Ήρθε η σειρά να γνωρίσουμε το δεύτερο κομμάτι του τίτλου του πίνακα του εκκεντρικού ζωγράφου και ποιητή Γουίλιαμ Μπλέικ. Ο μεγάλος κόκκινος δράκος, μυώδης και απειλητικός, ανοίγει τα φτερά του και ορθώνεται μπροστά στη “γυναίκα ντυμένη με Ήλιο”. Το σκοτεινό αντικείμενο της παραφροσύνης του Φράνσις Ντόλαρχαϊντ είναι έτοιμο να καταναλώσει τη λαμπερή βιβλική φιγούρα, τυλίγοντας την ουρά του γύρω της και παρασέρνοντάς την προς το έρεβος.
Κοιτώντας κατάματα το τέρας, η γυναίκα μοιάζει να αποδέχεται τη μοίρα της, να αγκαλιάζει αυτό που πρόκειται να της συμβεί και κυρίως να προσδιορίζεται από το αιώνιο σκοτάδι που βρίσκεται απέναντί της. Και αυτό ίσως να καταδεικνύει την καταστροφή του αρχέγονου εχθρού της. Καθώς η αφήγηση μπαίνει στο πιο ζωτικό της στάδιο και η κλιμάκωση αρχίζει να αχνοφαίνεται στον ορίζοντα (εάν βέβαια το τέλος αποφασίσει να μείνει πιστό στη λογοτεχνική πρώτη ύλη) η νέα προσθήκη της Ρέμπα Μακλέιν, τυφλής συναδέλφου του Φράνσις, μοιάζει να ανατρέπει και πάλι τις ισορροπίες μπαίνοντας ανάμεσα στον φοβισμένο άνθρωπο και τον αιώνιο δαίμονα στον οποίο σταδιακά μεταμορφώνεται.
Η Ρουτίνα Γουέσλεϊ (“True Blood”) ενσαρκώνει με ιδανικό τρόπο το αντίπαλο δέος της μανίας του Φράνσις, αντιμετωπίζοντας τη συστολή και την απομόνωσή του με αφοπλιστική ειλικρίνεια. Είναι ο μοναδικός άνθρωπος που δεν μπορεί να τον κοιτάξει επίμονα, αλλά αντιθέτως αφήνεται άθελά της στο διαπεραστικό βλέμμα του. Η παντελής απουσία συμπόνιας και οίκτου στη φωνή του την ελκύει προς αυτόν, ενώ η προβληματική του άρθρωση (που ουσιαστικά ενισχύει την ήδη τεράστια αυτολύπηση που νιώθει) αντιμετωπίζεται με αγάπη και κατανόηση. Όλα δείχνουν ότι η μεταξύ τους σχέση θα αποτελέσει καταλύτη στην εξέλιξη της πλοκής, εμφανίζοντας παράλληλα διαφορετικές, ανθρώπινες πτυχές του χαρακτήρα του αιμοσταγή serial killer.
Καθώς η γραφή του επεισοδίου αρχίζει να θυμίζει και πάλι ψυχολογικό θρίλερ, ο Γουίλ παίρνει τη μεγάλη απόφαση να ξεκινήσει το ταξίδι στη σκοτεινή ψυχή του νέου του αντιπάλου, έχοντας ως συνεργάτη αυτόν που πριν από λίγα χρόνια τον οδήγησε στην σωματική και ψυχική κατάρρευση. Αυτόν που “μπορεί με μια ματιά του να βλέπει μέχρι και το πίσω μέρος του μυαλού του”. Το γυάλινο κελί της ψυχιατρικής κλινικής (της οποίας διευθύντρια είναι πλέον η Αλάνα Μπλουμ) μοιάζει να εξαφανίζεται από μπροστά τους, με τις εικόνες να μεταφέρουν τους δύο πρωταγωνιστές στις σκηνές των εγκλημάτων, προσπαθώντας να κατανοήσουν τη μέθοδο του Ντόλαρχαϊντ (ή αλλιώς της “Νεράιδας των δοντιών”).
Ο Χάνιμπαλ παίρνοντας το πλέον αναγνωρίσιμο ύφος του, αναλαμβάνει να γίνει το πλαίσιο μέσα στο οποίο οι δύο αντίπαλοι θα αντιληφθούν τις βαθύτερες τους επιθυμίες αλλά και θα αποκαλύψουν τους πιο κρυφούς τους φόβους. Γι αυτόν ακριβώς το λόγο, έχει ιδιαίτερη σημασία η μικρή σκηνή της οικογενειακής θαλπωρής που βιώνει ο Γουίλ μιλώντας με τη νέα του σύντροφο, προδικάζοντας την ασυνείδητη ταύτισή του τόσο με τον θύτη, όσο και με τα θύματα των εγκλημάτων.
Τα θύματα που τελικά συνδέονται από ένα και μοναδικό κοινό χαρακτηριστικό: την οικογενειακή ευτυχία. Την άδολη λάμψη στα πρόσωπα των ανθρώπων ντυμένων με τον Ήλιο, που επιθυμεί τόσο βαθιά να καταπιεί ο απόλυτα τρομακτικός βρυχηθμός, αυτού που απολαμβάνει τη θαλπωρή που του προσφέρει μια θυσία που απευθύνεται σε κάτι πολύ ανώτερο από τον ίδιο.






