• ΝΕΑ
  • ΤΑΙΝΙΕΣ
  • ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
  • ΠΡΟΣΕΧΩΣ
  • ΝΥΧΤΕΣ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ
  • ATHENS OPEN AIR
  • ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ

  • AIFF 2026
  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
  • ΑΤΖΕΝΤΑ
NEWSLETTER
Οι Νύχτες μας πλησιάζουν! Όλα τα νέα του 32ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας Νύχτες Πρεμιέρας εδώ

Do It Yourself

16 Σεπ 2008 | Νέα | 0 comments

Λίγο πριν ο όρος «ανεξάρτητο σινεμά» χάσει εντελώς το νόημά του, ένα νέο κινηματογραφικό ρεύμα εμφανίστηκε από το πουθενά για να χαλάσει την ηρεμία όσων πίστευαν ότι είχαν πια ξεμπερδέψει με τα νέα κινηματογραφικά ρεύματα.
Συντάκτης: Cinemagazine Team
ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ

Λίγο πριν ο όρος «ανεξάρτητο σινεμά» χάσει εντελώς το νόημά του, ένα νέο κινηματογραφικό ρεύμα εμφανίστηκε από το πουθενά για να χαλάσει την ηρεμία όσων πίστευαν ότι είχαν πια ξεμπερδέψει με τα νέα κινηματογραφικά ρεύματα. Το 14ο διεθνες φεστιβαλ κινηματογραφου της aθηνας conn-x ανοίγει το κεφάλαιο DIY και δημiουργεί ένα ειδικό αφιέρωμα για μια νέα γενιά δημιουργών που επιμένουν να είναι ανεξάρτητοι.


Μετά-ανεξάρτητο, νέο-ανεξάρτητο, generation DIY, «mumblecore», «bedhead cinema», «Slackavettes» ή κάτι άλλο που δεν το έχουμε ακόμα ονομάσει; Δύσκολο εξάλλου να βρεις όνομα σε ένα κίνημα που δεν είναι καν κίνημα, σε μια σχολή που δεν έχει τα χαρακτηριστικά της σχολής, σε μια ομάδα που δεν λειτουργεί ως ομάδα. Οπως και να χει, το Φεστιβάλ μάζεψε εννέα τέτοιες φετινές ταινίες, κάλεσε τους δημιουργούς τους κι ανοίγει μια συζήτηση, αναζητώντας τα όρια του νέου αυτού ρεύματος που παρεξηγήθηκε πριν καν γεννηθεί και του οποίου ο θάνατος υποτίθεται ότι έχει ήδη πιστοποιηθεί. Εμείς στο Φεστιβάλ θα ονομάσουμε αυτές τις ταινίες DIY (Do It Yourself, αυτοσχέδιες δηλαδή) και θα επιχειρήσουμε να μάθουμε τι ακριβώς θέλουν οι δημιουργοί τους.


Ολα άρχισαν το 2002 με το «Funny Ha Ηa» του Αντριου Μπουτζάλσκι, μια ταινία που κόστισε ελάχιστα χρησιμοποιώντας υλικά που μέχρι τότε πετούσαν στα σκουπίδια. Οι τεχνικές ατέλειες (κυρίως οι φωτιστικές) είναι κραυγαλέες, ενώ η λογοδιάρροια και οι βασανιστικές εμμονές των 25άρηδων ηρώων κουράζουν ακόμα και τους πιο ανθεκτικούς θεατές. Κι όμως η ταινία υμνήθηκε κι ο Μπουτζάλσκι άκουσε (ούτε ο ίδιος δεν το πίστευε βέβαια) να τον ονομάζουν «νέο Κασσαβέτη». Ο νεαρός Αμερικανός σκηνοθέτης, ωστόσο, δεν ήταν ο πρώτος που ξεκίνησε αυτό το ρεύμα ούτε θα πρέπει να πιστεύουμε ότι η Αμερική είναι η μοναδική κοιτίδα του. Την επομένη τριετία, πάντως, αρκετοί νέοι σκηνοθέτες γύρισαν τις πρώτες τους ταινίες με τον ίδιο DIY τρόπο και καταπιάστηκαν με τα ίδια περίπου θέματα: ο Τζό Σουάνμπεργκ («Κissing On The Μouth»/2005), οι αδελφοί Τζέι και Μαρκ Ντιπλά («Τhe Puffy Chair»/2005), ο Ααρον Κατζ («Dance Ρarty»/2005). Ελάχιστοι είδαν αυτές τις ταινίες, αρκετοί όμως τις τίμησαν με υπερθετικούς χαρακτηρισμούς. Το φεστιβάλ του Σάντανς κόντρα στην «ανεξάρτητη» σημαία του, ωστόσο, κρατούσε κλειστές τις πόρτες του κι έτσι αυτές οι ταινίες κατευθύνθηκαν σε μικρότερα φεστιβάλ και κυρίως στο South by Southwest στο Οστιν του Τέξας (γνωστό με τα αρχικά «SΧSW») που γρήγορα αναδείχθηκε στην νέα Μέκκα των ανεξάρτητων.


Τότε ακούστηκαν για πρώτη φορά και οι όροι «mumblecore» (από το μουρμουρητό – mumble – των ηρώων που νομίζεις ότι συνεχώς μασάνε τα λόγια τους), «slackavettes» (ως φόρος τιμής στον πάπα των ανεξάρτητων, Τζον Κασσαβέτη) και «bedhead cinema». Οι ταινίες αυτής της πρώτης τριετίας- έστω τετραετίας- είχαν πολλά κοινά. Οι βασικοί της αρχικής ομάδας μάλιστα (Μπουτζάλσκι, αδελφοί Ντιπλά, Σουάνμπεργκ, Κατζ) βοηθούσαν ο ένας τον άλλο στην ολοκλήρωση των ταινιών τους: Ο Τζο Σουάνμπεργκ δήλωσε ότι γύρισε το «Κissing On The Μouth» ως απάντηση στο «Funny Ha Ηa» του Μπουτζάλσκι, ενώ πρωταγωνιστούσε στο «Quiet City» του Ααρον Κατζ, ο οποίος με τη σειρά του μόνταρε το τρέιλερ της επόμενης ταινίας του Σουάνμπεργκ «Ηannah Take The Stairs» στην οποία πρωταγωνιστούσε ο Μπουζάλσκι και ο Μαρκ Ντιπλά σεναριογράφος και παραγωγός μιας ακόμα ταινίας του κινήματος, του «Ρuffy Chair».


Οι υπερβολές που ακολούθησαν ήταν αναμενόμενες: Τα σινεφίλ blog γέμισαν με βιαστικές εξυπνακίστικες αναλύσεις για «την ελπίδα του παγκόσμιου σινεμά» και τα παράλληλα, εναλλακτικά, προγράμματα των φεστιβάλ άρχισαν να σερβίρουν με αυταρέσκεια την εν λόγω ελπίδα σαν να επρόκειτο για τη νέα nouvelle vague. Σχεδόν ταυτόχρονα άρχισε και η αποκαθήλωση. Με την ίδια υπερβολή, ανήσυχοι bloggers αλλά και επαγγελματίες δημοσιογράφοι βιάστηκαν να ομαδοποιήσουν το -ούτως ή άλλως ασαφές και αδιαμόρφωτο- κινηματογραφικό ρεύμα και το χτύπησαν αλύπητα. Το λάθος τους, πιστεύω, είναι ότι εστίασαν στην (όντως βαρετή και μονότονη) θεματική ορισμένων από αυτές τις ταινίες, υποβαθμίζοντας τη δυναμική της ανεξαρτησίας τους. Επίσης δεν πρόλαβαν να δουν ότι πίσω από τον Μπουτζάλσκι και την παρέα του ακολουθούσε ένας ολόκληρος στρατός νέων σκηνοθετών που άρχισε να καταπιάνεται με εντελώς διαφορετικά θέματα. Εδώ και δυο ή τρία χρόνια, ζητούμενο δεν είναι πλέον η αυτοαναφορικότητα και η ομφαλοσκόπηση των νευρωτικών 25χρονων Αμερικανών, αλλά η διεύρυνση της κινηματογραφικής ανεξαρτησίας.


Η κύρια αντίληψη ότι αυτές οι ταινίες βασικά ακολουθούν δύο λευκούς και νάρκισσους hipsters σε 90 λεπτά επιφανειακής εξερεύνησης των προσωπικών τους προβλημάτων (όπως πολύ σωστά έγραψε ο Λουκάς Κατσίκας στο τεύχος 196) αρχίζει να συνθλίβεται με μια σειρά ταινιών που ακολουθούν εντελώς διαφορετική κατεύθυνση. Το «Ρretty in The Face», για παράδειγμα, που παίξαμε πέρυσι στο Διαγωνιστικό Τμήμα του Φεστιβάλ, δείχνει έναν υπέρβαρο έφηβο να ερωτεύεται μια 26χρονη κοπέλα κι είναι ότι πιο μη-mumblecore μπορεί κανείς να φανταστεί.


Το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Μπάρι Τζένκινς «Μedicine for Μelancholy», («Το Παυσίπονον») που θα δούμε φέτος στο αφιέρωμά μας, πλησιάζει το πνεύμα του Κασσαβέτη περισσότερο από οποιαδήποτε δουλειά του Σουάνμπεργκ ή του Μπουτζάλσκι κι απελευθερώνει το mumblecore από τη μανιέρα των πρώτων δειγμάτων του, απαντώντας σε πολλές από τις επικριτικές φωνές. Το πρωταγωνιστικό ζευγάρι είναι μαύροι και μέσω αυτού ο Τζένκινς εξερευνά τις διαφυλετικές ισορροπίες σε μια κοινωνία με άνιση εκπροσώπηση των μειονοτήτων. Η ταινία μετατρέπει την πόλη του Σαν Φρανσίσκο σε ξεχωριστό ήρωα και μιλάει για την ερωτική ταυτότητα και τις κοινωνικές και φυλετικές ανισότητες.


Κι αν το «Μedicine For Μelancholy» είναι ενδεχομένως η απολύτως εξέχουσα ταινία του είδους, έχει ήδη πάψει να αποτελεί την εξαίρεση. Στο «Ρaper Covers Rock» («Πέτρα Ψαλίδι Χαρτί») του Τζο Μάτζιο πρωταγωνιστεί μια καταθλιπτική μητέρα που μετά από απόπειρα αυτοκτονίας χάνει την κηδεμονία του παιδιού της και αναγκάζεται να συγκατοικήσει με την αυστηρή αδελφή της, γεγονός που χειροτερεύει την κατάσταση.


Συγκεντρώνοντας αυτές -και μερικές ακόμα- ταινίες στο φετινό μας Φεστιβάλ, θέλουμε να δείξουμε την πολυπλοκότητα και τη θεματική ποικιλία ενός νέου ρεύματος που στην πραγματικότητα δεν έχει παρά ένα μόνο χαρακτηριστικό: την καθαρή ελευθερία της ανεξαρτησίας του.


Το DIY βέβαια δεν είναι αποκλειστικότητα της Αμερικής. Στην Ευρώπη, οι δημιουργοί που βαρέθηκαν να περιμένουν τις επιχορηγήσεις των, κατά τόπους, Κέντρων Κινηματογράφου και των παραγωγών που επιμένουν στο «νέο εμπορικό» σινεμά, απλώς παίρνουν μια ψηφιακή κάμερα και γυρίζουν τις ταινίες που θέλουν. Μια τέτοια περίπτωση είναι η ηθοποιός Ισίλντ Λε Μπεσκό για την οποία φυλάξαμε μια ξεχωριστή θέση μέσα στο DIY φετινό μας αφιέρωμα (αναλυτικό άρθρο στην σελίδα 54). Η πανέμορφη 26χρονη Γαλλίδα εδώ και πέντε χρόνια γυρίζει μόνη της ταινίες, εντελώς χειροποίητες, αδιαφορώντας πλήρως για τον καθωσπρεπισμό του επίσημου σινεμά.


Ανάλογες περιπτώσεις έχουν εμφανιστεί, την τελευταία πενταετία, στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες. Το 2002 μάλιστα, χρονιά που ο Μπουτζάλσκι γύρισε το «Funny Ha Ηa», στην Ελβετία ο νεαρός Βανσάν Πλις, αφού είχε απορριφθεί από τα επίσημα κινηματογραφικά κέντρα, πήρε τους φίλους του και μέσα σε ένα μόνο Σαββατοκύριακο (sic) γύρισε την πρώτη του ταινία, το «Οn Dirait Le Sud». Ενας χωρισμένος πατέρας εισβάλει ξαφνικά στο εξοχικό σπίτι της πρώην συζύγου του διεκδικώντας μερίδιο σε μια χαμένη (ή ίσως ανύπαρκτη) οικογενειακή ευτυχία. Εκ των υστέρων η ταινία θεωρήθηκε αποκάλυψη και τιμήθηκε με το βραβείο καλύτερης ελβετικής παραγωγής της χρονιάς. Μόλις πριν δύο χρόνια, το 2006, ο γάλλος ηθοποιός Μελβίλ Πουπό θα γύριζε ένα προσωπικό ημερολόγιο με τον τίτλο «Μelvil» για να συμμετάσχει στο Δεκαπενθήμερο Των Σκηνοθετών στο Φεστιβάλ των Καννών και να κερδίσει μία θέση στο γαλλικό avant – garde. Αφού προηγουμένως είχε περάσει από το Φεστιβάλ μας για να μας δείξει αποκλειστικά ένα μέρος του.Δεν είναι παράξενο που καμιά φορά τα καλλιτεχνικά κινήματα γεννιούνται ταυτόχρονα σε διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές και χωρίς οι πρωτεργάτες τους να γνωρίζονται μεταξύ τους;


Στην Ελλάδα ένας από τους πρώτους DIY δημιουργούς ήταν o Ρένος Χαραλαμπίδης που το 1997 παρουσίασε το – όνομα και πράγμα – «Νo Budget Story», κερδίζοντας βραβεία και θαυμαστές. Το 1999 ο Πάνος Χ. Κούτρας γύρισε χωρίς καμία υποστήριξη την «Επίθεση Του Γιγαντιαίου Μουσακά», η οποία έκανε πρεμιέρα στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας, κυκλοφόρησε στις αίθουσες της Γαλλίας και της Ιαπωνίας και θεωρείται πλέον καλτ. Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές έχει μόλις ολοκληρώσει την εξ ολοκλήρου DIY, τρίτη μεγάλου μήκους ταινία του με τίτλο «Στρέλλα». Με τον ίδιο περίπου τρόπο γυρίστηκε και το πολύχρωμο παρεϊστικο μιούζικαλ «Ρolaroid» του Αγγελου Φραντζή (2000) o οποίος επίσης ολοκλήρωσε φέτος το «Κόκκινο Σπίτι Μέσα Στο Δάσος» που, παρ όλη την ύπαρξη παραγωγής, τον βρήκε με μικρό συνεργείο σε αυτοσχέδια γυρίσματα στην ελληνική επαρχία, το ασπρόμαυρο και προκλητικό «Σπιρτόκουτο» (2002) του Γιάννη Οικονομίδη, ο χειροποίητος φόρος τιμής του Γιώργου Νούσια στις ταινίες με ζόμπι με τίτλο «Το Κακό» (2005), το «Κλαις;» (2003) και το «Ροζ» (2006) του κατεξοχήν πολυμορφικού καλλιτέχνη DIY Αλέξανδρου Βούλγαρη, το σαρωτικά επιτυχημένο παρά το μέγεθος του, «Τσίου» του Μάκη Παπαδημητράτου και άλλα σε μία λίστα που φέρνει φέτος στο πρόγραμμα του Φεστιβάλ τον Ανέστη Χαραλαμπίδη με το video diary ενός ανθρώπου που ταξίδεψε στο θάνατο και πάλι πίσω στο «Εcce Μomo».


Πέντε ή έξι χρόνια μετά την πρώτη του εμφάνιση το νέο κι (εμείς επιμένουμε) υπό διαμόρφωση κινηματογραφικό ρεύμα επαναφέρει τον κασσαβετικό αυτοσχεδιασμό και την αυθάδεια της δεκαετίας του 60. Τολμά να μιλήσει για τα αδιέξοδα των σχέσεων με τον, υποτιθέμενα βαρετό ευρωπαϊκό τρόπο- που σημαίνει πολλά λόγια, πολλές αναλύσεις, πολλή αγωνία, αλλά και πολλή ουσία και αλήθεια. Δεν ντρέπεται να δείξει ότι έλκεται από σκηνοθέτες άλλων εποχών – σαν τον Ρομέρ ας πούμε- την ώρα που το ανεξάρτητο σινεμά ζει στον εντυπωσιασμό του μοντάζ και των σοκαριστικών θεμάτων.


Με το αληθινό ανεξάρτητο σινεμά να συρρικνώνεται χρόνο με το χρόνο και το φεστιβάλ του Σάντανς να έχει εκφυλιστεί σε προθάλαμο του Χόλιγουντ, όπου νεαροί δημιουργοί παρουσιάζουν τις ταινίες τους περιμένοντας ένα συμβόλαιο με το Χόλιγουντ (βλ. «Juno»), αυτό το νέο DIY κίνημα έρχεται να καλύψει ένα κενό. Μακριά από την ανειλικρινή απάτη ενός Δόγματος, έξω από το κύκλωμα των στούντιο, δίχως κανέναν να παρεμβαίνει στη δημιουργική διαδικασία και με κόστος τόσο εξευτελιστικά χαμηλό που δεν οδηγεί σε άγχη για έσοδα ή διανομή, οι ταινίες αυτές διαθέτουν όλες τις αρετές μιας φανζίν έκδοσης: τη φρέσκια ματιά, την ανεξάρτητη διάθεση, και την αίσθηση πως πρόκειται για μια -όλο και μεγαλύτερη- παρέα ανθρώπων που απλά κάνουν σινεμά επειδή στ αλήθεια το γουστάρουν.


8 τρόποι για να το «κάνεις μόνος σου»
Οι ταινίες του αφιερώματος


«Μedicine For Μelancholy» του Μπάρι Τζένκινς (2008)
Στο Σαν Φρανσίσκο, την αμερικανική πόλη με το μικρότερο αναλογικά πληθυσμό μαύρων, ένα νεαρό ζευγάρι Αφροαμερικάνων ξυπνούν το πρωί στο ίδιο δωμάτιο μετά από ένα one night stand και περνούν τις επόμενες ώρες εξερευνώντας τις κρυφές γωνίες της πόλης και ανακαλύπτοντας στην πορεία τους εαυτούς τους.


«Νights & Weekends» των Τζο Σουάνμπεργκ και Γκρέτα Γκέργουιγκ (2008)
Καταγραφή σχέσης εξ αποστάσεως, η νέα ταινία του παραγωγικότερου των DIY δημιουργών ακολουθεί την ιστορία του Τζέιμς και της Μάτι, και του πώς η κάθε τους συνάντηση μετατρέπεται σε υπενθύμιση όλων όσων τους χωρίζουν κι όχι όσων τους ενώνουν.



«Woodpecker» (2008) του Αλεξ Καρπόφσκι
Μπλέκοντας τα όρια πραγματικότητας και μυθοπλασίας και συνδυάζοντας αφηγηματικές τεχνικές και την κωμωδία με την τραγωδία, αυτό το ιδιότυπο docu-fiction ακολουθεί την προσπάθεια ενός λάτρη πτηνών να βρει ένα σπάνιο είδος τρυποκάρυδου που θεωρείτο πως έχει εκλείψει.


«Ρaper Covers Rock» (2008) του Τζο Μάτζιο
Μετά την έξοδό της από το ψυχιατρείο όπου πέρασε ένα μήνα κατόπιν απόπειρας αυτοκτονίας, η Σαμ προσπαθεί να χτίσει ξανά τη ζωή της με τη βοήθεια της αδερφής της. Κίνητρό της, το να μπορέσει να επανορθώσει τη διαλυμένη σχέση με την επτάχρονη κόρη της.


«Demi-Τarif» (2003) της Ισίλντ Λε Μπεσκό
Χαρακτηρισμένο από τον Κρις Μαρκέρ ως το «Βreathless» της γενιάς του, το ντεμπούτο του παιδιού-θαύματος του γαλλικού σινεμά είναι γυρισμένο στο διαμέρισμα που η ίδια μεγάλωσε και ακολουθεί τη ζωή τριών παιδιών που η μητέρα τους έχει ουσιαστικά εγκαταλείψει.


«Le Μarais» (2005) της Ισίλντ Λε Μπεσκό
Η Ισίλντ Λε Μπεσκό μας ξεναγεί στην αγαπημένη της περιοχή, συστήνοντάς μας τη γειτονιά της και τους χαρακτήρες που την κατοικούν, μέσα από ένα διαφορετικό και ιδιαίτερα προσωπικό ντοκιμαντέρ.


«Charly» (2007) της Ισίλντ Λε Μπεσκό
Στη νέα της ταινία η Λε Μπεσκό περιγράφει τη γλυκιά και αναπάντεχη φιλία που αναπτύσσεται ανάμεσα σε ένα 14χρονο αγόρι και την ιδιόμορφη Σαρλί, μια νεαρή γυναίκα που συναντά στο ταξίδι του.


«Εcce Μomo» (2008) του Ανέστη Χαραλαμπίδη
Φανταστικό και άκρως πειραματικό βίντεο-ημερολόγιο ενός ανθρώπου που σώθηκε κατά λάθος από την αυτοκτονία, με τον θεατή αντιμέτωπο με όσα συνέβησαν (στην πραγματικότητα ή στην φαντασία) τον χρόνο που ο Μόμο βρέθηκε στην «άλλη πλευρά». Φτιαγμένο εξ ολοκλήρου δια χειρός Χαραλαμπίδη.

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ