Διαβάστε ακόμη
Ανασκόπηση 2017: Ψηφίστε την καλύτερη ταινία της χρονιάς!
Ανασκόπηση 2017: Οι ατάκες της χρονιάς
Ανασκόπηση 2017: Οι αφίσες της χρονιάς
Ανασκόπηση 2017: Τα viral βίντεο της χρονιάς
Ανασκόπηση 2017: Οι σκηνές της χρονιάς
Ανασκόπηση 2017: Τα πρόσωπα της χρονιάς
Ανασκοπηση 2017: 10 ταινίες-must που… δεν είδατε!
Ανασκόπηση 2017: Απογοητεύσεις και υπερεκτιμημένα της χρονιάς
Twin Peaks: The Return
Πολλοί ισχυρίστηκαν τα τελευταία χρόνια ότι, μεταβαίνοντας στην τηλεόραση, δεν ξέχασαν τις κινηματογραφικές του καταβολές και ουσιαστικά γύρισαν σινεμά στη μικρή οθόνη. Όσοι ισχυρίζονται κάτι τέτοιο, επειδή για παράδειγμα έχουν προσεγμένους φωτισμούς και γερό production value, ξεχνούν ότι η βασική διαφορά των 2 μέσων είναι στον τρόπο της αφήγησης. Η σειρά σπάει τη συνολική πλοκή σε μικρές ωριαίες, ώστε το κάθε επεισόδιο να μοιάζει με τη σειρά του σαν μικρή ταινία, για το καλό της τηλεθέασης. Το πολύ σημαντικό αυτό δομικό στοιχείο αλλοιώνει τη συνολική πλοκή, όσα μαγικά και αν μπορεί να κάνει ο κάθε σκηνοθέτης, εκτός αν έχει το θάρρος να το εγκαταλείψει τελείως.
Αυτό έκανε ο Ντέιβιντ Λιντς που όταν είπε πως το νέο «Twin Peaks» είναι μια ταινία που θα τη δούμε σε 18 μέρη, εννοούσε αυτό ακριβώς. Υπάρχουν ελάχιστες σκηνές που έγιναν για το καλό του κάθε επεισοδίου και όλες σχεδόν εξυπηρετούν τη μεγαλύτερη εικόνα, τη συνολική αφήγηση δηλαδή. Και δεν ήταν μόνο αυτό. Ο Λιντς άφησε στην άκρη τα περισσότερα πράγματα που θύμιζαν «Twin Peaks» στους ορκισμένους φανς της θρυλικής σειράς των 90ς, δεν βολεύτηκε στη λογική ότι θα ξαναβάλει τους ίδιους ήρωες να λένε τα ίδια για το καλό της νοσταλγίας μας, αλλά έφτιαξε κάτι πολύ διαφορετικό, κατά βάση προσωπικό, με αδιανόητες, για τα μέτρα της μικρής οθόνης, στιγμές, όπως ένα ολόκληρο flashback επεισόδιο που προκάλεσε ανατριχίλες. Η επιστροφή του αποδείχτηκε η πιο καλοδεχούμενη της χρονιάς. Τ.Μ.
Top of the Lake: China Girl
Τέσσερα χρόνια πριν, η πρώτη σεζόν του «Top of the Lake» μας σύστηνε την Ρόμπιν Γκρίφιν (Ελίζαμπεθ Μος), μια ειδική σε υποθέσεις σεξουαλικής παρενόχλησης ντετέκτιβ, η οποία ταξίδευε στη Νέα Ζηλανδία για να ρίξει φως στην εξαφάνιση μιας 12χρονου εγκύου.
Έχοντας πέσει η ίδια θύμα βιασμού, ο οποίος είχε ως αποτέλεσμα η Γκρίφιν να γεννήσει ένα κοριτσάκι το οποίο αποφάσισε να αφήσει σε μια ανάδοχη οικογένεια, η νεαρή αστυνομικός είχε τότε κληθεί να εξιχνιάσει μια υπόθεση η οποία αναπόφευκτα πυροδότησε έναν επίπονο εσωτερικό διάλογο με το αδυσώπητο παρελθόν της. Στο «China Girl», το ατμοσφαιρικό και αβανταδόρικο σκηνικό της επαρχίας στη Νέα Ζηλανδία δίνει την θέση του στο παραθαλάσσιο μητροπολιτικό τοπίο του Σίδνεϊ της Αυστραλίας. Εκεί, το αγνώστου ταυτότητας άψυχο σώμα μιας νεαρής Ασιάτισας ξεβράζεται στην παραλία Μπόντι και η Γκρίφιν αναλαμβάνει να λύσει έναν ακόμη απαιτητικό γρίφο.
Στον δεύτερο κύκλο της σειράς, η Τζέιν Κάμπιον («Μαθήματα Πιάνου») εισάγει αρκετούς νέους χαρακτήρες, τους αφήνει περισσότερο χώρο και χρόνο να αναπτυχθούν, ποντάρει δραματουργικά στις ιστορίες τους και τελικά δικαιώνεται καθώς η πλοκή του «China Girl» ξετυλίγεται με αφηγηματική αρμονία. Ενώ οι αστυνομικές έρευνες εντείνονται, η Γκρίφιν προσπαθεί παράλληλα να αποκαταστήσει την σχέση της με την κόρη της, Μαίρη (Άλις Ένγκλερτ), η οποία αισίως περνάει το κατώφλι της ενήλικης ζωής. Η Τζούλια (Νικόλ Κίντμαν), η θετή μητέρα του παιδιού της, αντιμετωπίζει τα νέα δεδομένα με έκδηλη καχυποψία ενώ ο σύζυγός της, Πάικ (Γιουέν Λέσλι), προσπαθεί να διαχειριστεί το γεγονός ότι η σύντροφός του έχει αποφασίσει να τον εγκαταλείψει για χάρη μιας γυναίκας. Τις ήδη εύθραυστες ισορροπίες έρχεται να διαταράξει η πληροφορία πως η Μαίρη είναι ερωτευμένη με έναν αρκετά μεγαλύτερό της Γερμανό άνδρα ο οποίος φαίνεται να εμπλέκεται στην υπόθεση που ερευνά η Γκρίφιν, με αποτέλεσμα η ντετέκτιβ να εγκλωβιστεί σε ένα εκβιαστικό παιχνίδι προτεραιοτήτων κατά την διάρκεια του οποίου διακυβεύονται η αστυνομική της καριέρα, η ψυχική της υγεία αλλά κυρίως η ζωή της κόρης της. K.Θ.
The Leftovers
Το «Leftovers», μία σειρά «κοινωνικής» φαντασίας, είναι ένα απολαυστικό τηλεοπτικό αίνιγμα στο οποίο δεν ανυπομονείς να δώσεις λύση. Αυτό το ειλικρινές «Lost», δημιούργημα του σεναριογράφου/παραγωγού Ντέιμον Λίντελοφ και του συγγραφέα Τομ Περότα («Κρυφές Επιθυμίες»), επικεντρώνεται σε μία κοινότητα που προσπαθεί να επουλώσει τα τραύματά της μετά την αιφνίδια (και ανεξήγητη) εξαφάνιση των μελών της.
Με μία μυσταγωγική πρώτη σεζόν, ένα θαρραλέo δεύτερο ταξίδι και μία τολμηρή κατακλείδα στον τρίτο χρόνο, το «Leftovers» αποτέλεσε μία από τις πιο γνήσιες τηλεοπτικές και αφηγηματικά ριψοκίνδυνες εμπειρίες των τελευταίων χρόνων: συγκινητική, άφοβη, εξωφρενική, γελοία, σπαρακτική, χιουμοριστική, τραγική και πάνω απ' όλα πλήρως ανταποδοτική. Στον τρίτο κύκλο (που απαίτησαν και τελικά έλαβαν οι θαυμαστές της, μιας και η σειρά ήταν να ολοκληρωθεί στο δεύτερο χρόνο) αυτός ο σύγχρονος, ελεγειακός στοχασμός για το τέλος του κόσμου σκιαγράφησε με ειλικρίνεια στα πρόσωπα των πρωταγωνιστών την αγωνία του «μετά» και πρόσφερε μία ουμανιστική αποκάλυψη: την Πίστη στον άνθρωπο. Σπουδαίες ερμηνείες και ειδικά από το πρωταγωνιστικό ζευγάρι Τζάστιν Θερού-Κάρι Κουν και αξέχαστη μουσική από τον Μαξ Ρίχτερ. Π.Γ.
Feud: Bette and Joan
Αυτό που εκ πρώτης όψεως έμοιαζε, στα δικά μου τουλάχιστον μάτια, ως ένα κουτσομπολίστικο και φαντασμαγορικό inside joke για τη βιομηχανία και τα παρασκήνια του παλιού Χόλιγουντ, μεταμορφώθηκε μετά τα πρώτα δύο επεισόδιά του σε μια καυστική κριτική των αδηφάγων μηχανισμών του θεάματος, κατά την ένδοξη εποχή του σταρ σίστεμ, και σε ένα πικρόχολο χρονικό έριδας, πίσω από το οποίο κρυβόταν τελικά μια τραγικών αποχρώσεων ιστορία.
Με εκπληκτικές πρωταγωνίστριες την Τζέσικα Λάνγκ και την Σούζαν Σαράντον, στους ρόλους των Τζόαν Κρόφορντ και Μπέτι Ντέιβις αντίστοιχα, εμπνευσμένες επιλογές στους δεύτερους ρόλους (όπως ο Άλφρεντ Μολίνα ως Ρόμπερτ Όλντριτζ και η Τζούντι Ντέιβις ως Χέντα Χόπερ), αιχμηρότατο σενάριο, εντυπωσιακό σχεδιασμό παραγωγής και πανέμορφη ανασύσταση του παρελθόντος, το διαρκείας οχτώ επεισοδίων και ασταμάτητα ψυχαγωγικό «Feud» του Ράιαν Μέρφι προσπέρασε σχετικά γρήγορα τις camp καταβολές του για να μετατραπεί σε ένα δίκαιο και γεμάτο κατανόηση ψυχόδραμα πάνω στην άσπονδη φιλία δυο ιερών τεράτων του σινεμά τα οποία συνέδεαν περισσότερες και πιο μελαγχολικές ομοιότητες απ’ όσο έκανε ποτέ κανείς τον κόπο να διακρίνει. Λ.Κ.
The Handmaid's Tale
Ίσως να μην υπάρχει τηλεοπτική σειρά τη φετινή σεζόν που να έκανε πρεμιέρα με μεγαλύτερο πάταγο, χαρακτηρισμένη από την εφημερίδα Guardian ως «τρόμος στην πιο αγνή του μορφή». Βασισμένη στο, προ τριακονταετίας, πολύκροτο ομώνυμο μυθιστόρημα μιας από τις πιο ρηξικέλευθες πεζογράφους της εποχής μας, της Καναδής Μάργκαρετ Άτγουντ,(στα ελληνικά κυκλοφόρησε ως «Η Ιστορία της Πορφυρής Δούλης»), η σειρά του Hulu (συνδρομητικής πλατφόρμας προβολής βίντεο, αντίπαλου δέους του Netflix) αφηγείται την ιστορία της Τζουν ή καλύτερα της Οφρεντ (το όνομα προέρχεται από τη συνένωση του ονόματος Φρεντ με την αντωνυμία of, δηλαδή μεταφρασμένο ως «η του Φρέντ») που ζει ως σκλάβα σε ένα μονολιθικό, θεοκρατικό καθεστώς στις -όχι και τόσο μακρινές- Ηνωμένες Πολιτείες.
Φεμινιστική δυστοπία, ιδεολογικοί παραλληλισμοί, sci-fi πολιτική αλληγορία και εφιαλτικός λυρισμός περιπλέκονται σε ένα υπέροχα κινηματογραφημένο δημιούργημα το οποίο, κλείνοντας απειλητικά το μάτι στο σήμερα (αρκεί να δει κάνεις ποιος είναι αυτός που κάθεται στη μεγάλη καρέκλα του οβάλ γραφείου), επιτρέπει στην πρωταγωνίστριά του Ελίζαμπεθ Μος να λάμψει, τυλιγμένη μέσα στην κατακόκκινη σαν αίμα στολή του μαρτυρίου της. Π.Αχ.

Big Little Lies
Ένα βίαιο επεισόδιο ανάμεσα στα παιδιά ενός σχολείου, εξελίσσεται σύντομα σε σημείο αναφοράς που θα φέρει αντιμέτωπους τους εμπλεκόμενους γονείς με τον καθωσπρεπισμό της μικρής κοινωνίας του Μόντερεϊ. Οι ψίθυροι γίνονται κραυγές, οι φήμες παίρνουν διαστάσεις και τα ψέματα αποδεικνύονται αλήθειες. Σχεδόν μοιραία, ένας φόνος θα γίνει ο καταλύτης που θα ξεμπερδέψει το κοινωνικό κουβάρι.
Βασισμένο στο ομώνυμο μυθιστόρημα της Λίαν Μοριάρτι, το τηλεοπτικό «Big Little Lies» ήταν ένας ανακλαστικός κοινωνικός καθρέφτης και ταυτόχρονα μία παραβολή για το βαρύ κληροδότημα του κύκλου της βίας. Ενός κύκλου που διαμορφώνει σχέσεις εξουσίας και παράλληλα καταργεί τις σχέσεις των ανθρώπων. Ο Ζαν Μαρκ Βαλέ των «C.R.A.Z.Y.» και «Dallas Buyers Club» μαζί με μία θηλυκή dream team πρωταγωνιστριών, σκαλίζουν το DNA της μεγαλοαστικής τάξης και αποκαθηλώνουν την κομψή «Όντρεϊ» και τον Βασιλιά «Έλβις» με σαρκαστική διάθεση και φιλική συμπόνοια. Μακάρι η αξέχαστη θηλυκή συμμορία των Νικόλ Κίντμαν, Ρις Γουίδερσπουν, Λόρα Ντερν, Ζόι Κράβιτς και Σέιλιν Γούντλεϊ να συνεχίσει ακάθεκτη στον δεύτερο κύκλο της σειράς, που θα φέρει τη σκηνοθετική υπογραφή της βραβευμένης με Όσκαρ Άντρεα Άρνολντ («Fish Tank», «American Honey»). Π.Γ.
The Americans
Για πολλούς εκεί έξω αποτελεί ακόμα κάτι άγνωστο, όμως από το 2013 μέχρι σήμερα το «The Americans» δεν έχει πάψει να συγκαταλέγεται στις σημαντικότερες δραματικές σειρές που έβγαλε η αμερικανική τηλεόραση την τελευταία δεκαετία. Η πέμπτη σεζόν αυτού του σταθερά σφριγηλού κατασκοπικού δράματος φρόντισε να μη στρώσει απλά το δρόμο για τον έκτο και τελευταίο κύκλο που μας έρχεται την άνοιξη του 2018.
Καθώς η Ελίζαμπεθ (Κέρι Ράσελ) και ο Φίλιπ (Μάθιου Ρις) προετοιμάζουν το έδαφος για επιστροφή στη Σοβιετική Ένωση, ορισμένες εξαιρετικά σκληρές αποφάσεις και λογαριασμοί που παραμένουν ανοιχτοί εξακολουθούν να δίνουν τροφή για την αδιάκοπη ανάπτυξη μερικών από τους πλέον καλογραμμένους χαρακτήρες που μπορείτε να συναντήσετε στη μικρή οθόνη. Την ίδια στιγμή βέβαια, το «The Americans» εξακολουθεί να βάζει τα γυαλιά και στο σινεμά, δείχνοντας τη φιλοσοφία με την οποία θα πρέπει να γυρίζεται πλέον ένα κατασκοπικό δράμα. Ν.Σ.
Search Party
Όταν μια παρέα ανεύθυνων νεαρών αποφάσισαν να εξιχνιάσουν την εξαφάνιση μιας παλιάς συμμαθήτριάς τους, προσπαθώντας υποσυνείδητα να διοχετεύσουν μικρές τονωτικές ενέσεις στις αμήχανες υπάρξεις τους με το να υποδύονται τους ερασιτέχνες ερευνητές, μια πραγματικά εξαιρετική σειρά γεννήθηκε. Το «Search Party» στάθηκε για ολόκληρη την πρώτη σεζόν του μια απρόσμενη στις διαθέσεις της και γνήσια σαρκαστική κομεντί μυστηρίου προτού τραβήξει απότομα το χαλί κάτω από τα πόδια των ηρώων και του κοινού του στο τελευταίο επεισόδιο, παγώνοντας το γέλιο στα χείλη όλων με ένα φινάλε το οποίο θα μπορούσε να είχε αποτελέσει κάλλιστα την ευφυή κατακλείδα σε αυτό το τηλεοπτικό διαμάντι.
Ένα χρόνο μετά, ωστόσο, οι δημιουργοί της σειράς, Τσαρλς Ρότζερς, Σάρα Βάιολετ-Μπλις και Μάικλ Σοουγουόλτερ, επαναφέρουν την ανίερη ερευνητική ομάδα, βάζοντάς την αντιμέτωπη με τις συνέπειες της δραματικής πράξης τους στο unhappy end της πρώτης σεζόν. Μπορεί η συνέχεια του «Search Party» να μην επιφυλάσσει το στοιχείο της έκπληξης και της εξισορρόπησης σε τεντωμένο σχοινί που έφερνε κατά καιρούς στο μυαλό η περσινή σεζόν, ο χαρακτήρας παραμένει, ωστόσο, ίδιος, το σενάριο διατηρεί πανομοιότυπο συνδυασμό ίντριγκας, μαύρου χιούμορ και κωμωδίας ηθών, η αφήγηση είναι μοναδικά πυκνή και το ευρύτερο σχόλιο που επιχειρείται πάνω στον προβληματικό (αν όχι ξεκάθαρα ανησυχητικό) αμερικανικό ψυχισμό των ημερών που διανύουμε αποδεικνύεται εύστοχο και επίκαιρο. Λ.Κ.
Transparent
Πάνε σχεδόν τέσσερα χρόνια από τότε που πρωτοπροβλήθηκε, για λογαριασμό των στούντιο του Amazon, μία από τις πιο ανατρεπτικές και τολμηρές σειρές της σχετικά πρόσφατης αμερικανικής τηλεοπτικής ιστορίας. Φτάνοντας αισίως στην τέταρτη σεζόν, το δημιούργημα της εξαιρετικά ταλαντούχας Τζιλ Σόλογουεϊ -η ίδια προτιμά να χαρακτηρίζει τον εαυτό της άφυλο- βάζει και πάλι βαθιά το μαχαίρι στο κόκαλο των συντηρητικών μας αντανακλαστικών, περιγράφοντας με ειλικρίνεια, θάρρος, βαθύ συναίσθημα και αληθινό σεβασμό την ιστορία μιας μεσοαστικής οικογένειας της οποίας ο πατέρας (ένας σπουδαίος Τζέφρι Τάμπορ στον πρωταγωνιστικό ρόλο) αποκαλύπτει επιτέλους ότι είναι τρανσέξουαλ (ή σωστότερα, transgender).
Ελπίζοντας να μην ισχύουν οι φήμες που θέλουν τον Τάμπορ να αποχωρεί από τη σειρά λόγω υποτιθέμενων σεξουαλικών παρενοχλήσεων (ο ίδιος, πάντως, αρνείται κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς), δεν μπορείς να μην παραδεχθείς ότι το «Transparent» αποτέλεσε για ακόμη μια χρονιά, μία από τις πιο ενδιαφέρουσες και επαναστατικές τηλεοπτικές προτάσεις της σεζόν που πέρασε. Π. Αχ.
American Vandal
Μια ωραία πρωία στο πάρκινγκ ενός αμερικανικού λυκείου, 27 αμάξια καθηγητών βρίσκονται στολισμένα με ένα ζωγραφισμένο πέος. Μοναδικός κατηγορούμενος για τον βανδαλισμό είναι εκείνος ο μαθητής που ήταν ήδη διαβόητος για ανάλογες φάρσες, όμως ένας συμμαθητής του αποφασίζει να πάρει μια κάμερα και να διερευνήσει σε βάθος τα δεδομένα αυτής της φαινομενικά απλής υπόθεσης. Παρότι δεν buzzαρε ποτέ όπως άλλες σειρές που μας συστήθηκαν μέσα στο ’17, το «American Vandal» δεν παύει να είναι ένα μαστόρικο τηλεοπτικό διαμαντάκι που περιμένει να το ανακαλύψετε.
Κυρίως επειδή εντάσσει ευρηματικά τη λογική ενός whodunit που σατιρίζει άγρια την true-crime τηλεόραση, στο σώμα ενός καλοδουλεμένου high school movie. Αν το επίσης δυνατό «13 Reasons Why» σας πέφτει κομματάκι βαρύ, το ανάλαφρο «American Vandal» έχει να ανταμείψει με ένα εξίσου απίστευτο κάστινγκ, γαμάτους χαρακτήρες που παίζουν πονηρά με τα στερεότυπα, εθιστικό σενάριο και δυνατό χιούμορ. Κι όλα αυτά στο προνομιακό πακέτο των μόλις 8 επεισοδίων που με το ζόρι ξεπερνούν το μισάωρο. Ν.Σ.
Από τους Πάνο Αχτσιόγλου, Πάνο Γκένα, Κωστή Θεοδοσόπουλο, Λουκά Κατσίκα, Τάσο Μελεμενίδη και Νεκτάριο Σάκκα





