Ίσως έξω από τις ΗΠΑ η Κλόρις Λίτσμαν δεν ήταν τόσο γνωστή. Για την ακρίβεια βέβαια υπάρχουν, τουλάχιστον, δύο ρόλοι που γνωρίζουμε καλά: Αυτόν της Ρουθ στην «Τελευταία Παράσταση» του Μπογκντάνοβιτς, την μεγαλύτερη ίσως ταινία χαμένης διασημότητας (σήμερα) από την δεκαετία του ’70, που της απέφερε και το Όσκαρ Β’ Γυναικείου και, αναπόφευκτα, αυτόν της Φράου Μπλούχερ από το «Φρανκενστάιν Τζούνιορ» του Μελ Μπρουκς που κανείς, πόσο μάλλον ο Μελ, δεν θα ξεχάσει ποτέ.
Such sad news—Cloris was insanely talented. She could make you laugh or cry at the drop of a hat. Always such a pleasure to have on set. Every time I hear a horse whinny I will forever think of Cloris’ unforgettable Frau Blücher. She is irreplaceable, and will be greatly missed.
— Mel Brooks (@MelBrooks) January 27, 2021

Με τον Μπρουκς η Λίτσμαν συνεργάστηκε ξανά στο «χιτσκοκικό» του «High Anxiety» και στην «Ιστορία του Κόσμου», η καριέρα της όμως στο σινεμά, παρότι εκτείνεται σε 65 (!) χρόνια, υπήρξε σποραδική. Ωστόσο από τα νεανικά της χρόνια έχει ένα πέρασμα από το «Kiss me Deadly» του Όλντριτς (ντεμπούτο), εμφανίζεται στο «Rack» με τον Πολ Νιούμαν (θα τον ξαναβρεί χρόνια μετά στους «Δύο Ληστές» του Τζορτζ Ρόι Χιλ), είναι και σε άλλες ταινίες του Μπογκντάνοβιτς (τυπικά, δραματικά, άγνωστες σήμερα – την «Νταίζη Μίλερ» και το ατυχές σίκουελ της «Τελευταίας Παράστασης», «Texasville» (1990)), στο «Muppet Movie» και, στα νεότερα χρόνια, στην «Μουσική της Καρδιάς» του Κρέιβεν ή στο «Spanglish» του Τζέιμς Λ. Μπρουκς (που έπρεπε να είναι γνωστότερο – υποψήφια εδώ από την Ένωση των Ηθοποιών). Στο 21ο αιώνα πάντως η παρουσία της στο σινεμά είναι περίπου ετήσια, σε ρόλους και ταινίες όμως κάθε άλλο παρά αλησμόνητες.
Η μεγάλη εποχή για το κορίτσι από το Ντε Μόιν της Άιοβα, που ξεκίνησε από καλλιστεία της Μις Αμέρικα, γρήγορα ανήλθε όμως σε υποτροφίες στο Northwestern και σπούδασε στο Άκτορς Στούντιο υπό τον Καζάν, ήρθε «αργά», στα 40 της, και ήρθε στην τηλεόραση, μετά πάντως από δύο ειδών αποστροφές καριέρας. Μία εκτενέστερη στο θέατρο, με παρουσία και στο Μπρόντγουεϊ. Σε μια περίπτωση μάλιστα, στο «Όπως Σας Αρέσει», δίπλα στην Κάθριν Χέμπορν, που την ζήτησε ειδικά, το όνομά της ακούστηκε ελπιδοφόρα. Και σε μία ακόμα όταν συζητήθηκε έντονα να πάρει τον ρόλο στα «Φώτα της Ράμπας» του Τσάπλιν, έχασε όμως από την Κλερ Μπλουμ. Ίσως εδώ χάθηκε το εισιτήριο της κινηματογραφικής ζωής.
Η ζωή την ήθελε αλλού, θριαμβεύτρια εκεί. Στην τηλεόραση η Λίτσμαν, μετά από μια αθόρυβη καριέρα σε πασίγνωστες (στην Αμερική) σειρές, όπως το «Gunsmoke», η «Λάσι», το «Alfred Hitchcock Presents», το «Rawhide», οι «Αδιάφθοροι», η «Ζώνη του Λυκόφωτος» (σε όλες πλην της «Λάσι», με ρόλους-επεισοδίου), αρχής γενομένης από το σόου της Μαίρη Τάιλερ Μουρ το 1970, σάρωσε. Στα επόμενα 50 χρόνια θα έπαιρνε 22 υποψηφιότητες και 8 βραβεία Έμμυ, με μόνο την Τζούλια Λούις Ντρέιφους να την ισοφαρίζει σε βραβεία. Μόνο στο 21ο αιώνα, ήδη στα προχωρημένα 70 της, και ενώ ήταν σχεδόν κάθε χρόνο και σε κινηματογραφικές παραγωγές, η Λίτσμαν πήρε 9 υποψηφιότητες και 2 βραβεία. Θρύλος.
Πρόσωπο οικείο για το αμερικανικό κοινό, ο Λίτσμαν αφήνει πίσω μια παρακαταθήκη επιπέδου Λουσίλ Μπολ, Κάρολ Μπερνέτ και Ντόρις Ντέι (χωρίς την κινηματογραφική αίγλη της τελευταίας, ΑΛΛΑ με Όσκαρ), μιας προσωπικότητας-στυλοβάτη του αμερικανικού οικιακού και οικείου θεάματος. Μαζί της κλείνει ένα ακόμα κεφάλαιο μιας εποχής σημαδιακής για την κοινωνία της χώρας της.
Ελαφρύ το χώμα.






