Δυστυχώς Βρίζω
I Swear
H αληθινή ιστορία του Τζον Ντέιβιντσον, ενός πάσχοντος από Σύνδρομο Τουρέτ, μιας πάθησης που μόνο σποραδικά βρέθηκε στην κοινή μας θέα και ίσως τώρα, χάρη σε μια αυθεντική, εξόχως καλοφτιαγμένη «ταινία κοινού» θα περάσει στο συνειδητό μας. Για να γίνουμε και σε αυτό λίγο καλύτεροι. Δικαιότατο BAFTA A’ Ανδρικού στον Ρόμπερτ Αραμέιο.
Και τι πάει να πει «ταινία κοινού» και γιατί εσείς οι κριτικοί μονίμως τις θάβετε;
Στο δεύτερο ερώτημα δεν υπάρχει γενικόλογο «εσείς οι κριτικοί», παρήλθαν οι εποχές της «ύποπτης» ομογνωμίας, είθε σιγά-σιγά να κοπιάσουν (διπλά εννοούμενο αυτό) εκ νέου και οι εποχές της γνωστικής επάρκειας. Αν μια ξεκάθαρη «ταινία κοινού» είναι αναλόγως ξεκάθαρα και μια μεγάλη ταινία, θα βρει την βαθμολογία της – στον…βαθμό που έχει κι αυτό κάποια σημασία. Αν δεν είναι, θα αντιμετωπιστεί ως θωπεία αναγκών κοινού με ελλείμματα δίωρης διασκέδασης. Γιατί μπορεί ένας κόσμος να θέλει πολλά αστεράκια σε κάτι τέτοιο είναι πρόβλημα που υπερβαίνει τις (κοιτασματικές) γνώσεις ενός κριτικού. (Αστείο ήταν αυτό, ψυχραιμία.)
Ταινία κοινού είναι ένα έργο που πατά σε προαιώνιες κοινές μας σταθερές θετικότητας και τις αγκαλιάζει, τις επιβεβαιώνει, τις καθιστά θριαμβεύτριες. Ταινία κοινού είναι μια ταινία που έχει happy end. Το happy end δεν είναι κάτι το τρισκατάρατο, όπως θα ήθελε μια άλλη νοοτροπία να πιστεύουμε. Αν είναι κάτι που κερδίζεται από την δραματουργία, και υπογραμμίζει μια αυθεντική δημιουργική στάση προς τη ζωή, είναι όχι μόνο αριστοτελικώς αρμόζον αλλά και εντελώς χρειαζούμενο.
Εν τέλει, όπως αξίζει σε κάθε ανάλογη ταινία, των συγχαρητηρίων προπορεύεται ένα μεγάλο ευχαριστώ μας
Η ταινία του Κερκ Τζόουνς αφηγείται την νικηφόρα (αν και ένα επεισόδιο στα BAFTA την αντικρούει) διαδρομή ενός ανθρώπου, θύματος μιας σκληρής ψυχικής-νευρικής πάθησης, σε ένα κόσμο που είναι άπειρος στο φαινόμενό της και (τυπικά) αρνητικός στην παρουσία της. Όπως και σε ανάλογες ταινίες κοινού, εκ των πραγμάτων θα θυμηθώ τα «Ξυπνήματα» της Πένι Μάρσαλ, ή τον «Άνθρωπο της Βροχής» του Μπάρι Λέβινσον, η ιστορία ξεκινά προσωποκεντρικά για να ταξιδέψει διδακτικά στην άλλη πλευρά του ανέμου, αυτήν ημών των υγιών και κατά βάση αναισθήτων, και να υπαγορεύσει, κατά τον γλυκύτερο τρόπο, ότι είναι καλύτερα να βοηθάμε ο ένας τον άλλο, παρά να σιχτιριζόμαστε σε πρώτη ευκαιρία. Η ταινία υποθέτει, όπως όλες οι ταινίες κοινού ακόμα και πρόσφατα (το «Green Book», ας πούμε, ή το εκτενέστερο «Life of Chuck» πέρυσι), ότι ζούμε σε έναν κόσμο που αυτό είναι ακόμα εφικτό, οι άνθρωποι ακόμα εμπνέονται από την δυσκολία του άλλου και τον συντρέχουν. Αν κρίνει κανείς από το πόσο σποραδικές έχουν γίνει οι ταινίες αυτές, ιδίως από την μίτρα που κάποτε τυπώνονταν σωρηδόν (το Χόλιγουντ), έχουμε μια απάντηση και ως προς την υπόθεση αυτή.
Πάντως, τούτο, με τον αέρα της βρετανικής παραγωγής και της ιστορίας της σε ρεαλιστικές περιγραφές κοινωνικών ήχων και αποήχων, είναι μια ταινία πέρα ως πέρα καλοφτιαγμένη, ταυτιστική, συγκινητική και αποτελεσματική – όλα τους ιδιότητες μιας καλής «ταινίας κοινού». Θα μπορούσε να πάει πιο ψηλά; Ναι, αν επιθυμούσε να σκάψει περισσότερο στην φύση μιας ασθένειας που συνδέεται και με την ατομική αδυναμία «φίμωσης» της παρόρμησης και την κοινωνική επιρροή που γεννά αντικοινωνικές παρορμήσεις.
Ο Αραμέιο παραδίδει μια ιστορική ερμηνεία, ο μικρός Σκοτ Έλις Γουάτσον να σημειωθεί ως εξίσου καταπληκτικός στον χρονικά πιο περιορισμένο ρόλο του Ντέιβιντσον-εφήβου, όλο όμως το καστ βρίσκεται σε λαμπρό βρετανικό συντονισμό, πράγμα που με τη σειρά του αποτελεί στέμμα της σκηνοθετικής καθοδήγησης του Τζόουνς. Εν τέλει, όπως αξίζει σε κάθε ανάλογη ταινία, των συγχαρητηρίων προπορεύεται ένα μεγάλο ευχαριστώ μας.











