Οδός Μάλαγα
Calle Málaga
Μια ηλικιωμένη Ισπανίδα που γεννήθηκε και ζει στην Ταγγέρη, δέχεται την επίσκεψη της κόρης από την Μαδρίτη η οποία θέλει να πουλήσει το σπίτι της μητέρας της για να λύσει τα οικονομικά της προβλήματα. Η Μαροκινή Μαριάμ Τουζανί επανέρχεται μετά το «Μπλε Καφτάνι» της επιβεβαιώνοντας θέρμη, μυστήριο και σκηνοθετικό σφρίγος. Πανελλήνια πρώτη στις 31ες Νύχτες Πρεμιέρας.
H πραγματεία της προσωπικής ιστορίας μέσα στην αέναη, όχι και πολύ φίλια, ροή της Ιστορίας, απασχολεί εδώ την Μαριάμ Τουζανί. Μια δημιουργό που δεν φορά το φεμινιστικό της βλέμμα στο μανίκι, ώστε να το βλέπουν και να το σχολιάζουν πάσης φύσεως αδιάκριτοι, αλλά δεν παύει και ποτέ να το υπογραμμίζει με ήπιο σθένος πολύ πέρα από στεγανά που θα τα έλεγε κανείς εξόχως «ανδρικά». Εδώ υπάρχουν δύο έκδηλα τέτοια (το ποδόσφαιρο και οι δίσκοι μουσικής), στα οποία η ηρωίδα μας διαπρέπει δίχως και αυτή ποτέ «να το κάνει θέμα». Είναι η ζωή της, είναι απλά η ζωή της, και δεν την επεξηγεί, δεν την μοιράζεται με ανθρώπους (εντός κι εκτός ταινίας) που περιμένουν να πάψει για να μιλήσουν. Για την ακρίβεια έχει την καλύτερή της φίλη – μια καλόγρια που έχει πάρει όρκο σιωπής! – έναν με τον καιρό σύντροφο παλαιοπώλη και μια ολάκερη βουερή κοινότητα στην αγορά της Ταγγέρης κάτω από το σπίτι της στον Οδό Μάλαγα που την φωνάζει με το μικρό της. Ο τρόπος που θέλει να ζει (και ζει) συνιστά πολλαπλή επανάσταση.
Η Μάουρα ήταν πάντοτε κοιτίδα ζωηρότητας, τέτοιο μπρίο καταδέχεται μια μελαγχολία αλλά δεν αφήνεται να χάνει τον ενεστώτα της ζωής
Για να πραγματευθεί την προσωπική ιστορία η Τουζανί διαβλέπει ότι χρειάζεται μια ηθοποιό που να μπορεί να κουβαλήσει το έργο. Στο πρόσωπο της ιέρειας Κάρμεν Μάουρα, μια προσωπικότητα του ισπανικού σινεμά που θαμπώνει χωρίς να θορυβεί, βρίσκει ηγεμονική πρωταγωνίστρια και μαζί παίρνει και ένα ασύλληπτο μπόνους στο ότι η Μάουρα φέρνει μαζί της και μια κινηματογραφική/εξωκινηματογραφική ιστορία. Καθένας από τους θεατές που την ανακαλεί στην μνήμη του από τα χρόνια του ’70 και του ’80, τα χρόνια του Σάουρα, του Τρουέμπα, δεκάδων Ισπανών (κι όχι μόνο) και, πρωτίστως, του Αλμοδόβαρ, αρκεί να την δει να αγναντεύει τις στέγες της Ταγγέρης για να δεχθεί ραδιοκύματα μνήμης, περάσματος χρόνου, καταγραφής του στο πρόσωπο και στο σώμα. Δεν είναι νοσταλγία, διότι το άλγος δεν ποδηγετεί την ματιά της Τουζανί. Η Μάουρα ήταν πάντοτε κοιτίδα ζωηρότητας, τέτοιο μπρίο καταδέχεται μια μελαγχολία αλλά δεν αφήνεται να χάνει τον ενεστώτα της ζωής, κι έτσι το όλον εν τέλει πλουτίζει μοναδικά ένα συναισθηματικό υπόστρωμα ταινίας. Η Τουζανί το γνωρίζει, δεν εγκαταλείπεται στην λογοδιάρροια, δεν επεξηγεί. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού η σχέση της ηρωίδας με το πικάπ και τους δίσκους της (κάτι από μόνο του αρκετό να γονατίσει τους λάτρεις): Ποτέ δεν μαθαίνουμε ακριβώς «γιατί» η σύνδεση είναι τόσο δυνατή. Η Τουζανί σε αφήνει να το φανταστείς (ξέρει ότι θα φανταστούμε τα ισχυρότερα που μπορούμε) και σου ζητά να εμπιστευθείς τον χαρακτήρα της. Και αφού φέρει τα χαρακτηριστικά της Μάουρα, επαφίεται στην ηθοποιό να σε παρασύρει. Το χάρισμά της (και η ιστορία που το συνοδεύει) κάνουν την δουλειά. Toda una vida.
Επιπρόσθετα, η σκηνοθέτις επιδεικνύει με μέθοδο και καλαισθησία την αγάπη της στις επιφάνειες, τα υφάσματα, το χρώμα, το φως και τα αντικείμενα επιμένοντας απτά στο ότι τίποτα εξ αυτών δεν είναι άψυχο, αντίθετα συνυφαίνεται και συν-συγγράφει την ιστορία μιας προσωπικής διαδρομής. Όπως και στο «Μπλε Καφτάνι» έτσι κι εδώ χρειάζεται περίπου ένα τέταρτο για να κάνει τον κόσμο της Μαρία Άνχελες κόσμο σου, τόσο ώστε να εξοργιστείς με την εξέλιξη της ιστορίας – και σχετικά αδύναμο σημείο της ταινίας – στο οποίο η κόρη (η Μάρτα Ετούρα σε πλήρως άχαρο ρόλο) απαιτεί από την ηρωίδα μας να ξεριζωθεί κανονικά. Ωστόσο, και εδώ, η Τουζανί θα επιλέξει την θετικότητα. Η ταινία δεν αναλώνεται σε προστριβές και μοτίβα σύγκρουσης γενεών – είναι άλλωστε βέβαιη ότι η μοντέρνα μας προσέγγιση συνιστά λόγω υλισμού και χρόνων την άρνηση της προσωπικής ιστορίας – αντιθέτως εμβαθύνει αισθησιακά στην ενεργητικότητα, στην απόφαση μιας κίνησης προς τα εμπρός.
Μέρος του παραπάνω δεν είναι μόνο η ευγενής τόλμη της κατάδειξης, για την οποία υπολείπονται τα (δικά μου) λόγια στο πόσο σαρωτική κάθε ageism λογικής αναφαίνεται, είναι και ένα υποδειγματικό φινάλε καθαρού σινεμά υποδήλωσης. Δεν μπορώ βέβαια να σας το αποκαλύψω, όσο όμως συντονιστεί κανείς με τις εικόνες και τον χώρο θα βρεθεί συστημένος με μια επίγευση αιθέριας μελαγχολίας που ισορροπεί την ούτως ή άλλως βαθιά αισιοδοξία του έργου.











