Από τον Μανώλη Κρανάκη
Πάντοτε πίστευα ότι οι ταινίες είναι σαν τις ιδέες. Κυκλοφορούν κι αυτές ελεύθερες, διαμορφώνουν την κοινή λογική, επιβεβαιώνονται και διαψεύδονται, αποτελούν στάση ζωής. Με τη μοναδική διαφορά ότι η υποστήριξη των ταινιών -σε αντίθεση με τις ιδέες- εμπεριέχει και τον παράγοντα προσωπικό γούστο. Που είναι διαφορετικό από την αισθητική, γιατί αυτή οφείλει να αφορά κάθε μικρή ή μεγάλη ιδεολογία εν τη γενέσει της και μέχρι τέλους και αν όχι, τότε αλίμονο μας.
Το γούστο είναι άλλη υπόθεση. Πιο προσωπική, πιο εγωιστική, αν θέλετε. Και η ιστορία της νεόκοπης τέχνης του κινηματογράφου φέρεται και άγεται από αυτό. Με θράσος, με θάρρος, με εκείνη την εύκολη απόρριψη ή αποδοχή της στιγμής. Που συνήθως -και δυστυχώς- έχει πια περιοριστεί στα διάσημα «πρώτα δέκα λεπτά». Και που παράγει χρόνια τώρα μαζικά «αριστουργήματα» και «τέρατα». Και τις περισσότερες φορές και τα δύο στη συσκευασία του ενός. Μία ταινία που αλλάζει τη ζωή κάποιου, μπορεί για κάποιον άλλο να είναι η χειρότερη που έχει δει ποτέ του. Και, μπορεί, με επιπολαιότητα, αυτή η σχιζοφρένεια να είναι κάτι που πρέπει να δεχτείς αν θέλεις να συνεχίσεις να ζεις σε μία κοινωνία πλουραλιστική, πες την και δημοκρατική, σε κάθε περίπτωση ελεύθερη.
Βγαίνοντας από την προβολή του «ΙΜ Not Τhere» του Τοντ Χέινς που ευτύχησε να κλείσει ένα φεστιβάλ σαν αυτό που είναι 13 χρόνια τώρα οι Νύχτες Πρεμιέρας, σκέφτηκα ξανά όλα τα παραπάνω και ακόμη περισσότερα. Φιλελεύθερος από τη φύση μου, δεν θα αντιδρούσα σε όσους φανερά εκνευρισμένοι αντιμετώπιζαν το πιο φιλόδοξο σχέδιο στην καριέρα του Τοντ Χέινς ως μία απάτη, ως κάτι ακατανόητο, ως κάτι βαρετό, μέχρι και ως «τέρας». Απάντησα με ένα ξερό «ναι» σε όσους διατύπωναν με αγωνία «δεν πιστεύω να σου άρεσε;» και σκέφτηκα πως σε μία άλλη εποχή – πιο αθώα ή τουλάχιστον, για να μην γίνω μελοδραματικός, πιο στερημένη από (αυθεντικές) εικόνες – το «ΙΜ Not Τhere» θα αποθεωνόταν από όλους αυτούς που τώρα είχαν βγάλει τελεσίδικη απόφαση για την (μη) αξία του. Ή τουλάχιστον θα αντιμετωπιζόταν με το σεβασμό που αρμόζει προς έναν δημιουργό που χρόνια τώρα γαλούχησε αυτούς τους ίδιους με μερικές από τις πιο σπουδαίες κινηματογραφημένες εμπειρίες που βίωσε ποτέ η γενιά μου. Και που, ακόμη και αν ένιωσαν ότι εδώ απέτυχε, δεν είχαν ούτε το χρόνο να αναζητήσουν με ψυχραιμία το γιατί.
Ξέροντας πως μοιάζω σαν να ξεκινώ μία έκθεση ιδεών (!) επιπέδου ελληνικών πανελληνίων, θα έλεγα πως σε μία εποχή σαν την σημερινή, όπου ένα έργο δύο ωρών μοιάζει πια δυσβάσταχτο μπροστά στα δωρεάν δευτερόλεπτα του youtube, δεν υπάρχει πια υπομονή. Και η υπομονή στη συγκεκριμένη περίπτωση μεταφράζεται ως μία -υποτυπώδης έστω- ιεραρχία. Ασχετα από το γεγονός που με αναγκάζει να υποστηρίξω διακαώς μία ταινία σαν να ήταν μία ιδέα, νιώθω ανίσχυρος μπροστά σε μία τόσο έντονη απόρριψη ενός έργου παθιασμένου, φτιαγμένου με αγάπη προς το αντικείμενο του, πολυεπίπεδου στα όσα έχει να καταθέσει γύρω από τις έννοιες της προσωπικότητας, της διασημότητας, της ανάγκης να μην είσαι εκεί όταν όλοι απαιτούν από σένα να βρίσκεσαι παντού. Μια απόρριψη που το εξομοιώνει με οποιαδήποτε άλλη «κακή» ταινία στην οποία απλά έτυχε να σε τραβήξουν οι φίλοι σου για να την δεις, ενώ εσύ… βαριόσουν.
Ευτυχώς, όπως συμβαίνει και με τις ιδέες, υπάρχει κάτι που τελικά υποστηρίζει από μόνο του τις ταινίες. Και αυτός είναι ο χρόνος που αργά ή γρήγορα βάζει τα πράγματα στη θέση τους. Και είναι αυτός που θα τοποθετήσει το «ΙΜ Not Τhere» ως ένα ακόμη κομμάτι της φιλμογραφίας του Τοντ Χέινς (πόσοι το σκέφτηκαν κατά τη διάρκεια της προβολής του και πόσοι από αυτούς που θα ψήφιζαν το «Safe» και το «Velvet Goldmine» ως δύο από τις καλύτερες ταινίες που είδαν ποτέ;) και μάλλον ως ένα από τα πιο ιδιοφυή. Και που σίγουρα, όπως κάθε ιδέα στην ιστορία αυτού του κόσμου που απορρίφθηκε συλλήβδην εκ παραδρομής, θα γίνει κάποια στιγμή επίκαιρη, έτοιμη να δεχθεί ξανά και ξανά μέσα στο βάθος του χρόνου την αποδοχή και την απόρριψη. Και μην παραξενευτείτε αν στους ήδη ορκισμένους (από τα πρώτα δέκα λεπτά!) οπαδούς της προστεθούν κι άλλοι, ανάμεσα στους οποίους και όσοι με εγωισμό προσωπικού γούστου την αντιλήφθηκαν ως μία βιογραφία του Μπομπ Ντίλαν που, είτε επειδή λατρεύουν είτε επειδή τον μισούν, βιάστηκαν να πάρουν θέση. Ξεχνώντας πως οι ιδέες που άλλαξαν τελικά αυτόν τον κόσμο, ξεκίνησαν απλά από μία αφορμή, πριν καταλήξουν να αφορούν τον καθένα.






