Οι ταινίες που έκαναν τους συντάκτες του περιοδικού να μοιάζουν σαν να βρίσκονται στό μέσο ρίψης δακρυγόνων. (Μέρος 2ο)
Το Γράμμα Μιας Αγνωστης
(Letter From An Unknown Woman / 1948) του Μαξ Οφίλς
Αν υπάρχει μια ηρωίδα που με εκνευρίζει μέχρι δακρύων, αυτή είναι σίγουρα η πολύπαθη Λίσα. Ως μικρό κορίτσι είναι λογικό να την πατάς με τον σαγηνευτικό σου γείτονα, όταν όμως επιμένεις να πίνεις νερό στο όνομά του ενώ αυτός δεν θυμάται καν το δικό σου, τότε είσαι άξια της μοίρας σου. Ειδικά όταν ενδιάμεσα έχεις κάνει το παιδί του! Παρ’ όλα αυτά είναι τέτοια η αγόγγυστη υποταγή της Τζόαν Φοντέιν στο λυρικά σαδιστικό έπος του Μαξ Οφίλς, ώστε δυσκολεύεσαι να διαχωρίσεις τη θέση σου και, τελικά, σε παίρνει και σένα ο κατήφορος. Παρ’ όλο που ξέρεις πολύ καλά τι θα γίνει κάθε φορά που επανεμφανίζεται στη ζωή της ο γυναικοκατακτητής Στεφάν, την παρακαλάς νοερά να μην ενδώσει. Αλλά αυτή επιμένει να τον ερωτεύεται συνεχώς από την αρχή. Ειδικά όταν, μετά από χρόνια ανέχειας, αφήνει την ομορφιά της να λάμψει στο πλάι ενός ευκατάστατου κυρίου που λατρεύει όχι μόνο την ίδια αλλά και το παράνομο παιδί της, αρχίζεις να κλαις πριν προλάβει καν να τον εγκαταλείψει. Το χειρότερο απ’ όλα, όμως, είναι ότι μετά την τρίτη φορά ξέρεις ότι πρόκειται για ένα μοτίβο απ’ το οποίο δεν θα ξεφύγει ποτέ. Εκτος κι αν την προλάβει ο θάνατος. -Δ.Π.
Μια Υπέροχη Ζωή
(Itas Α Wonderful Life / 1946) του Φρανκ Κάπρα
Αρχίζω και κλαίω από τη σκηνή που οι δύο ερωτευμένοι πρωταγωνιστές της ταινίας πετάνε ξένοιαστοι πέτρες στο ακατοίκητο σπίτι και κάνουν ευχές για το μέλλον τους. Από τη στιγμή που, μαζί με τα σπασμένα τζάμια των παραθύρων, καταλαβαίνεις ότι θα γκρεμιστούν και όλα τα εξιδανικευμένα όνειρα μίας μεταπολεμικής γενιάς σε οικονομική κρίση. Κλαίω για τον Τζορτζ Μπέιλι, τον ρομαντικό κατά φαντασία ταξιδιώτη που υποδύεται τόσο αφοπλιστικά ο Τζέιμς Στιούαρτ και του οποίου η μεγάλη καρδιά δεν θα του επιτρέψει να ανακαλύψει ποτέ τον κόσμο. Περισσότερο, όμως, κλαίω με τη δυνατή φιγούρα της Μέρι. Που το δικό της όνειρο είναι μικρό και τεράστιο συνάμα, ώστε να χωράει μέσα σε μία αγκαλιά. Κλαίω με τη γυναίκα που ατενίζει με διάπλατα υγρά μάτια την υπέροχη ζωή της, όχι γιατί έχει όσα θέλει. Αλλά γιατί θέλει όσα έχει. Κλαίω γιατί τα Χριστούγεννα έρχονται μια φορά το χρόνο και μας προσπερνάνε τρέχοντας. Κλαίω γιατί, όσο κι αν συνεχίζω να πιστεύω πεισμωμένα, τα τεντωμένα ενήλικα αυτιά μου σπάνια ακούν καμπανάκια. Κλαίω γιατί στην Αθήνα λιγοστεύουν επικίνδυνα τα ακατοίκητα σπίτια, οι πέτρες και οι ευχές. -Π.Λ.
Make Way For Tomorrow
/ 1937 του Λίο ΜακΚάρεϊ
Υπάρχουν ταινίες που σε βρίσκουν τη σωστή στιγμή για να σε κάνουν κομμάτια με τον πιο γλυκό τρόπο. Η δική μου σειρά ήρθε ένα δύσκολο βράδυ του περασμένου Οκτώβρη. Και η ταινία που με αποτελείωσε ήταν το μελαγχολικό διαμάντι του ΜακΚάρεϊ. Σε αυτό, ένα ζευγάρι ηλικιωμένων αναγκάζεται να χωρίσει, μετά από 50 χρόνια κοινής ζωής, όταν η τράπεζα του παίρνει το σπίτι. Μια και κανένα από τα παιδιά των δυο πρωταγωνιστών δεν μοιάζει διατεθειμένο να φιλοξενήσει και τους δυο γονείς μαζί, η μητέρα πηγαίνει να μείνει με τον ένα γιο στην μεγαλούπολη κι ο πατέρας, 500 μίλια μακριά, στην κωμόπολη όπου διαμένει η κόρη του. Καθώς ο καιρός περνά και καμιά ευκαιρία δεν προσφέρεται για να τους φέρει ξανά κοντά, ο κύριος και η κυρία Κούπερ αποφασίζουν να σμίξουν, για τελευταία ίσως φορά, στη διάρκεια μιας σύντομης νύχτας στην πόλη. Και να τους χωρίσει, μόλις οι δείχτες των ρολογιών το απαιτήσουν, στο σημείο εκείνο όπου, πολλές δεκαετίες πριν, οι δυο νεαροί τότε ερωτευμένοι ξεκίνησαν να κάνουν το γαμήλιο ταξίδι τους, Κάπου εκεί σταμάτησα να διακρίνω τι γίνεται στην οθόνη και έριξα ένα από τα πιο δυνατά κλάματα στη ζωή μου. Μήνες μετά, η σκέψη και μόνο της ταινίας αρκεί για να φέρει, με έναν παβλοφικό τρόπο, και πάλι δάκρυα στα μάτια μου. Γιατί μερικά πράγματα απλούστατα δεν τα ξεπερνάς ποτέ. -Λ.Κ.
Umberto D.
/ 1952 του Βιτόριο Ντε Σίκα
Με κάθε ειλικρίνεια, δεν ξέρω πόσες φορές θα πρέπει να περπατήσω με τον πάμφτωχο Ουμπέρτο Ντομένικο Φεράρι και τον πιστό του σκύλο Φλάικ στους δρόμους της Ρώμης, για να παρακολουθήσω το αριστούργημα του Βιτόριο Ντε Σίκα χωρίς να με πάρουν τα ζουμιά. Στο τελευταίο τεστ, που προηγήθηκε μόλις λίγα λεπτά πριν τη συγγραφή αυτού του σημειώματος, παρατηρήθηκαν αλλεπάλληλοι κόμποι στον λαιμό και τουλάχιστον δύο ξεσπάσματα: στη σκηνή όπου ο Ουμπέρτο ζητιανεύει έξω από το Πάνθεον και στο υπέροχο τέλος, όπου ο Φλάικ σώζει από αυτοκτονία το αφεντικό του και οι δυο τους, απελπισμένοι αλλά αγαπημένοι, χάνονται στο βάθος του πλάνου. Αν πρέπει να το κάνουμε λιανά, είναι σαν το τέλος του «Κλέφτη Ποδηλάτων» να συναντά ταυτόχρονα το απόσταγμα της τέχνης του Θανάση Βέγγου και του Τσάρλι Τσάπλιν. -Κ.Σ.
Κλαίμε ακόμη
Οταν ο Φράνκι (Κλιντ Ιστγουντ) θα πάρει τη μεγάλη απόφαση για να δώσει τέλος στη ζωή της Μάγκι (Χίλαρι Σουόνκ), εγκαταλείποντας μαζί της για πάντα το ρινγκ της ζωής στο «Μillion Dollar Βaby» (2004).
Au Hasard Balthazar
/ 1966 του Ρομπέρ Μπρεσόν
Η ωραιότερη, ίσως, ταινία του Μπρεσόν αφηγείται την ιστορία ενός πολύπαθου γαϊδουριού το οποίο υφίσταται καρτερικά όλη την σκληρότητα και ακαρδοσύνη των ανθρώπων, για να χαθεί στο τέλος ήσυχα και ανεπαίσθητα, όπως ακριβώς ήρθε στον κόσμο. Στη μιάμιση ώρα που διαρκεί το φιλμ, ο Μπαλταζάρ θα δει να στολίζουν την κεφαλή του με λουλούδια, να τον χτυπούν και να τον κλωτσούν, να τον χαϊδεύουν και λίγο μετά να τον κακομεταχειρίζονται, να τον χρησιμοποιούν ως μέσο για ύποπτες δοσοληψίες, να τον περνούν από χέρι σε χέρι και από δυνάστη σε δυνάστη. Ολη αυτή την ατέρμονη αλληλουχία παθών, ωστόσο, το δύστυχο ζωντανό την υφίσταται βουβό. Με τον ίδιο σιωπηλό τρόπο που θα οδεύσει σιγά σιγά προς τον θάνατό του. Σε μια σκηνή που δεν μπορώ να περιγράψω με λέξεις, στη μέση ενός ηλιόλουστου λιβαδιού, μέσα στο αδιατάραχτο πρωινό, με την φύση να τελεί σιωπηλή μπροστά σε μια τόσο μικρή, μα τόσο μεγάλη τελικά, αναχώρηση. -Λ.Κ.
Μπάμπι, Το Ελαφάκι
(Βambi / 1942) του Ντέιβιντ Χαντ
«Σωθήκαμε μαμά!», φωνάζει ο Μπάμπι καθώς βγαίνει δειλά από τη σπηλιά και αντικρίζει το χιονισμένο τοπίο. Μόνο που εκείνη έχει ήδη εξαφανιστεί κάπου έξω από το πλάνο, εκεί όπου ένας πυροβολισμός από ανθρώπινο χέρι θα αναγκάσει το ελαφάκι να περάσει σε μια απότομη ενηλικίωση. Με αποκορύφωμα την παραπάνω σκηνή, το «Μπάμπι» μοιάζει με επιτομή μιας αθωότητας που νομίζεις ότι μπορείς να χλευάσεις εξ αποστάσεως, αλλά μάλλον δεν θα αντιμετωπίσεις με ψυχραιμία όταν βρεθείς απέναντί της. Φταίει η ευαίσθητη ηλικία της πρώτης προβολής, ο θάνατος που μένει εκτός πλάνου αυξάνοντας την τραγικότητα, η απεγνωσμένη κραυγή του Μπάμπι, η στωικότητα που διδάσκεται ενστικτωδώς μπροστά στην επιβλητική πατρική φιγούρα; Δεν έχω ιδέα και ούτε με ενδιαφέρει. Μετά από 66 ολόκληρα χρόνια, η ταινία που έκανε τον Πολ ΜακΚάρτνεϊ να γίνει χορτοφάγος θολώνει τα μάτια με αφοπλιστική ευκολία. -Κ.Σ.
Κλαίμε ακόμη
Οταν η Τζοάνα (Μέριλ Στριπ) σε μια έκρηξη τραγικής γενναιοδωρίας αποφασίζει να εμπιστευτεί τον Τεντ (Ντάστιν Χόφμαν) για την ανατροφή του παιδιού τους στο φινάλε του «Κράμερ Εναντίον Κράμερ» του 1979.
Love Story
/ 1970 του Αρθουρ Χίλερ
Αγόρι ερωτεύεται κορίτσι, κορίτσι ερωτεύεται αγόρι, κορίτσι πεθαίνει από λευχαιμία. Το ρομαντικό δράμα του Αρθουρ Χίλερ, αρχετυπικό tearjerker κι ένα από τα διασημότερα μελό του σύγχρονου σινεμά, έκανε σταρ τον Ράιαν Ο Νιλ και την Αλι ΜακΓκρο στις αρχές της δεκαετίας του ‘70, ακολουθώντας τον απαγορευμένο έρωτα ενός πλουσιόπαιδου που βλέπει τον πατέρα του (και τα λεφτά του) να απομακρύνονται, όταν αποφασίζει να παντρευτεί κοπέλα προερχόμενη από την εργατική τάξη. Ο έρωτας αυτός θα κορυφωθεί στο θρυλικό, όσο και αναπάντεχα καταθλιπτικό του φινάλε, οδηγώντας αμέτρητα σοκαρισμένα ζευγαράκια στην έξοδο της σκοτεινής αίθουσας με μάτια κοκκινισμένα και μαγουλάκια μουσκεμένα. Αντε να το δεις αυτό για πρώτη φορά 10 χρονών και να μη θες μετά όλα σου τα κινηματογραφικά love stories να τελειώνουν με δάκρυα.-Θ.Δ.
Δεν το πιστεύω οτι έκλαψα…
Δεν είναι όλα τα δάκρυα για να τα μοιράζεσαι γιατί, από ένα σημείο κι έπειτα, καταντά και λίγο αστείο. Αλλά είναι κάποιες συγκεκριμένες περιστάσεις που τις θυμάσαι για τον «Γιατί-στα-κομμάτια-έκλαψα-σε-αυτό;» λόγο. Η αρρώστια ξεκινάει από οριακά κατανοητές περιπτώσεις, σαν τη θρυλικά cheesy ατάκα της «Μιας Βραδιάς Στο Νότινγκ Χιλ» όπου η σούπερ σταρ προσγειώνει τον εαυτό της μπροστά στον ξενέρωτο Αγγλο της διπλανής πόρτας, υποστηρίζοντας πως είναι απλά ένα κορίτσι κι αυτός ένα αγόρι, δίχως να χρειάζεται να αναλύσουμε τη συνέχεια. Τι κάνεις, όμως, όταν το δάκρυ βρει το δρόμο του, καθώς παρακολουθείς τον Πολ Μπέτανι να ετοιμάζεται να αγωνιστεί στον τελικό του «Wimbledon» που θα σημάνει την ανάσταση της τελειωμένης καριέρας του; Κάνεις πως δεν συνέβη ποτέ! Οι ηρωικοί θάνατοι είναι ένας άλλος τιμημένος από δάκρυα τομέας, αλλά πού ακριβώς τραβάς τη γραμμή; Κατά τα φαινόμενα όχι στο «Αρμαγεδδών» και τη στιγμή όπου ο Μπρους Γουίλις κλειδώνει τον εαυτό του έξω από το σκάφος, σώζωντας τη ζωή του αγαπητικού της κόρης του και αφήνοντάς του ένα αναμνηστικό για τον Μπίλι Μπομπ Θόρντον (που τόσα χρόνια πέρασαν κι ακόμα δεν είμαστε σίγουροι τι ακριβώς σήμαινε αυτό για τη σχέση των δυο αντρών!) Για να μην πιάσω τώρα τη σκηνή του θανάτου του «Λεόν» ή του «Μονομάχου» κι έχουμε άλλα. Τα πολύ βιτσιόζικα, όμως, αρχίζουν όταν τα θύματα δεν είναι καν άνθρωποι, αλλά ρομπότ: ο Τ-800 να λιώνει στη λάβα στον «Εξολοθρευτή 2» για να σώσει τον Τζον Κόνορ από το μέλλον (πού να ‘ξερε τι θα επακολουθούσε) και ο Number 5 να γίνεται παλιοσίδερα στο «Και Τα Ρομπότ Τρελάθηκαν», όπου μάλιστα ένα ακατανόητο βούρκωμα έπαιξε και στη σκηνή της θριαμβευτικής επιστροφής του, υπό τους ήχους της Μπόνι Τάιλερ. Ξεχωριστή κατηγορία από μόνα τους θα πρέπει να αποτελούν τα εμψυχωτικά λόγια προς τον Ρόμπιν Γουίλιαμς, όπου άντε και να το δεχτείς το «Οh Captain, My Captain» πάνω στα θρανία, αλλά το «Ι believe in you, Peter Ρan» από το «Χουκ» κάπως την παρατραβάει την ιστορία. Οσο για το απόλυτο ερωτηματικό, πρέπει να έχει σημειωθεί στους τίτλους αρχής του «Ταξίδι Στο Darjeeling». Γιατί, ναι μεν, κάθε κάδρο του Γουές Αντερσον είναι τόσο ωραίο που σχεδόν δικαιολογεί κάθε συναισθηματική αντίδραση, αλλά από την άλλη βούρκωμα στους τίτλους αρχής και τη slow-motion αδυναμία του Μπιλ Μάρεϊ να προλάβει το τρένο; Κάποια πράγματα απλώς δεν ελέγχονται. -Θ.Δ.
Τιτανικός
(Titanic / 1998) του Τζέιμς Κάμερον
Η πιο εμπορική ταινία που έγινε ποτέ δεν άρεσε σε όλους. Και από τους πολλούς που συγκίνησε, ορισμένοι δεν το παραδέχτηκαν ποτέ και άλλοι το απαρνήθηκαν με το πέρασμα του χρόνου. Οσοι όμως γενναίοι την είδαν ή τη βλέπουν ακόμα με «καλύτερα μάτια», αφήνουν τα δάκρυά τους να κυλήσουν. Για να υποδεχθούν την ανάμνηση του αδύνατου ονείρου. Εκείνου που τους προϋπάντησε στο κατώφλι της ενηλικίωσης. Τότε που ένιωθαν «βασιλιάδες του κόσμου» μόνο και μόνο επειδή ο αέρας αγκάλιαζε το πρόσωπο τους και δελφίνια συνόδευαν τη πορεία τους. Τότε που πίστευαν ότι η αγάπη είναι παντοδύναμη, ικανή να καταλύσει όλα τα σύνορα, ακόμα και εκείνο του θανάτου. Τότε που η απάντηση στην ερώτηση «με εμπιστεύεσαι;» ήταν πάντα «σε εμπιστεύομαι». Η ιστορία της Ρόουζ και του Τζακ προϋπήρχε στο συλλογικό θυμικό. Ο Κάμερον απλά αποκάλυψε την αντανάκλασή της στο κινηματογραφικό πανί. -Ι.Π.
Καλλίπολη
(Gallipoli / 1981) του Πίτερ Γουίαρ
Αφετηρία: η προπόνηση δύο νεαρών, φιλόδοξων σπρίντερ. Τερματισμός: τα χαρακώματα του Ba Παγκοσμίου Πολέμου. Οπου, μέσα σε λιγότερο από δέκα λεπτά, ο Γούιαρ σε κάνει να συνειδητοποιήσεις με κάθε μόριο της ύπαρξής σου πως δεν υπάρχει τίποτα πιο τραγικό ή πιο μάταιο από την απώλεια μιας ζωής στον πόλεμο. Υπό τη στοιχειωμένη μελωδία του «Αdagio In G Μinor», ο Αρτσι προσπαθεί βουβά να πείσει τον εαυτό του να αντιμετωπίσει τον εχθρό: «Τι είναι τα πόδια σου; Ατσάλινα ελατήρια. Και τι θα κάνουν; Θα με εκτοξεύσουν προς τον τερματισμό. Πόσο γρήγορα μπορείς να τρέξεις; Γρήγορα σαν λεοπάρδαλη…». Δεν ξέρει ότι ο Φρανκ του φέρνει τρέχοντας το χαρτί που θα τον απαλλάξει από τη μοιραία σύγκρουση. Και πετάγεται σαν ελατήριο. Αλλά δεν τρέχει. Οι σφαίρες τον βρίσκουν στο στήθος και τον σταματούν. Το χαρτί στο χέρι του Φρανκ μένει μετέωρο στον αέρα. Οπως το σώμα του Αρτσι. Καθώς η εικόνα παγώνει. Μην αντέχοντας να τον δει σωριασμένο. -Ι.Π.
Στάσου Πλάι Μου
(Stand By Me / 1986) του Ρομπ Ράινερ
Το βιβλίο του Στίβεν Κινγκ είχε βάλει ήδη τις βάσεις, ήταν όμως η ταινία του Ρομπ Ράινερ που έδωσε εικόνα σε μία από τις πιο όμορφες ιστορίες που έχουν ειπωθεί ποτέ για την παιδική φιλία. Η παρέα των τεσσάρων πιτσιρικάδων που φεύγουν από το σπίτι τους, προς αναζήτηση ενός πτώματος στις εξοχές του Ορεγκον, είναι γεμάτη περιπέτειες για τους μικρούς ήρωες. Η πορεία προς την ενηλικίωση αποδεικνύεται εξίσου επώδυνη, γεμάτη εμπειρίες, εφηβικά άγχη, παράξενες ιστορίες, εξομολογήσεις, τσακωμούς, αλλά και ισχυρή φιλία κι αγάπη. Στο τέλος του φιλμ, όταν οι τέσσερις φίλοι αποχωρίζονται, ο «σκληρός» Κρις (Ρίβερ Φοίνιξ) αποχαιρετά τον συνεσταλμένο Γκόρντι (Γουίλ Γουίτον) έπειτα από ένα ταξίδι που σφράγισε την εφηβεία τους: ποτέ άλλοτε μια απλή χειραψία δεν αποτύπωσε τόσο όμορφα τη συντροφικότητα και τη φιλία. Κι όλα αυτά με τη μορφή του αδικοχαμένου Ρίβερ Φοίνιξ να απομακρύνεται, σαν να χάνεται από την οθόνη. Το τέλος (οριστικά) τηςαθωότητας. -Η.Κ.
Κλαίμε ακόμη
Οταν η Βίκι Λέστερ (Τζούντι Γκάρλαντ) αποχαιρετά με μια βόλτα στην παραλία τον σύζυγο της Νόρμαν (Τζέιμς Μέισον), που μόλις έχει αυτοκτονήσει. Λίγο αργότερα θα συστηθεί ξανά στο κοινό της «Είμαι η κυρία Νόρμαν Μέιν». Στο «Ενα Αστέρι Γεννιέται» (1954).
Οι Γέφυρες Του Μάντισον
(The Bridges Of Madison County / 1995) του Κλιντ Ιστγουντ
Λοιπόν, τώρα που ο Κλιντ Ιστγουντ εγκατέλειψε την ηθοποιία, μπορώ επιτέλους να το πω: νομίζω ότι μετά τις «Γέφυρες Του Μάντισον» δεν έκανε ποτέ άλλη «ζευγαρωτή» ταινία για να μην απατήσει το τέλειο κινηματογραφικό του ταίρι-την πανέμορφη Φραντσέσκα της Μέριλ Στριπ. Η αλήθεια είναι ότι όσο έκπληκτη κι αν έμεινα μπροστά στα ανεκμετάλλευτα ρομαντικά του βάθη, δεν θα άντεχα να τον δω να ερωτεύεται άλλη γυναίκα. Ηθελα να τον θυμάμαι ώριμο και πανέμορφο, καθισμένο στο τραπέζι μιας νοικοκυράς κάπου στα βάθη της Αϊοβα, να πίνει μια παγωμένη μπίρα. Κι όταν αυτή σηκώνεται να απαντήσει το τηλέφωνο, πιθανότατα για να καθησυχάσει τον απόντα σύζυγό της ότι όλα βαίνουν καλώς στο ξεχασμένο αγρόκτημά τους, σκύβει αυθόρμητα και του στρώνει το γιακά, καθώς στέκεται όρθια πίσω του. Κι αφήνει το χέρι της να ξεκουραστεί για λίγο στο λαιμό του. Κι αυτός κλείνει τα μάτια του. -Δ. Π.
Οι Ομπρέλες Του Χερβούργου
(Les Parapluies De Cherbourg / 1964) του Ζακ Ντεμί
Η ανελέητη ομορφιά της Κατρίν Ντενέβ στα 21 της χρόνια είναι τόσο εκθαμβωτική που μερικές φορές απορώ πως δεν κλαίει καθημερινά μπροστά στον καθρέφτη, όταν σκέφτεται τα παλιά. Η απώλεια των νεανικών χαρακτηριστικών της θα πρέπει να ήταν εξίσου σκληρή με την απώλεια του πραγματικού έρωτα, δηλαδή ό,τι ακριβώς της συνέβη στις «Ομπρέλες του Χερβούργου». Με το πέρασμα του χρόνου, η ένεση εκθαμβωτικού χρώματος υπερίσχυσε της πικρής γεύσης που μου άφησε το καλοζυγισμένο φινάλε. Εκεί όμως κρύβεται τελικά η ιδιοφυϊα του επιφανειακά ανάλαφρου Ζακ Ντεμί. Δυο άνθρωποι πλασμένοι ο ένας για τον άλλο χωρίζουν λόγω ανωτέρας βίας: αυτός πάει στρατό κι αυτή παντρεύεται λόγω ανέχειας. Μετά το τέλος του πολέμου, όλα όσα τους χώριζαν μοιάζουν πλέον αμετακίνητα. Στην τελευταία σκηνή της ταινίας, τοποθετημένη σε ένα παγερό χιονισμένο φόντο, ξανασυνάντιουνται τυχαία για να αποχαιρετήσουν οριστικά την ευτυχία. «Οι άνθρωποι πεθαίνουν από έρωτα μόνο στις ταινίες», της είχε πει η μητέρα της πριν παντρευτεί τον πλούσιο αστό. Και πράγματι ο Ντεμί μας αποδεικνύει πέραν πάσης αμφιβολίας ότι η ζωή διαλέγει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες μαθαίνουμε να αγαπάμε και όχι εμείς. Εμείς απλώς μαθαίνουμε να ζούμε με τις επιλογές της. -Δ.Π.
Δαμάζοντας τα Κύματα (Breaking The Waves / 1996), Χορεύοντας Στο Σκοτάδι
(Dancer In The Dark / 2000) του Λαρς φον Τρίερ
Μια πρόχειρη και διόλου επιστημονική κατηγοριοποίηση των tearjerkers θα μπορούσε να τα κατατάξει σε δύο κατηγορίες: εκείνα που ανυπομονείς να τα ξαναδείς και να ξαναρίξεις μαύρο δάκρυ και εκείνα που, μετά το πρώτο τραύμα, αποφεύγεις όπως ο διάολος το λιβάνι. Βασιλιάς της δεύτερης κατηγορίας δεν είναι άλλος από τον Λαρς φον Τρίερ και τα δύο αντι-μελοδράματά του. Ο σαδιστής Δανός φορτώνει στις ηρωίδες του και μαζί σε μας το σταυρό ενός μαεστρικά οργανωμένου μαρτυρίου, που περιλαμβάνει απαραιτήτως σωματική μειονεξία, εκμετάλλευση από τρίτους και μια θυσία που λυγίζει τους ελάχιστους εναπομείναντες ψύχραιμους θεατές. Κορύφωση του συναισθηματικού σφυροκοπήματος, η αντίστροφη μέτρηση και το κύκνειο άσμα της Μπιορκ πριν την κρεμάλα στο «Χορεύοντας Στο Σκοτάδι», που αποκλείουν κάθε ελπίδα για τα λυτρωτικά δάκρυα που προσέφερε το θαυματουργό φινάλε του «Δαμάζοντας Τα Κύματα». -Κ.Σ.
Κεντρικός Σταθμός
(Central Do Brazil / 1998) του Βάλτερ Σάλες
Μια μεσήλικη γυναίκα που έχει ξεχάσει να ζει, ακίνητη στο πόστο της, γράφει και ταχυδρομεί τα γράμματα που της υπαγορεύουν οι αγράμματοι, αλλά εν κινήσει ταξιδιώτες που περνούν από τον κεντρικό σταθμό του Ρίο Ντε Τζανέιρο. Ενας ατυχής θάνατος θα τη βγάλει στον άγνωστο δρόμο και θα τη θέσει σε κίνηση, με πυξίδα και συνοδοιπόρο της έναν πεισματάρη πιτσιρικά που τολμά να ζήσει, αναζητώντας τον πατέρα που ποτέ δεν γνώρισε. Στο τέλος του ταξιδιού η Ντόρα της θεόσταλτης Φερνάρντα Μοντενέγκρο θα βρει μια καινούργια αρχή. Από εκεί σου υπαγορεύει το γράμμα που γράφει στον εαυτό της για όλα όσα της έχουν λείψει και το ταχυδρομεί κατευθείαν στην καρδιά σου, εκμαιεύοντας σιωπηλό χαμόγελο από τα χείλη και λυτρωτικά δάκρυα από τα μάτια.?Ι.Π.
Κλαίμε ακόμη Οταν ο Ράτσο (Ντάστιν Χόφμαν) γέρνει το κεφάλι του στο παράθυρο του λεωφορείου αποχαιρετώντας ήσυχος τον μοναδικό φίλο που έκανε ποτε (Γιον Βόιτ) και μαζί αυτόν τον κόσμο («Ο Καουμπόι Του Μεσονυχτίου»/1969)
Σινεμά Ο Παράδεισος
(Cinema Paradiso / 1988) του Τζουζέπε Τορνατόρε
To «Σινεμά ο Παράδεισος» σίγουρα δεν ήταν η πρώτη ταινία που είδα ποτέ μου, είναι όμως η πρώτη που θυμάμαι να βλέπω. Εκεί, μέσα από την ιστορία του νεαρού Σαλβατόρε και τη σχέση πατέρα-γιου που αναπτύσσει με τον μηχανικό προβολής Αλφρέδο, έμαθα -μαζί με τον μικρό- να αγαπώ το σινεμά ως έκφραση της ζωής. Η κορύφωση μιας ολόκληρης προσωπικής διαδρομής σε φλας μπακ έρχεται τη στιγμή που ο Σαλβατόρε παρακολουθεί την μπομπίνα με τα λογοκριμένα φιλιά, την οποία ο Αλφρέδο του άφησε ως τελευταίο δώρο (ένα τελευταίο φιλί;) μετά τον θάνατό του, και μαζί με αυτόν αδυνατώ κι εγώ να συγκρατήσω ένα γλυκόπικρο χαμόγελο συνοδευόμενο από πολλά, πολλά δάκρυα. Αλήθεια, θα μπορούσε να υπάρχει καλύτερη αφετηρία κινηματογραφικής μνήμης από αυτή τη σκηνή;-Θ.Δ.
Κλαίμε ακόμη
-Οταν ο Γιούρι Ζιβάγκο (Ομάρ Σαρίφ) τρέχει πίσω από ένα λεωφορείο για να προλάβει τη Λάρα (Τζούλι Κρίστι) αφήνοντας την τελευταία του επική ανάσα. Στο «Δρ. Ζιβάγκο» του Ντέιβιντ Λιν.
– Στο φινάλε του «Βig Fish» του Τιμ Μπάρτον (2003), όταν ο Γουίλ (Μπίλι Κρούνταπ) μεταφέρει τον πατέρα του (Αλμπερτ Φίνεϊ) στα χέρια, διασχίζοντας ένα δάσος από όλους τους ανθρώπους που τον γνώρισαν, τον πίστεψαν, τον αγάπησαν.
Imitation Of Life
/ 1959 του Ντάγκλας Σερκ
Το μελό που βγαίνει από τα χεράκια αυτού του πανούργου στυλίστα είναι χορταστικό σαν ένα υπερπολυτελές γεύμα, αισθαντικό σαν μεθυστικό άρωμα κι όμως ανάλαφρο σαν μαλλί της γριάς. Η ζωή μετά τις ταινίες του Ντάγκλας Σερκ είναι αδιανόητα μουντή, το σινεμά πεζό και η λογοτεχνία ελάχιστα Technicolor. Αρα το μόνο που μπορείς να κάνεις, είναι να δεις αμέσως άλλη μία ταινία του. Τίποτα, ωστόσο, δεν αγγίζει το μεγαλείο μιας πλατινέ Λάνα Τάρνερ να βρίσκει παρηγοριά στην αγκαλιά μιας αφράτης μαύρης μεσήλικης που μυρίζει σπιτικό ψωμί και χειροποίητα μπισκότα. Η Τάρνερ είναι μια φιλόδοξη χήρα που κάνει τα αδύνατα δυνατά για να φτάσει μέχρι την πόλη των θαυμάτων (βλέπε Χόλιγουντ). Η Χουανίτα Μουρ είναι μια έγχρωμη οικονόμος που μεταναστεύει από σπίτι σε σπίτι, όταν το κλίμα δεν σηκώνει πια την ιδιοσυγκρασιακή της κόρη. Η μικρή Σάρα Τζέιν είναι μαύρη με δέρμα λευκής που ξεγελάει τον κόσμο και μπερδεύει τον εαυτό της. Η σκηνή που ορμάει κλαίγοντας πάνω στο φέρετρο της μητέρας της, ζητώντας συγνώμη, ενώ άλογα σέρνουν την ασημοποίκιλτη νεκρική άμαξα, αποτελεί το απόγειο της δραματικής υπερβολής και της εκτός ορίων συγκίνησης. -Δ.Π.
Το Μυστικό Του Brokeback Mountain
(Brokeback Mountain / 2005) του Ανγκ Λι
Είτε βρίσκεσαι στο καλοκαίρι του 1963 στο Ουαϊόμινγκ, είτε στο καλοκαίρι του 2005 στην Αθήνα, το πνιγηρό συναίσθημα της εσωτερικής πίεσης έχει τις ίδιες επιπτώσεις… Σε μια χρονιά, άσχημη από κάθε άποψη για μένα, το «Βrokeback Μountain» προστέθηκε ως μια συμβολική προέκταση στο σωρό των απωλειών που δεν μπόρεσα να διαχειριστώ. Ισως ακόμα δεν έχω μπορέσει. Ωστόσο, η δραματική ιστορία ανεκπλήρωτου έρωτα και «ευτυχίας που άργησε μια μέρα», του Τζακ και του Ενις στην πλοκή της ταινίας του Ανγκ Λι, λειτουργεί πάντα ως μια σανίδα σωτηρίας, όταν το αναπάντητο ερώτημα εγείρεται κάθε φορά με μια άγρια αφορμή: πού στοιβάζονται τα συναισθήματα όταν δεν φτάνουν στους παραλήπτες τους; Κανένας, ποτέ δεν μπήκε στην άβατη χοάνη των χαμένων συναισθημάτων, δεν υπάρχουν μαρτυρίες από αυτή τη συγκλονιστική σπηλιά, μόνο αμίλητα δάκρυα και πόνος που δεν βρίσκει διέξοδο. Ο θάνατος του Χιθ Λέτζερ τρία χρόνια αργότερα φάνταζε σαν ειρωνεία που προστέθηκε σοκαριστικά στο μύθο της πρότυπης ιστορίας αγάπης ανάμεσα σε δύο ανθρώπους που δημιούργησε ο Λι ως ανοιχτό, παντοτινό τραύμα. Ο Τζέικ Τζίλενχαλ από την άλλη, δημιούργησε τον πιο συγκλονιστικό, εσωτερικό Τζακ στην ιστορία των Τζακ του κινηματογράφου.-Μ.Φ.






