Όταν η για 4 χρόνια καλλιτεχνική διευθύντρια του φεστιβάλ του Εδιμβούργου, Χάνα ΜακΓκιλ, ανακοίνωνε την παραίτησή της αμέσως μετά τη λήξη της περσινής διοργάνωσης, κανείς δεν υποψιαζόταν την βουτιά που θα έκανε ο θεσμός μέσα σε λίγους μόλις μήνες. Σε σχέση με άλλες χρονιές, ο «θόρυβος» που προκάλεσε το φεστιβάλ ήταν μηδενικός και η απογοήτευση σχεδόν χειροπιαστή, μετά από μια χρονιά ταραχώδη για τους διοργανωτές και μυστηριώδη για όλους τους υπόλοιπους.
Τα ανησυχητικά σημάδια φάνηκαν λίγες μόλις εβδομάδες μετά την αποχώρηση της ΜακΓκιλ, εξαιτίας της περίεργης απόφασης της διοικούσας εταιρείας να μην αναζητήσει αντικαταστάτη για την θέση, αλλά να την καταργήσει εντελώς σαν τίτλο και να ανακοινώσει την ριζική ανανέωση του θεσμού. Μετά από αρκετούς μήνες ασάφειας, ο Τζέιμς Μάλιγκαν ανακοινώθηκε τον περασμένο Δεκέμβριο ως ο παραγωγός της διοργάνωσης, ενώ η ηθοποιός Τίλντα Σουίντον, ο κριτικός κινηματογράφου και κινηματογραφιστής Μαρκ Κάζενς και η παραγωγός Λίντα Μάιλς ονομάστηκαν δημιουργικοί σύμβουλοι.
Όταν οι τελευταίοι αποχώρησαν από την διοργάνωση, έχοντας παραδώσει τις ιδέες και προτάσεις τους, ο Μάλιγκαν προβιβάστηκε στον ρόλο του διευθυντή (καθ’ όλα όμοιος με τον καλλιτεχνικό διευθυντή, άρα προς τι η προσπάθεια διαφοροποίησης;), κίνηση που οι ιθύνοντες ίδρωσαν να παρουσιάσουν ως προγραμματισμένη από πριν, κάτι όχι μόνο μη πειστικό, αλλά και προφητικά ενδεικτικό της σύγχυσης που επικρατούσε στα παρασκήνια του φεστιβάλ τότε και κυριάρχησε μέχρι το τέλος.
Η αμφιλεγόμενη φιγούρα του Τζέιμς Μάλιγκαν στην κεφαλή αυτής της προσπάθειας συγκέντρωσε τα περισσότερα βέλη της βιομηχανίας και του Τύπου. Πρώην επικεφαλής μιας ιστοσελίδας δικτύωσης για τον χώρο του κινηματογράφου, παραγωγός στη μουσική βιομηχανία και παλιότερα δημοσιογράφος τέχνης, ο Μάλιγκαν δεν ήταν καθόλου δημοφιλής από την αρχή στην κινηματογραφική κοινότητα (ακόμα και στο εσωτερικό του φεστιβάλ), η οποία δεν αποδέχτηκε ποτέ ότι έχει αναλάβει μια τόσο νευραλγική θέση ένας αουτσάιντερ – δεν βοήθησε η δήλωσή του ότι «δεν βλέπω 2 και 3 ταινίες στην μέρα, δεν είμαι ένας καλλιτεχνικός διευθυντής βουτηγμένος στο σινεμά».
Στους μήνες που προηγήθηκαν της επίσημης έναρξης, τα σχετικά με το φεστιβάλ άρθρα αναφέρονταν σχεδόν αποκλειστικά στις δυσοίωνες προβλέψεις και τις συγκεχυμένες πληροφορίες που προβλημάτιζαν βιομηχανία και κοινό. Οι φήμες οργίαζαν τόσο πολύ που ο ίδιος ο Μάλιγκαν αναγκάστηκε να γράψει μια ανοιχτή επιστολή τον Απρίλιο για να καθησυχάσει κοινό και δημοσιογράφους – ίσως το πιο ανησυχητικό σημάδι όλων.
Αυτό που ακολούθησε, όμως, ήταν ακόμα χειρότερο, αφού πολλά μέσα δεν μπήκαν καν στον κόπο να καλύψουν την διοργάνωση: η μοναδική αναφορά της Guardian μιλούσε για τους αδέξιους χειρισμούς και το φοβερά αδύναμο πρόγραμμα· ο συνήθης απεσταλμένος του περιοδικού Empire, Ντέιμον Γουάιζ, έγραψε στο Twitter ότι απέχει για φέτος και θα παρευρεθεί του χρόνου μόνο «αν έχουν αξιοπρεπείς ταινίες και έναν κανονικό καλλιτεχνικό διευθυντή».
Το τελικό αποτέλεσμα ήταν ένα θλιβερό θέαμα για τα περασμένα μεγαλεία της διοργάνωσης, αφού οι δραματικές περικοπές στον προϋπολογισμό έφεραν ριζοσπαστικές αλλαγές που στην πλειοψηφία τους έχασαν τελείως το στόχο τους. Οι πρεμιέρες μόλις ξεπέρασαν τις 60, με τις κάποιες αξιόλογες ταινίες να συνυπάρχουν με πολλές ταινίες που έχουν ήδη κάνει τον γύρο των φεστιβάλ, ενώ αναμενόμενοι και αυτονόητοι τίτλοι, όπως τα «We need to talk about Kevin» και «The Tree of Life», περιέργως απουσίαζαν. Η επίσημη συνεργασία στο τμήμα των ντοκιμαντέρ με το Sheffield Doc/Fest, που ξεκινά λίγες μέρες νωρίτερα, σήμαινε ότι το Εδιμβούργο φιλοξένησε ταινίες που είχαν ήδη παιχτεί στο Σέφιλντ, κάτι που ωφέλησε τρομερά το κύρος του τελευταίου και έπληξε σαφώς το προφίλ του Εδιμβούργου ως της πιο σημαντικής πλατφόρμας ανάδειξης ταινιών στην Βρετανία. Τα βραβεία του φεστιβάλ, ανάμεσά τους και το πολύτιμο για νέους κινηματογραφιστές βραβείο Μάικλ Πάουελ, καταργήθηκαν τελείως, δεν υπήρχε ταινία λήξης, επίσημες πρεμιέρες και κόκκινα χαλιά, ούτε καν αφίσα (!).
Αντίθετα, το φεστιβάλ παρουσίασε πλείστες παράλληλες εκδηλώσεις (ομιλίες επιστημόνων, 24ωρα ντιμπέιτ, εναλλακτικές περφόρμανς, υπαίθριες προβολές, δρώμενα σε γκαλερί), συμπαθητικές θεωρητικά ιδέες, που όμως παραγκώνισαν τις ίδιες τις ταινίες από την κεντρική σκηνή και δημιούργησαν γκρίνιες: το ρεζουμέ του φεστιβάλ, η φράση «πιο πολύ συζητάνε για ταινίες στο Εδιμβούργο παρά τις βλέπουν».
Άλλη μία προβληματική στην εφαρμογή της ιδέα ήταν αυτή των γκεστ επιμελητών προγράμματος (με τον τίτλο «All that heaven allows»), με τις τελικές επιλογές να μοιάζουν τυχαίες και ασύνδετες, ενώ οι ίδιοι οι επιμελητές (Γκας Βαν Σαντ, Άλαν Γουόρνερ, Τζιμ Τζάρμους, Απιτσατπονγκ Βιρασετάκουν και άλλοι) δεν επισκέφτηκαν καν το Εδιμβούργο για να παρουσιάσουν τις επιλογές τους, καταστρέφοντας ό,τι μομέντουμ δημιούργησε η αρχική ανακοίνωση της συμμετοχής τους.
Θεωρείται αναμενόμενο ότι ο Μάλιγκαν δεν θα συνεχίσει στο συγκεκριμένο πόστο, παρόλο που ο ίδιος δήλωσε ότι θα κάνει εκ νέου αίτηση για την θέση, όταν ξεκινήσει η (προγραμματισμένη εδώ και καιρό) διαδικασία επιλογής του επικεφαλής της 66ης διοργάνωσης. Συζητείται επίσης η μετακίνηση του φεστιβάλ τον Αύγουστο, μήνα που παραδοσιακά λάμβανε χώρα, παράλληλα με το Edinburgh Fringe, το μεγαλύτερο φεστιβάλ τεχνών παγκοσμίως. Θα μπορέσει να επιβιώσει μια τέτοια κίνηση, δεδομένου του τεράστιου ανταγωνισμού από όλα τα δρώμενα που πλημμυρίζουν την πόλη εκείνη την περίοδο; Το μόνο σίγουρο είναι ότι δύσκολα η επόμενη διοργάνωση θα είναι μια τόσο μεγάλη αποτυχία όσο η φετινή.
Χριστίνα Λιάπη






