Οι Δοκιμάστριες
Le assaggiatrici
Νοέμβριος 1943, ανατολική Πρωσία. Μια γυναίκα, μαζί με άλλες έξι, διατάζονται να γίνουν οι δοκιμάστριες του φαγητού του Αδόλφου Χίτλερ στο κρησφύγετό του, γνωστό ως η «Φωλιά του Λύκου». Μια καλή αφορμή ταινίας, βασισμένη σε πραγματικά περιστατικά, γίνεται μια εξίσου καλή αφορμή να βγουν πρεσβύτεροι σινεφίλ από το σπίτι και να πάνε να δουν σινεμά που θα ευχαριστηθούν.
Τον Δεκέμβριο του 2012, σε μια γερμανική εφημερίδα, η Μάργκοτ Βελκ έδωσε μια συνέντευξη αποκαλύπτοντας πως αυτή και 14 ακόμα νεαρές γυναίκες ήταν οι δοκιμάστριες του φαγητού του Χίτλερ για τον φόβο δηλητηρίασής του από Συμμάχους ή αντιφρονούντες του καθεστώτος. Το 2018, η Ροζέλα Ποστορίνο, μια Ιταλίδα συγγραφέας, εξέδωσε το «Le assaggiatrici» (Οι Δοκιμάστριες), ένα βιβλίο βασισμένο στην ιστορία της Βελκ και των γυναικών που έζησαν μια ακόμα απίστευτη ιστορία του Πολέμου αυτού. Καθώς όμως δεν πρόλαβε η ίδια μια συνέντευξη από την Βελκ, η οποία πέθανε στα 97 της το 2014, αποφάσισε να αλλάξει τα ονόματα και να συνθέσει μια μυθοπλασία γύρω από την ιστορία.
Ο ακαδημαϊκός αυτός πρόλογος είναι μια καλή εισαγωγή για μια ταινία φτιαγμένη για μεγαλύτερης ηλικίας σινεφίλ που έχουν κόψει το σινεμά εδώ και αρκετά χρόνια λόγω της εχθρικότητας του μέσου «σινεμά κοινού» σήμερα. Ο ηλικιακός προσδιορισμός δεν παρατίθεται φυσικά με την παραμικρή διάθεση διάκρισης, άλλωστε ο υπογράφων προτιμά να συγκαταλεγεί περισσότερο με το κοινό αυτό παρά με τους απογόνους του, όσο για να επισημανθεί ότι το έργο του 68χρονου Σίλβιο Σολντίνι θέλει να πάρει μια πολύ ενδιαφέρουσα πρώτη ύλη και να αφηγηθεί όσο πιο στρωτά και εύληπτα το υλικό του. Δεν είναι μια καθόλου κακή ιδέα αυτή, μια Τέχνη πρέπει να είναι προσιτή σε όλους. Η ταινία δεν σε κοροϊδεύει ποτέ και απόδειξη της πλήρους επιτυχίας της ως προς το κοινό που φαντάστηκε για θεατή της είναι οι λαμπρές εισπράξεις της στην Ιταλία. Αν και δεν θα πρέπει να παρασυρθεί ο Έλληνας διανομέας της για ανάλογη επιτυχία (άλλωστε οι Ιταλοί είναι και αυτοί πολύ πιο προηγμένοι ημών και στην αιθουσιακή παιδεία), το έργο αποτελεί μια εντιμότατη πρόταση.
Βέβαια, έχοντας πει όλ’ αυτά, και επίσης χωρίς την παραμικρή επιθετικότητα, στα μάτια και το μυαλό μιας κριτικής της δεν μπορεί ποτέ να θεωρηθεί μια ταινία που μπορεί να ικανοποιήσει υψηλότερες απαιτήσεις. Οι συζητήσεις που ανοίγει είναι πολλές (ο ρόλος των γυναικών, η γερμανική πίστη στον Χίτλερ, η εγγενής τρομοκρατία στον Πόλεμο, η αντιπαράθεση της Ιστορίας με το περιστατικό, η Μνήμη, για να πω μερικά) και η πραγματεία τους μετριοπαθής, αφιλόδοξη, πεπερασμένη και, το κυριότερο, ποτέ αιχμηρή ούτως ώστε να μην κλωτσήσει το κοινό που (καλά κάνει και) θέλει να διαβάσει μια ταινία σαν παραμύθι πριν τον ύπνο. Όλα επίσης εκτυλίσσονται απροίκιστα μιας κινηματογραφικής αντίληψης της αγωνίας, μιας περισσότερο πολυεπίπεδης ανάγνωσης του υλικού, μιας πίστης σε αυτό και μιας έντασης στο δράμα που να ξεβολεύει τον θεατή. Με άλλα λόγια το κοινό της θα περάσει ένα κλασικό εικονογραφημένο δίωρο, ένα άλλο κοινό όμως θα βρει την εκτεταμένη διάρκεια αδικαιολόγητη, τα λεχθέντα αυτονόητα και την όλη περίσταση πλησίον (αλλά όχι εντός) του ανιαρή.
Ως εκ τούτων, μια ταινία βετεράνου για βετεράνους, καλά φωτογραφημένη από τον 80χρονο σημαντικό Ελβετό οπερατέρ Ρενάτο Μπέρτα, με στρωτές, αλλά όχι αλησμόνητες ερμηνείες (ξεχωρίζει, και λόγω ρόλου, η Άλμα Χασούν), εύλογη μουσική υπογράμμιση και πειστική, αν και ξανά τηλεοπτικά «κοντή», σκηνογραφική διατύπωση. H Σούζαν Μπίερ και ο Λάσε Χάλστρομ δεν θα το έκαναν καλύτερο.











