του:


«1. Κατασκευή τούνελ, το οποίο θα ξεκινά απ τα υπόγεια του ξενοδοχείου της οδού Τσιμισκή, όπου θα διαμένουν οι συντάκτες του περιοδικού, και θα καταλήγει στις τουαλέτες του Θ.Μ.Σ. Σε ανύποπτα χρονικά διαστήματα το καπάκι του σιφόν θα σηκώνεται και ένας ένας θα βγαίνουμε σφυρίζοντας αδιάφορα.


2. Ο άσος των σπέσιαλ εφέ και του μακιγιάζ, ο Ελλην Τομ Σαββίνι και φίλος, Γιώργος Αλαχούζος, θα αναλάβει να μας μεταμορφώσει σε γνωστούς Ελληνες κριτικούς και κινηματογραφικούς παράγοντες. Τα θαυματουργά του χέρια θα παραλάβουν τους άσημους συντάκτες του CINE-7 και θα βγάλουν Φένεκ Μικελίδηδες, Ραφαηλίδηδες, Ακτσόγλους, Μπακογιαννόπουλους και ένα σωρό άλλους επώνυμους.


3. Η Μαφία και άλλες οργανώσεις του υποκόσμου, με τις οποίες ως γνωστόν το περιοδικό διατηρεί στενές σχέσεις, θα μας προμηθεύσουν ελικόπτερο, με το οποίο ένας ένας οι συντάκτες θα κατεβαίνουν στην ταράτσα του Θ.Μ.Σ. Από κει, χάρη στις επίσης γνωστές τους αθλητικές ικανότητες, θα κατεβαίνουν απ τους τοίχους και θα μπαίνουν απ τους φωταγωγούς στους χώρους του Θεάτρου.


Εναλλακτικά, οι συντάκτες προσφέρθηκαν να υπογράψουν υπεύθυνη δήλωση του νόμου 105 ότι δεν θα επαναλάβουν τα περσινά βίαια επεισόδια στους δρόμους της Θεσσαλονίκης, καταλήγοντας, Τι είναι διατεθειμένο να κάνει με τη σειρά του το φεστιβάλ, ώστε να προωθηθεί ο διάλογος;».


Να γίνει διεθνές, θα ήταν η αποστομωτική απάντηση. Η διεθνοποίηση του φεστιβάλ εν έτη 1992 υπογράφει τη ληξιαρχική πράξη θανάτου του Εξώστη Β, αν και πολλοί υποστηρίζουν ότι δεν πρόκειται περί απαγχονισμού αλλά περί φυσικού θανάτου, αφού οι φοιτητές του 74 γεράσανε, βολευτήκανε και αποκτήσανε κοιλίτσες και οι μετέπειτα γενιές μεγάλωσαν μέσα σε αρκετό οξυγόνο ώστε να μην έχουν ανάγκη να εισπνέουν μέσα σε μια σκοτεινή αίθουσα. Το πράγμα είχε κάνει τον κύκλο του. RΙΡ


«Αυτό που έψαχνε ο εξώστης ήταν μια ταινία με αρχή μέση και τέλος. Σήμερα μπορεί να ακούγεται πολύ συντηρητικό, αλλά αν έχεις φάει στη μάπα μόνο ασυναρτησίες, ο Περάκης ήταν μια όαση».


Δημήτρης Βανέλλης, συγγραφέας και σεναριογράφος


Τέσσερις ταινίες έξω από δω!


«Στη Σκιά Του Φόβου» / Γιώργος Καρυπίδης, 1988


Από τους μεγαλύτερους πολέμιους του Εξώστη, ο Καρυπίδης κάνει ένα «υπαρξιακό δράμα με μορφή ονειρικού θρίλερ» που αποδοκιμάζεται εντόνως ως η μεγαλύτερη απάτη του φεστιβάλ, ενώ πολυγραφότατο μέλος του CINE 7 τον κατηγορεί εγγράφως για ναρκισσισμό και δηλώνει απροκάλυπτα ότι μπροστά στη «Σκιά Του Φόβου» ακόμα και το «Δοξόμπους» φαντάζει αριστούργημα. Ο Καρυπίδης απαντάει με απευθείας επίθεση και ανασηκώνει τα μανίκια του για ξύλο.


«Διαδικασία» / Δήμος Θέος, 1976


Με εκκίνηση την ιστορία του θηβαϊκού κύκλου και το πρόσωπο της Αντιγόνης, ο Θέος αποπειράθηκε να μιλήσει για το φαινόμενο της εξουσίας και τις σχέσεις της «μητρόπολης» με την «περιφέρεια» -ό,τι κι αν σημαίνει αυτό- μόνο που ο Εξώστης Β δεν είχε καμία διάθεση να τον ακούσει. Η προβολή της ταινίας αντιμετώπισε τρομερή βία, εξωθώντας το Θέο να γίνει ο πρώτος δημιουργός που εναντιώθηκε στον Εξώστη με τέτοιο τρόπο: σηκώθηκε από τη θέση του και ύψωσε τη γροθιά του για δέκα ολόκληρα λεπτά, ακίνητος και σιωπηλός, ενώ γύρω του γινόταν ο χαμός.


«Ρόζα» / Χριστόφορος Χριστοφής, 1982


Ακατανόητη εποποιία με αναίτια συμβολική εμπλοκή της Ρόζας Λούξεμπουργκ που κανένας φυσιολογικός άνθρωπος δεν θα μπορούσε να κατανοήσει με την πρώτη, το «Ρόζα» κατάφερε να συγκεντρώσει τα βραβεία σκηνοθεσίας, φωτογραφίας, πρώτου γυναικείου ρόλου, μουσικής και Ενωσης Κριτικών μέσα σε ένα μόνο φεστιβάλ – γεγονός που οδήγησε τον Εξωστικό Νίκο Ζερβό στην καταγγελία ότι μέλη της κριτικής επιτροπής είχαν ταχθεί υπέρ της ταινίας πριν καν την δουν!


«Δοξόμπους» / Φώτος Λαμπρινός, 1987


Το «Δοξόμπους», με θέμα τη βυζαντινή επαρχία και ιδιαίτερα προσεγμένη αισθητική, την πλήρωσε άδικα λόγω ονόματος. Σε μια χρονιά όπου το διαγωνιστικό καυχιόταν για τίτλους όπως το «Τεριρέμ» του Απόστολου Δοξιάδη και τα «120 Ντεσιμπέλ» του Βασίλη Βαφέα, το «Δοξόμπους» έγινε κατά λάθος έμβλημα αποδοκιμασίας, με τον Εξώστη να κραυγάζει «Δοξόμπους, Δοξόμπους» σε κάθε ευκαιρία! «Πόσο χάλια ήταν η χθεσινή ταινία;» «Ισα με 5 Δοξόμπους» αποτελούσε χαρακτηριστική στιχομυθία της εποχής.


Τα συνθήματα


«Τρεις αντάρτες στην ταινία δίνουν όλα τα βραβεία»,για την αριστεριστική μανία που είχε καταλάβει σύσσωμους τους σκηνοθέτες της εποχής.


«Δαλιανίδη, βουκόλε και φεμινιστή!», για το εκτός συναγωνισμού νουάρ αριστούργημα του Γιάννη Δαλιανίδη, «Ισόβια».


«ΖΖΖΟΥΜ, ΖΖΖΟΥΜ» για την εμμονή του Τάκη Κανελλόπουλου με το ζουμάρισμα στην «Τελευταία Ανοιξη».


«Δοξόμπους, Δοξόμπους» από την ομώνυμη ταινία του Φώτου Λαμπρινού, το οποίο ανακηρύχθηκε σε σύνθημα γενικής αποδοκιμασίας.

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ