Το Τελευταίο Ρίσκο
The Get Out
Ευχάριστη σαχλαμαρίτσα που επανενώνει τον Ντέρικ Μπόρτε με τον Ράσελ Κρόου («Unhinged») σε ένα b-movie γεμάτο κλισεδάκια, που μελλοντικά θα βλέπεται άνετα σε κάποια πλατφόρμα.
Ο Μάνκο Καπάκ (Ράσελ Κρόου) είναι ένας αλβανικής καταγωγής ιδιοκτήτης νυχτερινού κέντρου, μπλεγμένος με τον υπόκοσμο, αφού το μαγαζί του χρησιμεύει ως βιτρίνα για ένα καρτέλ ναρκωτικών. Λόγω προβλημάτων υγείας, ο Μάνκο αποφασίζει να τα παρατήσει και να φύγει μαζί με τη γυναίκα του. Για να το κάνει αυτό, πρέπει να πουλήσει το μαγαζί του και να ξεμπλέξει από το καρτέλ. Όμως, αυτό δεν θα είναι τόσο εύκολο όσο νομίζει, αφενός γιατί οι επικεφαλής του καρτέλ δεν είναι διατεθειμένοι να τον αφήσουν να φύγει έτσι απλά, αφετέρου επειδή ένας μυστηριώδης μασκοφορεμένος άνδρας (Άαρον Πολ) του επιτίθεται με σκοπό να του κλέψει ένα μεγάλο χρηματικό ποσό.
Έξι χρόνια μετά το αναπάντεχα καλό «Unhinged» (2020), ένα b-movie δράσης με έναν φρενήρη Ράσελ Κρόου σε ρόλο «κακού», ο Αυστραλιανός ηθοποιός συνεργάζεται ξανά με τον σκηνοθέτη εκείνης της ταινίας, Ντέρικ Μπόρτε. Αυτήν τη φορά, η ταινία κινείται στα μονοπάτια του νεο-νουάρ, τοποθετώντας ξανά τη δράση σε αστικό τοπίο, αλλά εξερευνώντας τον υπόκοσμο της πόλης. Ο Κρόου είναι ξανά το καλύτερο στοιχείο της ταινίας, υιοθετώντας αλβανική προφορά, ξεστομίζοντας με αυτήν απολαυστικές ατάκες («-Ξέρεις έναν Ροντρίγκεζ; -Είμαστε στην Καλιφόρνια. Όλοι ξέρουν έναν Ροντρίγκεζ») και μη διστάζοντας να «τσαλακώσει» όσο χρειάζεται την εικόνα του σταρ που, έτσι κι αλλιώς, δείχνει να θέλει να αποτινάξει από πάνω του εδώ και κάμποσα χρόνια.
Το «The Get Out» κάτι προσπαθεί να πει γύρω από τη διαφθορά και τις κοινωνικές ανισότητες. Όλοι του οι χαρακτήρες κινούνται από την ανάγκη τους για χρήμα: ο πρωταγωνιστής μας για να μπορέσει να φύγει και να ζήσει μια πιο ήρεμη ζωή, ο χαρακτήρας του (ωραίου) Άαρον Πολ για να προσθέσει στο πενιχρό εισόδημά του και, στη συνέχεια, για να ξεχρεώσει τον διεφθαρμένο αστυνομικό που τον εκβιάζει και να κρατήσει την ερωμένη του, και ο διεφθαρμένος αστυνομικός για να πληρώσει τα δίδακτρα του γιου του και να μη χάσει το στάτους του καλού οικογενειάρχη σύμφωνα με το πρότυπο του αμερικανικού ονείρου.
Δυστυχώς, οι θεματικές αυτές δεν εξετάζονται παρά μόνο επιφανειακά, και με πάρα πολλές σεναριακές τρύπες. Ειδικά η υποπλοκή της κοπέλας του Άαρον Πολ δεν στέκει καθόλου. Ο συγκεκριμένος χαρακτήρας μαθαίνει τυχαία ότι ο Πολ είναι μπλεγμένος με βρωμοδουλειές, συμμετέχει σε αυτές επειδή έχει δει πολλές αστυνομικές ταινίες και της φαίνεται cool, χάνει όλα τα λεφτά της πρώτης ληστείας στο καζίνο και πετάει από το παράθυρο του αυτοκινήτου τα λεφτά της δεύτερης επειδή την πιάνει κρίση συνείδησης αφού αναγκάζεται να σκοτώσει έναν τύπο σε αυτοάμυνα και τελικά πάει στην αστυνομία επειδή δεν μπορεί να γλιτώσει από τις τύψεις της.
Εκτός από την έλλειψη συνοχής του σεναρίου, ο Ντέρικ Μπόρτε σκηνοθετεί μάλλον ανέμπνευστα. Δεν υπάρχει ούτε μια πραγματικά ενδιαφέρουσα οπτικά ιδέα στην ταινία, ενώ το τεχνικό σκέλος πάσχει. Σε μια σκηνή όπου καίγεται ένα σπίτι και σε μια άλλη όπου ένα αυτοκίνητο εκρήγνυται, το CGI είναι τόσο κακό που απορείς πώς πέρασε από την έγκριση του στούντιο ακόμη και με τα δεδομένα ενός b-movie. Φυσικά, το CGI δεν θα μας ένοιαζε, καλό ή κακό, αν η ιστορία και οι χαρακτήρες μας είχαν κερδίσει, αλλά κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει εδώ.
Τουλάχιστον το καστ δείχνει να το διασκεδάζει, ακόμα κι αν οι ρόλοι των περισσότερων είναι εντελώς γελοία γραμμένοι – ας πούμε, το τι ακριβώς προσφέρουν οι σκηνές με τον Λουκ Έβανς όπου ξυπνάει μαζί με μια τύπισσα που δεν τον θυμάται και όπου τραγουδάει σε δύο άλλες κοπέλες Έλβις Πρίσλεϊ, είναι κάτι που δεν καταλάβαμε ποτέ. Όμως, το «The Get Out» εξαρχής φαίνεται πως είναι ταινία που δεν απαιτεί από τον θεατή να σκέφτεται πολύ κατά τη διάρκεια της προβολής. Γι’ αυτό και θα διαπρέψει κατά την πορεία της σε κάποια πλατφόρμα, φοβόμαστε όμως όχι και κατά το πέρασμά της από τους κινηματογράφους.











