Το όγδοο επεισόδιο του τρίτου κύκλου φαντάζει ως μια επανεκκίνηση στη μέση της σεζόν. Ο τρόπος με τον οποίο κυλά και κυρίως τα γεγονότα που πραγματεύεται στέλνουν την υπόθεση του «Digestivo» οριστικά στο παρελθόν. Η ίδια η αφήγηση έξαλλου κάνει ένα μεγάλο χρονικό άλμα, μεταφέροντάς μας στη Βαλτιμόρη τρία χρόνια μετά τη νύχτα της φάρμας του Βέρτζερ και την οικειοθελή όπως αποδείχτηκε παράδοση του Χάνιμπαλ στον Τζακ Κρόφορντ. Οι εικόνες αρχίζουν πια να ξεπηδούν από το πρώτο κεφάλαιο του ομώνυμου αστυνομικού μυθιστορήματος του Τόμας Χάρις το οποίο, το μακρινό 1981, σύστησε για πρώτη φορά στο κοινό τον εκλεπτυσμένο ψυχοπαθή κανίβαλο. Μόνο που από εδώ και πέρα υπάρχει και ένας νέος κακός στο προσκήνιο.
Ο Φράνσις Ντολαρχάιντ παρουσιάζεται από την ίδια τη σειρά ως το επίκεντρο της τελευταίας (κατά πάσα πιθανότητα) ιστορίας του «Χάνιμπαλ». Ο σταρ της τριλογίας του «Χόμπιτ» Ρίτσαρντ Άρμιταζ ενσαρκώνει για τρίτη φορά τον πιο αναγνωρίσιμο κακό του βιβλίου (πέρα προφανώς του Δρ. Λέκτερ) μετά τον υποβλητικό «Ανθρωποκυνηγό» του Μάικλ Μαν και τον περισσότερο εμπορικό αλλά λιγότερο επιτυχημένο “Κόκκινο δράκο” του Μπρετ Ράτνερ.Ο Βρετανός ηθοποιός από τα πρώτα κιόλας καρέ του επεισοδίου δείχνει ικανός να μας κάνει να ξεχάσουμε τους προκατόχους του, αναλώνοντας σχεδόν όλη τη διάρκεια της εμφάνισής του σε στιλιζαρισμένες κινήσεις γεμάτες θεατρικότητα και επενδυμένες από τον οπτικό μινιμαλισμό που τόσο εύστοχα η σειρά έχει αποδείξει ότι μπορεί να αναπαράγει.
Χωρίς την παραμικρή αυταρέσκεια ή ματαιοδοξία συστρέφεται και αναδιπλώνεται αναπαριστώντας σχεδόν μόνο σωματικά (δεν προφέρει την παραμικρή λέξη σε ολόκληρο το επεισόδιο) κάποιον που νιώθει τόσο άβολα με το ίδιο του το δέρμα. Οι μέθοδοί του λιγότερο κομψοί από το φυλακισμένο του ίνδαλμα, αλλά το ίδιο αποδοτικοί. Ο Φούλερ αποφασίζει να εισάγει τον ανταγωνιστή του Χάνιμπαλ, μοιράζοντας τόσο τον κινηματογραφικό χρόνο, όσο και το συναίσθημα ανάμεσα σε δύο εμβληματικούς κακούς, που όμως δεν μπορείς πάρα να αγαπήσεις. Αν και η υπόθεση βαίνει αισίως στην τρίτη της φιλμική αναπαράσταση, κάνεις δεν αρνείται ότι το ενδιαφέρον μοιάζει ανανεωμένο, σαν να επιχειρείς να ανακαλύψεις διαφορετικές αντανακλάσεις κοιτώντας από άλλη οπτική γωνία έναν θρυμματισμένο καθρέφτη.
Καθώς η πλοκή σταδιακά ρίχνει ταχύτητα, αποφασίζοντας να επανέλθει στους γνωστούς ρυθμούς που διακόπηκαν απότομα από τα δύο τελευταία επεισόδια, αφήνει διακριτικά να φανεί πώς τα δυναμικά της σχέσης του Χάνιμπαλ με τον Γουίλ πρόκειται να αλλάξουν και πάλι, μιας και ο πρώην ειδικός ερευνητής του FBI έχει πια αποσυρθεί αλλάζοντας ριζικά τη ζωή του. Η νέα επίσκεψη του Τζακ Κρόφορντ, αλλά κυρίως ένα αντιστροφής ψυχολογίας γράμμα από τον φυλακισμένο του φίλο τον αναγκάζουν να επισκεφθεί και πάλι τις αιματοβαμμένες σκηνές του εγκλήματος, χαρίζοντάς μας για πρώτη φορά εδώ και καιρό τις χαρακτηριστικές σκηνές όπου το φρικιαστικό σχέδιο του παρανοϊκού δολοφόνου αποκαλύπτεται οπτικοποιημένο μέσα από εκκρεμείς κινήσεις φωτεινών αναλαμπών.
Οι προηγούμενες ζωές του συνόλου των χαρακτήρων της σειράς κρύβονται απλά στις σκιές, περιμένοντας το ξέσπασμα της βίας. Η τρομαχτικά γνώριμη γυάλινη φυλακή του Χάνιμπαλ ετοιμάζεται να μετατραπεί σε χώρο αναζήτησης των δρόμων που οδηγούν στο σκοτάδι, καθώς ένα νέο τέρας που κατοικεί μέσα σε κάποιον που αντιμετωπίζει τον ίδιο του τον εαυτό με ένα ισόποσο μείγμα ενθουσιασμού και αποστροφής, ετοιμάζεται να χτυπήσει ξανά σκοτώνοντας “τέλειες οικογένειες”. Το νέο παιχνίδι έχει ήδη ξεκινήσει αλλά οι κανόνες τελικά δεν έχουν αλλάξει. Οι κανόνες που απαιτούν τους δύο κατ’ επίφαση αντίθετους κόσμους, να αντικρίσουν ο ένας τον άλλο για ακόμη μια φορά.






