Ο Μπομπ Χόσκινς άφησε την τελευταία του πνοή σε ηλικία 71 ετών από πνευμονία. Ο Βρετανός ηθοποιός του «Ποιος Παγίδευσε τον Ρότζερ Ράμπιτ» , που είχε προταθεί για Όσκαρ το 1987 για τη «Μόνα Λίζα» του Νιλ Τζόρνταν στο πλευρό των Μάικλ Κέιν και Ρόμπι Κολτρέιν είχε ανακοινώσει το 2012 ότι αποσύρεται από την ηθοποιία, αφού διαγνώστηκε με τη νόσο του Πάρκινσον, ενώ η τελευταία του κινηματογραφική εμφάνιση ήταν στο «Η Χιονάτη και ο Κυνηγός».
Γεννημένος στο Σάφολκ το 1942, ο Χόσκινς εγκατέλειψε το σχολείο σε ηλικία 15 ετών, παρόλο που τον διέκρινε πάθος για τη λογοτεχνία και το θέατρο. Τακτικός θαμώνας των λονδρέζικων σκηνών, από μικρός ονειρευόταν να ανεβεί στο σανίδι, ενώ έκανε διάφορες πρόχειρες δουλειές μέχρι το όνειρό του να γίνει πραγματικότητα σχεδόν κατά λάθος: συνοδεύοντας ένα φίλο του σε θεατρικές ακροάσεις, μπερδεύτηκε με τους διαγωνιζόμενους και βρέθηκε με ένα σενάριο στα χέρια να ακούει τη φράση «είσαι ο επόμενος». Μετά από μικρές θεατρικές εμφανίσεις άρχισε να δουλεύει στην τηλεόραση σε σειρές όπως το «Villains» και το «Thick as Τhieves», ενώ η -μέχρι το τέλος χαμηλών τόνων, αλλά σπουδαία- καριέρα του στη μεγάλη οθόνη άρχισε τη δεκαετία του ’70, όταν βρέθηκε στο πλάι του Ρίτσαρντ Ντρέιφους για το «Inserts» του Τζον Μπάιρουμ και σε ένα μικρότερο ρόλο στο «Royal Flash» του Ρίτσαρντ Λέστερ.
Ο Χόσκινς έγινε γνωστός από την εμβληματική γκανγκστερική ταινία «The Long Good Friday» το 1980, όπου πρωταγωνίστησε ως «Χάρολντ Σαντ» στο πλευρό της Έλεν Μίρεν, ενώ ακολούθησαν ταινίες όπως το «Cotton Club» του Κόπολα και το αριστουργηματικό «Brazil» του Τέρι Γκίλιαμ. Το 1986 πρωταγωνίστησε ως μικροαπατεώνας σε ακόμα μια βρετανική παραγωγή, τη «Μόνα Λίζα», σε μια εμφάνιση που εκθειάστηκε από την κριτική, βραβεύτηκε με τη Χρυσή Σφαίρα, το BAFTA, το βραβείο ανδρικής ερμηνείας στο φστιβάλ Καννών, ενώ απέσπασε και τη μοναδική του υποψηφιότητα για το βραβείο της Ακαδημίας.
Οι περισσότεροι τον θυμούνται πάντως ως ντετέκτιβ Έντι Βάλιαντ στο πρωτοποριακό για την εποχή του «Ποιος Παγίδευσε τον Ρότζερ Ράμπιτ» του Ρόμπερτ Ζεμέκις το 1988. Σε αυτό το υβριδικό μείγμα animation και live action ο Χόσκινς έμαθε, όπως έλεγε αργότερα, να γυρίζει μόνος του τις σκηνές προσπαθώντας να φανταστεί ότι έχει απέναντί του έναν πραγματικό συμπρωταγωνιστή: «Έμαθα να παίζω με παραισθήσεις κι όταν το κάνεις αυτό για οκτώ μήνες μετά είναι δύσκολο να το απαλλαχθείς».
Αγαπημένος καρατερίστας πια στο Χόλιγουντ κράτησε και το ρόλο του κ. Σμι στο «Hook» του Στίβεν Σπίλμπεργκ το 1991 και είκοσι χρόνια αργότερα στο τηλεοπτικό «Neverland», μια από τις τελευταίες εμφανίσεις του, μαζί και με το παραμυθένιο «Christmas Carol» (και πάλι του Ζεμέκις) και το κοινωνικό «Made in Dagenham». Συμμετείχε επίσης στο πολεμικό δράμα «Εχθρός προ των Πυλών» με τον Τζουντ Λο και τον Γιόζεφ Φάινς το 2001, δύο χρόνια μετά το υπέροχο «Ταξίδι της Φελίσια» του Ατόμ Εγκογιάν.
Στις δεκαετίες του ’80 και του ’90 έγινε παράλληλα γνωστός από τα διαφημιστικά που γύρισε για την εταιρεία τηλεπικοινωνιών ΒΤ, με τη χαρακτηριστική του φράση «It’s good to talk».
Παντρεμένος για δεύτερη φορά με τη Λίντα Μπάνγουελ και πατέρας τεσσάρων παιδιών, ο Χόσκινς δήλωνε το Μάιο του 2012: «Η υποκριτική είναι ακόμα το πάθος μου, αλλά προσπαθώ να δουλεύω πια λιγότερο. Όσο περισσότερο προσπαθείς να αποσυρθείς τόσες περισσότερες δουλειές σου προτείνουν. Έτσι είναι αυτός ο χώρος. Θα ήθελα να μένω σπίτι με τη γυναίκα μου, αλλά κι εκείνη δε με αφήνει να αποσυρθώ, με στέλνει να δουλέψω».
Σε κοινή δήλωση, η σύζυγός του και τα παιδιά του, Άλεξ, Σάρα, Ρόζα και Τζακ ανέφεραν: «Είμαστε συντετριμμένοι από την απώλεια του αγαπημένου μας Bob. Παρακαλούμε σεβαστείτε τη στιγμή και την επιθυμία μας για διακριτικότητα».






