Χωρίς Πατέρα - ταινιες || cinemagazine.gr

Χωρίς Πατέρα

Orhpan

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

2025
    ΠΑΡΑΓΩΓΗ: Ουγγαρία, Γερμανία, Κύπρος, Γαλλία, ΗΠΑ, Ην. Βασίλειο
    ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Λάσλο Νέμες
    ΣΕΝΑΡΙΟ: Λάσλο Νέμες, Κλάρα Ρουαγιέ
    ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Μποτζτόρτζαν Μπάραμπας, Άντρεα Βάσκοβιτς, Γκρέγκορι Γκαντμπουά
    ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Ματίας Ερντέλι
    ΜΟΥΣΙΚΗ: Σάσα & Εβγκένι Γκαλπερίν
    ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 132'
    ΔΙΑΝΟΜΗ: Spentzos Films
    Χωρίς Πατέρα

Στην Βουδαπέστη του 1957, έναν χρόνο μετά την σοβιετική πάταξη της εξέγερσης στην χώρα, ένας ορφανός 12χρονος που ζει με την μητέρα του συνειδητοποιεί με ποιον τρόπο εκείνη επιβίωσε στον Πόλεμο. Ο Λάσλο Νέμες επιστρέφει για μια ακόμα φορά στο παρελθόν, αυτή τη φορά για μια οικογενειακή του ιστορία, και μεγαλουργεί. Πανελλήνια πρεμιέρα στο 31ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Η μεγάλη των Ούγγρων σχολή (του Γιαντσό, του Μακ, της Μέσαρος, του Φάμπρι, του Σάμπο) μπορεί να υπερηφανεύεται ότι και στον 21ο αιώνα έχει τους διαδόχους της. Κι αν δεν είναι (ακόμα) στο ύψος των προκατόχων, πράγμα όχι εύκολο και λόγω εποχής, διαθέτει έναν επικεφαλής που δεν έχει να ζηλέψει: Τον Λάσλο Νέμες.

Νέμες που είχε την τύχη και την ατυχία να μπει στο παιχνίδι με τον Γιο του Σαούλ, μια ταινία μεγάλη και υπερεκτιμημένη συνάμα, η οποία αποτέλεσε μια ψυχοσωματική εμπειρία ανέφικτο να διαδεχθείς καλλιτεχνικά. Μπορείς μόνο να αλλάξεις δρόμο. Ο δρόμος αυτός για τον Νέμες κράτησε το ιστορικό εφαλτήριο, οπότε και το βλέμμα στο παρελθόν και τις αναπλάσεις του (η δεύτερη ταινία του, Sunset, ταξίδεψε στις αρχές του 20ού αιώνα, τούτη περιηγείται την δεκαετία του ’50, η επόμενη, Moulin, κατοικεί στην Γαλλία της Αντίστασης στους Ναζί), άλλαξε όμως δραστικά την αισθητική. Αισθητική αναπαράστασης, αισθητική ταινίας-κατασκευής, ίσως ακόμα και αισθητική ρετρό ακαδημαϊσμού, αν συγκρινόμενη με την λυσσώδη μοντερνιστική ενέργεια του Σαούλ.

Αριστουργηματική η συμβολή του μόνιμου οπερατέρ του, Ματίας Ερντέλι, ενός διευθυντή Φωτογραφίας που πρέπει μάλλον εντατικότερα να εντάξουμε στους μεγάλους σύγχρονους της δουλειάς

Για αυτόν τον θεατή η εξέλιξη του Νέμες υπερβαίνει το ντεμπούτο του. Κι αυτό γιατί διευρύνει ανυπολόγιστα τον καμβά του πέρα από το σύνορο της μοντερνιστικής κινηματογραφικής αναπαράστασης (που, να μην παρεξηγηθώ, είναι σεισμική στο ντεμπούτο του), συνθέτοντας ένα κλασικιστικό σινεμά μεγαλύτερου κοινού, αφηγηματικής ευρυμάθειας λαμπρά χωνεμένης στην ψυχραιμία της κατασκευής και διαρκούσας συνομιλίας με την τέχνη του.

Ο πρώτος και κύριος βοηθός του, ακόμα περισσότερο από όσο είθισται, δεν έγκειται αυστηρά στην σεναριογραφή που εδώ, αν είναι κανείς αυστηρός, μπορούσε και οικονομικότερη. Έγκειται στην αριστουργηματική συμβολή του μόνιμου οπερατέρ του, Ματίας Ερντέλι, ενός διευθυντή Φωτογραφίας που πρέπει μάλλον εντατικότερα να εντάξουμε στους μεγάλους σύγχρονους της δουλειάς. Σπάνια βλέπεις σήμερα τόσο σπουδαίες διευθύνσεις φωτογραφίας, τόσο χαρακτηριστικά κινηματογραφικές (σε «ψηλό» 1.43:1), τέτοιας κινησιολογίας της μηχανής, τέλειας χρωματικής επεξεργασίας του ψηφιακού, άφοβες στα σκοτεινά, αλλά και τόσο περίπλοκα φωτισμένες γενικώς χωρίς (κι όμως!) να φαίνονται ούτε επιτηδευμένες, ούτε φωναχτές, ούτε να δημιουργούν αίσθημα κορεσμού. Πιο απλά, ο Άλλος Θεατής, ο βαφτισμένος σινεφίλ, δεν θέλει να ανοιγοκλείσει τα μάτια του μην χάσει κάδρο. Ακόμα περισσότερο; Η συμβολή υπερβαίνει την καλαισθησία, τα κλεισίματα το ματιού (κάποτε η εικόνα παραπέμπει σε ανατολικοευρωπαϊκό έγχρωμο από την εποχής της ιστορίας!) και την συνομιλία με μεγάλους οπερατέρ του παρελθόντος και εισέρχεται στην καθαρή αισθητική συμβολή.

Μια πραγματικά πολυτελής ιστορία ενηλικίωσης, ένα κόσμημα

Η τελευταία είναι πολυδιάστατη και αλληλένδετη με σαφείς σκηνοθετικές οδηγίες. Η κάμερα είναι λεπτομερής και ευγενής (σε βαθμό να θυμίζει Κισλόφσκι), είναι υπερκινητική αλλά με τον πιο…μετρημένο τρόπο, τα τράβελινγκ ρέοντα σε βαθμό ευεξίας, ενώ η επιμέλεια στην τοποθέτηση πληθώρας υλικών ανάμεσα στον φακό και το αντικείμενο φοβερά σπουδασμένη (ο Στέρνμπεργκ δεν θα το έκανε ωραιότερα) και ενδεικτικά υποβοηθητική πολλαπλού νοήματος: Εν περιλήψει, η επισήμανση της απόστασης του φακού από το θέμα του υπογραμμίζει πόσο απέχει η πραγματικότητα από την εξιστόρησή της. Ο Νέμες έχει φτιάξει μια ιστορία πάνω στην ορφάνια, όπως αυτή μεγεθύνεται από το ατομικό στο συλλογικό, μελετά την επίδραση του θετού πατέρα (το Κομμουνιστικό καθεστώς) πάνω στο άτομο το ορφανό από βιολογικό πατέρα (η –ουτοπική;- κατάσταση μιας φυσικής κοινωνικής ελευθερίας), τον οποίον πατέρα όμως δεν παύει να εξιδανικεύει και να προστατεύει, σχεδόν, μέχρις ηθικής και ψυχολογικής εξαντλήσεως. Η τελική σεκάνς, και το τελικό της κάδρο (που κλείνει «έναν κύκλο»), είναι ένα απαύγασμα δραματικής σύγκρουσης, μια μνημειώδης διαλεκτική εξισορρόπηση της αθωότητας με την ενοχή, ένα υπόκωφα συγκλονιστικό σημείο καμπής, θλιβερής -και μαζί υποχρεωτικής- ενηλικίωσης.

Για ένα κοινό πρόθυμο να συγχωρήσει μια σχετική νωχελικότητα δράσης, αλλά ορέγεται αντίθετα να διαβάσει το κάδρο, να υπολογίσει την εσωτερική ρυθμολογία, τον τρόπο δηλαδή που χτίζεται από μέσα μια σύγκρουση δίχως (πολλές) ωθήσεις βίας ή εξωτερικής δράσης (που πάντως δεν λείπει, ιδίως σε μια σκηνή-πεμπτουσία της θηριώδους σωματικής ερμηνείας του Γκρέγκορι Γκαντμπουά), και να απολαύσει κατασκευή σε «άλλη μια», όμως πραγματικά πολυτελή, ιστορία ενηλικίωσης, η νέα ταινία του Λάσλο Νέμες είναι ένα κόσμημα.

ΟΛΕΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
  • Χωρίς Πατέρα
  • Χωρίς Πατέρα