Η Πρόσκληση - ταινιες || cinemagazine.gr

Η Πρόσκληση

The Invite

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

2026
    ΠΑΡΑΓΩΓΗ: HΠΑ
    ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Ολίβια Γουάιλντ
    ΣΕΝΑΡΙΟ: Γουίλ Μακκόρμακ, Ρασίντα Τζόουνς
    ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Ολίβια Γουάιλντ, Σεθ Ρόγκεν, Πενέλοπε Κρουζ, Έντουαρντ Νόρτον
    ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Άνταμ Νιούπορτ-Μπέρα
    ΜΟΝΤΑΖ: Γιώργος Μαυροψαρίδης, Άντονι Μπόις
    ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 107'
    ΔΙΑΝΟΜΗ: Spentzos Films
    Η Πρόσκληση

Τέσσερα χρόνια μετά το άστοχο «Μην Ανησυχείς Αγάπη μου»η Ολίβια Γουάιλντ θυμάται την οξυδέρκεια του «Booksmart» και μας προσκαλεί σε ένα οικογενειακό δείπνο. Ποιος φοβάται το συζυγικό τραπέζι;

Από τον Πάνο Γκένα

Φαινομενικά, όλα είναι απλά: ένα ζευγάρι, ο Τζο και η Άντζελα, καλεί για φαγητό τους γείτονες του πάνω ορόφου, την Πίνα και τον Χοκ. Μόνο που το τραπέζι δεν στρώνεται για τέσσερις ανθρώπους, αλλά για τέσσερις εκδοχές επιθυμίας, αποτυχίας, φθοράς και αυταπάτης. Κάπου ανάμεσα στο κρασί, τις αμήχανες σιωπές και τις υπερβολικά ειλικρινείς ατάκες, η ταινία μετατρέπει μεθοδικά ένα αστικό διαμέρισμα σε ρινγκ συναισθηματικής πυγμαχίας. Παράλληλα η Ολίβια Γουάιλντ χτίζει μεθοδικά μια κωμωδία δωματίου που εξετάζει το σεξ, τη μονογαμία, τη ζήλια και την εξάντληση της μακροχρόνιας σχέσης χωρίς να τα μετατρέπει ούτε σε φάρσα χωρίς βάρος, ούτε σε ψυχοδραματικό μάθημα χωρίς χιούμορ.

Η ταινία αποτελεί αγγλόφωνο ριμέικ του ισπανικού «Οι Γείτονες Από Πάνω» του Σεσκ Γκάι, υλικό ήδη δοκιμασμένο στη σκηνή και στο σινεμά. Αυτό έχει σημασία, γιατί η «Πρόσκληση» πατά σε δοκιμασμένο υλικό, αλλά η Γουάιλντ δεν το αντιμετωπίζει σαν ασφαλή άσκηση ύφους. Οι περιορισμοί της σκηνογραφίας, ουσιαστικά ένα διαμέρισμα και τέσσερις ηθοποιοί, θα μπορούσαν εύκολα να καταστήσουν το έργο ασφυκτικά θεατρικό. Αντίθετα, ήδη από την έναρξή του (και στις καλύτερες στιγμές του) λειτουργεί σαν παρτιτούρα. Οι χαρακτήρες μπαίνουν και βγαίνουν από το κάδρο, αλλάζουν συμμαχίες, ανταλλάσσουν βλέμματα, ατάκες και μικρές προσβολές, ενώ η ένταση ανεβαίνει σαν μουσικό κρεσέντο. Η κάμερα δεν στέκεται απλώς μπροστά στους ηθοποιούς, ψάχνει γωνίες, καθρέφτες, πόρτες, περάσματα, τρόπους να κάνει το διαμέρισμα ψυχολογικό πεδίο μάχης.

Στο επίκεντρο βρίσκεται ένας γάμος που δεν έχει καταρρεύσει θεαματικά, αλλά ταλαντεύεται σε κάτι χειρότερο: έχει ξεθυμάνει. Ο Τζο και η Άντζελα είναι αναγνωρίσιμοι. Έχουν μάθει να πληγώνουν ο ένας τον άλλον με με ευθύβολη ειρωνεία, με κουρασμένα βλέμματα και δηλητηριώδη οικειότητα. Όμως το ενδιαφέρον στην «Πρόσκληση» δεν είναι η βιτρίνα της λογομαχίας. Κάτω από την επιτυχημένη κωμωδία ελλοχεύει μια μελαγχολική μελέτη της αποτυχίας. Δύο άνθρωποι, που κάποτε ερωτεύτηκαν, συνεχίζουν να ζουν από συνήθειο μαζί έχοντας παύσει να βλέπουν ο ένας τον άλλον ως αντανάκλαση χαράς.

Κι εδώ βρίσκεται η μεγάλη επιτυχία του Σεθ Ρόγκεν. Ως Τζο, δεν παίζει απλώς τον γκρινιάρη σύζυγο με κωμικό timing. Φέρνει στο σώμα του ήρωα μια ολόκληρη αίσθηση ήττας. Ο καθηγητής μουσικής που δεν έγινε ο καλλιτέχνης που φανταζόταν, ο άντρας που νιώθει ανεπαρκής στο ίδιο του το σπίτι, ο σύζυγος που απαντά στην αδυναμία του με ειρωνεία. Το χιούμορ του Ρόγκεν παραμένει αναγνωρίσιμο, αλλά εδώ αποκτά ειδικό βάρος. Το γέλιο του δεν είναι απλώς αστείο, είναι άμυνα. Απέναντί του, η Γουάιλντ ως Άντζελα υποδύεται μια γυναίκα που προσπαθεί απελπισμένα να φανεί ανοιχτή, ενημερωμένη, πολιτισμένη, ποθητή. Η ανάγκη της να εντυπωσιάσει τους γείτονες είναι κωμική και βαθιά λυπηρή γιατί προδίδει τη λαχτάρα της για μια εναλλακτική εκδοχή ζωής, πιο κομψή, πιο ερωτική, πιο ζωντανή.

Η Πενέλοπε Κρουζ και ο Έντουαρντ Νόρτον (που όσο πάει μοιάζει στον Ντάστιν Χόφμαν) λειτουργούν ως καταλύτες. Η Πίνα, σεξολόγος και ψυχοθεραπεύτρια, δεν μπαίνει στο σπίτι ως αντικείμενο θαυμασμού ή ζήλιας, αλλά ως άτομο που διαβάζει τις ρωγμές των άλλων. Ο Χοκ, με την εκκεντρική του αμεσότητα και τη σχεδόν new age ειλικρίνειά του, μπορεί να φαίνεται γελοίος, όμως η ταινία σταδιακά του δίνει άλλο πρόσημο. Το ζευγάρι του πάνω ορόφου δεν είναι η φαντασίωση της σεξουαλικής απελευθέρωσης. Είναι ένας καθρέφτης που αναγκάζει τον Τζο και την Άντζελα να δουν τι έχουν χάσει, αλλά και τι ίσως δεν τόλμησαν ποτέ να ζητήσουν.

Η σκηνοθεσία της Γουάιλντ είναι συγκεντρωμένη, μακριά από τη φιλόδοξη αποτυχία του «Don’t Worry Darling» και πιο κοντά στην άνεση του «Booksmart». Το μοντάζ του Γιώργου Μαυροψαρίδη δίνει συχνά στην ταινία μία ενέργεια που θυμίζει την πολυφωνική κινητικότητα του Ρόμπερτ Όλτμαν. Αρκετοί θα σκεφτούν το «Ποιος Φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ;» ή τον «Θεό της Σφαγής», αλλά η «Πρόσκληση» είναι περισσότερο μία γέφυρα που ενώνει τον Γούντι Άλεν με την Νόρα Έφρον. Σε αντίθεση με τα έργα των Έντουαρντ Άλμπι και Γιασμίνα Ρεζά, η ταινία είναι πικρή, αλλά δεν είναι μισάνθρωπη. Κοντολογίς, είναι αστεία, αλλά δεν είναι ελαφριά.

Δεν είναι, ωστόσο, άψογη ταινία. Η τρίτη πράξη βαραίνει, καθώς η κωμωδία υποχωρεί μπροστά σε σκοτεινές συναισθηματικές εξομολογήσεις και αυτές οι μετατοπίσεις μοιάζουν κάπως απότομες. Όταν οι ήρωες αρχίζουν να εξηγούν με καθαρότητα αυτά που μέχρι τότε υπαινίσσονταν καλύτερα με βλέμματα και παύσεις, το φιλμ μοιάζει επικίνδυνα με ψυχοθεραπευτική συνεδρία.

Κι όμως, τα ελαττώματα αυτά δεν ακυρώνουν τη δύναμή της. Η «Πρόσκληση» είναι ένα φιλμ για ανθρώπους που συγκρίνουν τη ζωή τους με τις φαντασιώσεις τους, τον/την σύντροφό τους με τις προβολές που του/της επέβαλαν, το παρόν τους με μια νεανική υπόσχεση που δεν εκπληρώθηκε. Γι’ αυτό και λειτουργεί τόσο καλά σε γεμάτη αίθουσα, το γέλιο είναι συλλογικό, αλλά η αναγνώριση των καταστάσεων προσωπική. Σε μια εποχή όπου οι ενήλικες κωμωδίες σπανίζουν, αυτή η «Πρόσκληση» είναι καλοδεχούμενη και (σχεδόν) αναγκαία.

 

 

 

ΟΛΕΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
  • Η Πρόσκληση
  • Η Πρόσκληση