Η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Ολλανδίας, της οποίας το όνομα σημαίνει «Φράγμα στον ποταμό Ρόττε», σίγουρα έχει πολλούς λόγους για τους οποίους μπορεί να καυχιέται. Με πληθυσμό πάνω από 600.000 κατοίκους, το Ρότερνταμ θεωρείται ως η πλέον πολυπολιτισμική ευρωπαϊκή πόλη, αφού, πέρα από το γεγονός ότι πρόκειται για ένα από τα μεγαλύτερα παγκόσμια λιμάνια και βασική πύλη εισόδου υπερατλαντικών αγαθών στην Ευρώπη (μόνο προσφάτως, αυτά της Σιγκαπούρης και της Σαγκάης του στέρησαν την πρωτιά), είναι πασίγνωστο τόσο για την υψηλή μοντέρνα αρχιτεκτονική των κτιρίων του (με κορωνίδα τα περίφημα «κυβικά σπίτια») , όσο και για το φημισμένο Εράσμειο Πανεπιστήμιό, ονομαζόμενο έτσι προς τιμήν ενός από τους πιο διάσημους κατοίκους του την εποχή της Αναγέννησης.
Τον πρώτο μήνα κάθε νέου έτους, ωστόσο, εκεί χτυπά η καρδιά του παγκόσμιου καλλιτεχνικού σινεμά, αφού το Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Ρότερνταμ δικαίως έχει καταφέρει να συγκαταλέγεται στην κατηγορία των πιο σημαντικών σινε-γιορτών του πλανήτη, κερδίζοντας συνεχώς έδαφος, τόσο από πλευράς αριθμών (πέρσι προσέλκυσε πάνω από 2.000 επαγγελματίες του σινεμά και έκοψε πάνω από 300.000 εισιτήρια) όσο και από αυτήν της καλλιτεχνικής δημιουργικότητας και κινηματογραφικής ποικιλίας.


«Σκοπός του Φεστιβάλ, κάθε χρόνο, είναι να μπορεί να αφήνει το σινεμά να οραματίζεται και εμάς τους ίδιους να εμπνεόμαστε από την καλλιτεχνική ειλικρίνεια των νέων κινηματογραφιστών. Μετά από μια χρονιά γεμάτη αντιφάσεις, από την εκλογή ενός προέδρου στην πιο ισχυρή χώρα του κόσμου του οποίου τα «ενοχλητικά» tweet γεμίζουν κάθε μέρα τις τηλεοράσεις μας, έως την έκθεση των ισχυρών της βιομηχανίας του σινεμά απέναντι στη φυλετική διάκριση, το σεξισμό και την παρενόχληση, γίνεται ακόμη πιο επιτακτική η ανάγκη να επιλέγουμε τις εικόνες και τις ιστορίες που, όπως και να ‘χει, διαμορφώνουν το περιβάλλον μας, αλλά και εμάς τους ίδιους.
Εξάλλου, το "σινεμά", το οποίο στον πιο πλατύ του ορισμό περιλαμβάνει ταινίες μυθοπλασίας μικρού και μεγάλου μήκους, ντοκιμαντέρ, αφηρημένα οπτικοακουστικά μοτίβα, οπτικές τέχνες αλλά και εικονική πραγματικότητα, είναι ένα από τα ισχυρότερα και διαχρονικότερα μέσα έκφρασης ιδεών. Γι’ αυτό το λόγο, λοιπόν, είμαστε εδώ». Αυτές είναι μόνο μερικές από τις σκέψεις του Μπέρο Μπάιερ, καλλιτεχνικού διευθυντή του Φεστιβάλ, που αντικατοπτρίζουν το γενικότερο κλίμα, τη διάθεση προβληματισμού, αλλά και την καινοτόμα αντίληψη του θεσμού απέναντι στο κινηματογραφικό μέσο.

Χωρισμένο σε τέσσερα βασικά τμήματα («Bright Future», «Deep Focus», «Voices» και «Perspectives») το δεκαήμερο Φεστιβάλ του Ρότερνταμ (ή εν συντομία «IFFR») επιχειρεί να ανιχνεύσει όλες τις ανεξάρτητες καλλιτεχνικές τάσεις του κόσμου του σινεμά περιπλανώμενο από τη μια άκρη της υφηλίου ως την άλλη και παρατηρώντας μικρές αλλά και οικουμενικές ιστορίες, επιλέγει να αποζητήσει, στο ταλέντο των δημιουργών τους και στις γεμάτες αυτοπεποίθηση καλλιτεχνικές τους φωνές, μια διαφορετική, ίσως καλύτερη οπτική γωνία της καθημερινότητας.
Παίρνοντας ενεργά μέρος σε αυτό το πολύ σπουδαίο κινηματογραφικό γεγονός, σας μεταφέρουμε το κλίμα του 47ου IFFR μέσα από τις ταινίες του. Ταινίες που είδαμε, που μας κέντρισαν το ενδιαφέρον, μας προβλημάτισαν, μας συγκίνησαν. Ταινίες που ίσως δεν πάρουν όλες τους διανομή στις αίθουσες, αλλά σίγουρα αξίζει τον κόπο να τις γνωρίσεις.

Το A Tiger in Winter του Κορεάτη Lee Kwangkuk περιγράφει την ιστορία ενός συναισθηματικά καταβεβλημένου πρώην συγγραφέα και νυν υπαλλήλου εταιρίας επαγγελματιών οδηγών, που αναγκάζεται να φύγει από το σπίτι της φίλης του όταν οι γονείς της αποφασίζουν να την επισκεφτούν. Κουβαλώντας μόνο μια βαλίτσα με όλα του τα υπάρχοντα θα αρχίσει να περιφέρεται άσκοπα στους παγωμένους δρόμους της Σεούλ, την ιδία μέρα στην οποία μια τίγρη θα δραπετεύσει από τον τοπικό ζωολογικό κήπο.
Έχοντας συνηθίσει το κοινό σε πιο περίπλοκες αφηγήσεις, ο Kwangkuk θα αποφασίσει να μεταφέρει στην οθόνη μια πιο ευθύγραμμη και λιτά κατασκευασμένη ιστορία, που μιλά περισσότερο με τις σιωπές των βασικών της πρωταγωνιστών, οι οποίοι αναζητούν μέσα στις δύσκολες ανθρώπινες σχέσεις τους, την έμπνευση, τη λύτρωση από το παρελθόν που τους καταδιώκει, ίσως και το νόημα της ζωής και της ευτυχίας. Και όλα αυτά ενώ ένας πραγματικός (και όχι ψυχολογικός) κίνδυνος παραμονεύει σε κάθε γωνιά της αφιλόξενης και μελαγχολικής μεγαλούπολης.

Η δύσκολη θεματική του σχολικού εκφοβισμού αποτελεί την αφηγηματική πρώτη ύλη του Pin Cushion της Deborah Haywood, που προβλήθηκε ταυτόχρονα με πολλούς κινηματογράφους ολόκληρου του κόσμου (στην Αθήνα στον κινηματογράφο «Δαναό» και στη Θεσσαλονίκη σε συνεργασία με το Φεστιβάλ Κινηματογράφου της πόλης) στα πλαίσια του IFFR Live, ενός πρωτοποριακού θεσμού που ιδρύθηκε το 2015 και δίνει τη δυνατότητα σε σινεφίλ κοινό να απολαύσει μερικές από τις πρεμιέρες του Φεστιβάλ ζωντανά, αλλά και να συμμετέχει στις συνεντεύξεις των συντελεστών των ταινιών μέσω διαδικτύου.
Αναμιγνύοντας το γεωμετρικό στιλιζάρισμα των ταινιών του Γουες Άντερσον με την οδυνηρά ρεαλιστική αποτύπωσης μιας σχέσης αγάπης-μίσους μεταξύ μητέρας και κόρης, η Haywood περιγράφει τις προσπάθειες της έφηβης Ιλόνα (εξαιρετική η Λιλί Νιούμαρκ, εκτός άλλων νέο πρόσωπο της Chanel) να γίνει αποδεκτή στο καινούριο και αφιλόξενο σχολικό περιβάλλον, αντιμετωπίζοντας την απάθεια, την αδιαφορία αλλά και τη βιαιότητα των συμμαθητών της και κυρίως των δημοφιλών παιδιών της τάξης. Αν και πολλές φορές πλησιάζει τα όρια της αφέλειας χάνοντας πόντους από τη δραματουργία, το ντεμπούτο της Βρετανίδας σκηνοθέτη καταφέρνει να συγκινήσει αυθεντικά, κυρίως στις ευαίσθητες σκηνές της καθημερινότητας ανάμεσα στην Ιλόνα και τη δυσλειτουργική μητέρα της ανάμεσα στους μισοβαμμένους ροζ τοίχους του σπιτιού τους, ζώντας θαρρείς ένα ακαλαίσθητο και υπερβολικά ζαχαρωμένο παραμύθι, πλαισιωμένο από κιτς μικρά πορσελάνινα αγαλματάκια και βρόμικες χνουδωτές παντόφλες σε σχήμα γάτας.

«Αυτό το φιλμ μιλά για την εμπιστοσύνη». Έτσι χαρακτήρισε το The End of Fear η σκηνοθέτης του Barbara Visser, στην επίσημη πρεμιέρα ενός ιδιαίτερα ενδιαφέροντος και επιδέξια γυρισμένου ντοκιμαντέρ που μιλά για ένα από τα πιο διάσημα «εγκλήματα» στην ιστορία της μοντέρνας τέχνης: το βανδαλισμό του περίφημου αφηρημένου πίνακα ζωγραφικής Whose Afraid of Red Yellow and Blue, του Μπάρνετ Νιούμαν -ενός από τους πιο σπουδαίους καλλιτέχνες του είδους- από έναν διανοητικά συγχυσμένο άνθρωπο, ο οποίος το 1986 μπήκε στο μουσείο Stedelijk του Άμστερνταμ και με ένα μαχαίρι κατάφερε βαθιές τομές τον καμβά, κόβοντας πρακτικά τον πίνακα σε οριζόντιες λωρίδες.
Η υπόθεση όμως δεν τελειώνει εδώ, αλλά περιλαμβάνει και την αποτυχημένη αποκατάσταση του πανάκριβου, σχεδόν μονοχρωματικού έργου, που οδήγησε σε έναν μακροχρόνιο δικαστικό αγώνα ανάμεσα στο μουσείο και τον Αμερικάνο συντηρητή που ανέλαβε να τον επιδιορθώσει. Η σκηνοθέτης αποφασίζει εύστοχα να μετατρέψει το απρόσωπο σε προσωπικό, θέτοντας ταυτόχρονα ζητήματα αυθεντικότητας, ερμηνείας, ακόμη και πρωτοτυπίας στην τέχνη, αντηχώντας παράλληλα τη συμβολική εξύψωση των «ευτελών» ready-made αντικειμένων του Μαρσέλ Ντισάν σε έργα έκφρασης και έκθεσης με τεράστια θεσμική αξία.







