«Πάνω σε μια ταράτσα στο κέντρο της πόλης, το Cine Paris βρίσκεται σε έναν κήπο κάτω από τη σκιά της Ακρόπολης, με θέα που απλώνεται πέρα από την οθόνη πάνω από τα τρεμάμενα φώτα της πόλης».
Κάπως έτσι περιγράφει στο κινηματογραφικό blog του «Guardian» η Ιρλανδή κειμενογράφος και μπλόγκερ Κάιτ Πάουερ τον αγαπημένο θερινό κινηματογράφο στην οδό Κυδαθηναίων, στην Πλάκα.
«Στο Cine Paris το θέμα είναι η νοσταλγία και το σκηνικό. Στην καρδιά της Πλάκας, το ιστορικό τουριστικό κέντρο της Αθήνας. Είναι μόλις λίγα λεπτά με τα πόδια από το μετρό, πάνω από πολυσύχναστα μπαρ, ταβέρνες και ζαχαροπλαστεία».
Πριν από μερικούς μήνες το Σινέ Θησείον έγινε διάσημο, όταν συμπεριλήφθηκε από το CNN ανάμεσα στους «10 πιο κουλ κινηματογράφους του πλανήτη» και μάλιστα στην πρώτη θέση. Σήμερα ο βρετανικός Guardian δίνει χώρο σε μια παρουσίαση αφιερωμένη σε έναν άλλο παράδεισο κινηματογραφικής νοσταλγίας.
«Αν και υπάρχει ένα ακόμα πιο φημισμένο υπαίθριο σινεμά από την άλλη πλευρά της Ακρόπολης, το Cine Paris έχει τη δική του γοητεία. Στο ντεκ του απλώνονται καρέκλες βεράντας και μικρά τραπεζάκια να ακουμπήσει κανείς μια κρύα μπίρα, ένα ποτήρι κρασί ή τα ποπ κορν κι αναρριχόμενα φυτά μαζί με εποχιακά λουλούδια κρύβουν τα ηχεία στους τοίχους. Οι καλύτερες θέσεις είναι στα μικρά μπαλκόνια του επάνω επιπέδου, γύρω από το μπαρ, όπου δημιουργείς το δικό σου μικρό ιδιωτικό χώρο» αναφέρει στην περιγραφή της η Πάουερ, η οποία ζει στην Αθήνα και συνεχίζει: «Όλα είναι σαν ένα ταξίδι πίσω το χρόνο, από τους πωλητές των εισιτηρίων με το τσιγάρο, μέχρι την παλιομοδίτικη μουσική που ακούγεται από τα ηχεία πριν από την έναρξη της ταινίας. Το να κάθεσαι στο Cine Paris ρίχνοντας ματιές στον Παρθενώνα είναι μια πολύ ιδιαίτερη εμπειρία ακόμα και για την 20η φορά!»
Όσο για τον κόσμο; «Κάθε είδους κοινό έρχεται να περάσει μια βραδιά στο Cine Paris: τουρίστες που περιηγούνται στο ιστορικό κέντρο, νεαρά ζευγάρια σε μεσοβδόμαδο ραντεβού, ακόμα και πιο ηλικιωμένους θεατές με τους οποίους μάλιστα θα δώσεις τη μάχη του σπρωξίματος τις βραδιές που το σινεμά γεμίζει. Οι ιδιοκτήτες έχουν λάβει υπόψιν τους την κρίση, παρόλο που ο κινηματογράφος βρίσκεται στην καρδιά της τουριστικής ζώνης, με τις προβολές της Δευτέρας και της Τετάρτης στα πέντε ευρώ, ενώ όλες τις υπόλοιπες ημέρες το εισιτήριο κοστίζει οκτώ».
Το άρθρο ενημερώνει το αγγλόφωνο κοινό για την περίοδο λειτουργίας του κινηματογράφου, τις ταινίες που προβάλλονται – από τις τελευταίες επιτυχίες μέχρι cult-classics και ασπρόμαυρες ταινίες, όλες στην πρωτότυπη γλώσσα με υποτίτλους- ενώ υπογραμμίζει ότι «ακόμα κι αν δεν αγαπήσεις την ταινία, θα ερωτευτείς οπωσδήποτε το μέρος», καθώς η συντάκτης θυμάται μια βραδιά που η διακοπή ρεύματος έκανε το μέρος ακόμα πιο μαγικό, καθώς η ταινία μπορεί να διακόπηκε προσωρινά, αλλά ο φωτισμένος Παρθενώνας ήταν ακόμα εκεί. Στο τέλος δεν παραλείπει να κάνει μια αναφορά και στα πολύχρωμα κινηματογραφικά πόστερ στο μαγαζί του ισογείου, «τα πιο κιτς που έχετε δει ποτέ κι αξίζει να τα ανακαλύψετε».
Να σημειωθεί ότι ο ιστορικός κινηματογράφος λειτούργησε πρώτη φορά το 1920 και η ιδέα για τη δημιουργία του, αλλά και το όνομά του ανήκε σε Έλληνα κομμωτή που ζούσε τότε στο Παρίσι. Στις αρχές της δεκαετίας του '60 χτίζεται το κτήριο όπου στεγάζεται σήμερα και λειτουργεί ως θερινό και χειμερινό σινεμά. Προς το τέλος της δεκαετίας όμως, εξαιτίας της κρίση των θερινών κινηματογράφων, βάζει λουκέτο. Τελικά, το 1986 ανοίγει ξανά, με νέο ιδιοκτήτη πλέον, και λειτουργεί μέχρι και σήμερα στην πιό όμορφη και γραφική γειτονιά της Αθήνας, ακριβώς κάτω από την Ακρόπολη.






