Το θεσπέσια μελαγχολικό και εύθραυστο σύμπαν του Βρετανού δημιουργού ανεξερεύνητων στους πολλούς κομψοτεχνημάτων όπως το «Distant Voices, Still Lives» (1988) και το «The Long Day Closes» (1992) είναι ένας κόσμος που σπάνια ανοίγει διάπλατα τις πόρτες του. Για πολλά χρόνια αυτός ο απολύτως ιδιοσυγκρασιακός σκηνοθέτης δυσκολευόταν να υλοποιήσει τα σχέδια που είχε στην καρδιά του, είτε επειδή δεν έβρισκε ποτέ την απαραίτητη χρηματοδότηση είτε γιατί η σημερινή κινηματογραφική βιομηχανία δεν φαινόταν να ευνοεί τους ελάχιστους εναπομείναντες ονειροπόλους της φυλής του.
Χρειαζόταν έτσι να μεσολαβούν αρκετά χρόνια από την τελευταία φορά που ο Ντέιβις σκηνοθετούσε μέχρι την επόμενη, με αποκορύφωμα το διάστημα έντεκα ετών που προέκυψε από την ολοκλήρωση του «The House of Mirth» (2000) μέχρι την κυκλοφορία του «The Deep Blue Sea» (2011). Ένα διάστημα που έμοιαζε να υπονοεί ότι στην περίπτωση του Τέρενς Ντέιβις είχε μπει μια πρόωρη κατακλείδα.
Η Σίνθια Νίξον με την Τζένιφερ Έιρ
Μοιάζει, συνεπώς, με σπάνιο προνόμιο το γεγονός ότι μέσα στην ίδια χρονιά βλέπουμε όχι μία αλλά δύο ταινίες μυθοπλασίας από τον αισίως 70χρονο Ντέιβις. Η πρώτη έχει τίτλο «Ένα Τραγούδι για το Ηλιοβασίλεμα» («Sunset Song») και θα προβάλλεται στις ελληνικές αίθουσες από τις 10 Μαρτίου. Η δεύτερη πραγματοποίησε την παγκόσμια πρεμιέρα της χθες βράδυ, εκτός διαγωνισμού στο 66ο Φεστιβάλ Βερολίνου, και προσπάθησε να μεταδώσει στο κοινό της κάτι από τη σύντομη και θλιμμένη ζωή μιας από τις σημαντικότερες ποιήτριες στα χρονικά της λογοτεχνίας: της Έμιλι Ντίκινσον.
Όπως οι κυκλικές χορογραφίες των παλιότερων ταινιών του πάνω σε αντίλαλους μακρινών ζωών, εικόνες και μουσικές χαμένων παρελθόντων και κομμάτια άσβεστων αναμνήσεων, έτσι κι εδώ η μαγεία ξετρυπώνει σχεδόν ανεπαίσθητα, από εκεί που δεν το περιμένεις
Μέσα από μια αλληλουχία σύντομων σκηνών, που μοιάζουν περισσότερο με βινιέτες παρά με μια ενδελεχώς σχεδιασμένη αφήγηση, ο Ντέιβις επιστρέφει στον 19ο αιώνα, στην ήρεμη μεριά της Μασαχουσέτης όπου η οικογένεια Ντίκινσον μεγάλωσε τα τρία παιδιά της. Και εκεί συναντά την Έμιλι, από την στιγμή της εφηβείας της όταν δηλώνει απερίφραστα την απόσχισή της από κάθε παραδοσιακή θεώρηση περί θρησκευτικής πίστης και την ακολουθεί μέχρι τον χαμό της, το 1886, στην κατάληξη μιας πεισματικά ασκητικής ζωής που την είδε να παραμένει μέχρι τέλους στο πατρικό της και στο πλευρό των δυο αγαπημένων της γονιών, να αποτραβιέται σταδιακά από το μάτια των πολλών, να απαρνιέται το δέλεαρ ενός συντρόφου ή τη σιγουριά ενός συζύγου, να γίνεται οικειοθελώς δέσμια των εύθραυστων εσωτερικών της καλεσμάτων και μιας έμφυτης ίσως θλίψης που την ακολούθησε μέχρι τον τάφο και να αδειάζει απωθημένους πόθους σε αμέτρητους, μεγαλειώδεις στίχους.
Με μια ερμηνευτική επιλογή που όσους μπορεί να ξένισε στο άκουσμά της άλλους τόσους υπόσχεται να κερδίσει προοδευτικά, η ταινία αναθέτει στη Σίνθια Νίξον του «Sex and the City» να υποδυθεί την Έμιλι Ντίκινσον και την αφήνει να ξεδιπλώσει πτυχές ενός ταλέντου που μόνο όσοι έτυχε να δουν το περσινό δράμα «James White» μπόρεσαν να αντιληφθούν. Την βοηθά οπωσδήποτε και ένα σπιρτόζικο σενάριο, πλούσιο σε ευφυολογήματα και παιχνιδίσματα της αγγλικής γλώσσας τα οποία ο Ντέιβις μοιράζει ακριβοδίκαια σε όλους τους ηθοποιούς του.
O Κιθ Καραντάιν υποδύεται τον πατέρα της Έμιλι Ντίκινσον
Και καθώς ο φακός του φροντίζει να τους περιβάλλει ανελλιπώς, να καδράρει τα πρόσωπά τους σε κοντινά πλάνα, να τους φωτίζει με το φέγγος των κεριών ή τον δυνατό ήλιο λαμπερών πρωινών, ο Ντέιβις παραμένει σεμνός πίσω από την κάμερα, σχεδόν σεβάσμιος μπροστά στο αντικείμενό του. Όμως, όπως οι κυκλικές χορογραφίες των παλιότερων ταινιών του πάνω σε αντίλαλους μακρινών ζωών, εικόνες και μουσικές χαμένων παρελθόντων και κομμάτια άσβεστων αναμνήσεων, έτσι κι εδώ η μαγεία ξετρυπώνει σχεδόν ανεπαίσθητα, από εκεί που δεν το περιμένεις: σε μια νυχτερινή σκηνή ονείρου που κλείνει μέσα της τόση ομορφιά όσο και λύπη ή στο υπέροχο τράβελινγκ 360 μοιρών σε μια συνηθισμένη βραδιά στο σπίτι της οικίας Ντίκινσον, το οποίο καταφέρνει και χωράει μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα λεπτομέρειες για την εποχή και για τους χαρακτήρες τις οποίες άλλες ταινίες θα είχαν μεταχειριστεί με λιγότερη εξυπνάδα και οικονομία.
Με το «Ήρεμο Πάθος» του, ο Τέρενς Ντέιβις υπογράφει μια μετρημένη σε φιλοδοξίες και συγκρατημένη ταινία (θα μπορούσε κανείς να την αποκαλέσει στατική και δεν θα είχε άδικο) που δεν επιχειρεί να ξεσκονίσει τις σελίδες βιβλίων πάνω στην Ιστορία της τέχνης, ούτε αναζητά το μυστικό στην ταραγμένη ψυχοσύνθεση και τα επουράνια λογοτεχνικά φτερουγίσματα της Έμιλι Ντίκινσον. Είναι το γεμάτο απροσδόκητο χιούμορ και συμπόνια βλέμμα σε μια ζωή που ξοδεύτηκε γρήγορα και αναίτια, αλλά όχι άδικα. Στο δικαίωμα ενός ατόμου να επιλέγει το πεπρωμένο του. Στο μυστήριο της ανθρώπινης ύπαρξης που είναι ικανή να κλείνει μέσα της τόση ομορφιά και τόσο πόνο. Σε ένα πολύτιμο σινεμά που χαμηλόφωνα και υπομονετικά υπηρετεί εδώ και δεκαετίες ο σπουδαίος Τέρενς Ντέιβις.
Διαβάστε ακόμη:
Berlinale 2016: Η Τίλντα Σουίντον, σκηνοθέτις
Berlinale 2016: Με την «Αγανάκτηση» του Τζέιμς Σέιμους, o Φίλιπ Ροθ μεταφέρεται για πρώτη φορά αξιοπρεπώς στη μεγάλη οθόνη
Berlinale 2016: ένα διαγωνιστικό γεμάτο (για την ώρα) ναι-μεν-αλλά…
Berlinale 2016: «Το Μέλλον» της Μία Χάνσεν Λαβ είναι μια υποδειγματική ενήλικη ταινία
Berlinale 2016: «Fuocoammare», η προσφυγική τραγωδία στο επίκεντρο της 66ης Μπερλινάλε
Berlinale 2016: O Κλούνει μίλησε με τη Μέρκελ για τους πρόσφυγες
Berlinale 2016: Δυναμικό, αλλά απρόσμενα συνηθισμένο το «Midnight Special»
Berlinale 2016: «Είμαστε όλοι Αφρικανοί!» Μέριλ Στριπ και Τζορτζ Κλούνεϊ ταρακουνούν το Βερολίνο
Berlinale 2016: To Βερολίνο αναφωνεί Χαίρε Κοέν!
Η Μέριλ και η παρέα της! Ανακοινώθηκε η κριτική επιτροπή της φετινής Μπερλινάλε






