11:39
8/1

«Ο Άνθρωπος με την Κινηματογραφική Μηχανή»: 90 χρόνια μετά

Προτού φθάσουμε στο νεορεαλισμό, την νουβέλ βαγκ, το free cinema και το σημερινό αμάλγαμα (ή συνονθύλευμα, αν προτιμάτε…) σινεμά δίχως συνειδητή φιλοσοφία κατασκευής πίσω του, υπήρχε η σοβιετική πρωτοπορία. Και ο Τζίγκα Βερτόφ, ο σκηνοθέτης του «Ανθρώπου», ήταν ο πρωθιερέας της.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Δεν λογαριάζεται σινεφίλ κάποιος που δεν έχει δει έργα σαν τον «Άνθρωπο με την Κινηματογραφική Μηχανή». Βέβαια, εδώ που τα λέμε, δεν υπάρχουν έργα σαν αυτό. Πολλοί πειραματίζονταν τότε, υπήρχαν τα φιλμάκια των ντανταϊστών, άλλων διαφόρων απόμαχων του σουρεαλισμού, οι αφηγηματικές ταινίες του Γκρίφιθ και των Αμερικανών φυσικά, όμως σαν και τούτο, πλην της λογικής του «Βερολίνο: Η Συμφωνία μιας Μεγαλούπολης» του Βάλτερ Ράτμαν, δύο χρόνια πριν, δεν θα βρεις.

Κι αυτό διότι «απλά» εκείνη την εποχή στην σοβιετική κινηματογραφία, ναι μεν υπό τον μαρξιστικό πέλεκυ και παρά τον άτεγκτο κρατικό έλεγχο όλων των κινηματογραφιστών, αναπτυσσόταν ραγδαία, τόσο θεωρητικά όσο και πρακτικά, μια ιδεολογία παρασκευής κινηματογράφου που όσο συζητήσιμη ήταν η ιδεολογική εκβολή της, τόσο ακρογωνιαίας σημασίας είναι η σκοπιμότητά της. Οι Σοβιετικοί ήθελαν να «καθαρίσουν» το σινεμά από αισθητικές επιμειξίες, φιλοδόξησαν να το απεμπλέξουν από τα λόγια και την θεατρικότητα, εννόησαν ουσιαστικά πως αποτελεί την αυτόνομη ολοκαίνουργια τέχνη μιας εποχής.

Από τα σπάργανα αυτά ήρθε ο Τζίγκα Βερτόφ, ένας σκληροπυρηνικός Πολωνός (Δαυίδ Αμπελέβιτς Κάουφμαν το όνομά του, γεννημένος σε εδάφη της τότε Ρωσσικής αυτοκρατορίας), η ψυχή των ριζοσπαστών της νέας κινηματογραφικής εποχής, ένας θεωρητικός με κότσια και ιδέες που σκιαγράφησε (και μετά παρήγαγε/σκηνοθέτησε) για το πως ακριβώς θα έπρεπε να είναι το νέο αυτό σινεμά: Δίχως ηθοποιούς, δίχως σκηνικά, δίχως σενάριο, με «Κάμερα-Μάτι» και ολοκληρωτική εγκατάλειψη της αφηγηματικότητας με παραδοσιακούς τρόπους (που γι’ αυτόν ήταν το νέο όπιο των μαζών), ανάδυση του νέου συλλογικού, λαϊκού ήρωα και αποκρυστάλλωση του ντοκιμαντέρ ως του μόνου είδους που μετράει για σινεμά.

Δεν υπάρχει, υποθέτω, ιδιαίτερη αμφιβολία πως αυτά παραείναι απόλυτες θέσεις, παράγωγα βέβαια ενός καθεστώτος που έπρεπε να εξυπηρετηθεί και να εξυπηρετήσει, ωστόσο η σημασία του κάθε άλλο παρά συλλήβδην μπορεί να υποτιμηθεί. Εξαιτίας αυτών του των αρχών ο Βερτόφ έφτασε στον κολοφώνα του, το έργο αυτό, μια παροιμιώδη κατασκευή καθαρού σινεμά, γεμάτη τεχνικές λεπτομέρειες, πτυχές κι ευρεσιτεχνίες, αισθητική επανάσταση και πολιτική πρόταση. Στον «Άνθρωπο» συνωστίζονται διπλοτυπίες, jump cut και κάμερα στον δρόμο (πριν το νεορεαλισμό και πολύ πριν τη νουβέλ βαγκ – για να μην υπερτιμούμε τον Γκοντάρ), πληθώρα τρικ και εφέ, καθώς κι ένα πρωτοποριακό μοντάζ επαγωγών και συνεκδοχών, συνθέτοντας ένα μοναδικό, μοντερνιστικό – και αξιοπερίεργο – αποτέλεσμα.

Με τον αδελφό του διευθυντή φωτογραφίας και την γυναίκα του μοντέζ - όλοι τους μέλη μιας σκληροπυρηνικής κολλεκτίβας που ήθελε (και κατάφερε) να αλλάξει το σινεμά – ο Βερτόφ γύρισε επί τρία χρόνια στην Μόσχα, το Κίεβο, το Χάρκοβο και την Οδησσό, έφτιαξε την δική του Συμφωνία μιας φουτουριστικής μεγαλούπολης (δυο χρόνια μετά τον Ράτμαν), βασισμένος όμως στον μαρξιστικό ενοποιό πυρήνα και λαμβάνοντας υπ’ όψιν όλες τις τότε σύγχρονες πτυχές (βιομηχανοποίηση, εργασία, ο σοβιετικός πολίτης) που διαμόρφωναν το ύφασμα του Κόκκινου ιδεώδους.

Αναμενόμενα, η ρηξικέλευθη αισθητική και το σπάσιμο κάθε νόρμας της «διασκεδαστικής» νέας τέχνης (και παρά την τεράστια προειδοποιητική καταχώρηση στην εφημερίδα «Πράβδα») η ταινία δίχασε και απέτυχε (ο Αϊζενστάιν τον χαρακτήρισε «κοινό τραμπούκο με κάμερα») χρειαζούμενη χρόνια για την αποκατάστασή της. Η οποία μοιραία θα ερχόταν μοναχά για την νεοσύστατη ιντελιγκέντσια του σινεμά, ανθρώπων που θα τους ένωνε η ανάγκη τους να αποσπασθούν από το κυρίως κινηματογραφικό ρεύμα της κριτικής. Στην πραγματικότητα όμως, και με την ιδεολογική ομίχλη ξεδιαλυμένη αφού το μεγάλο έργο τέχνης δεν χρειάζεται και δεν αγκυρώνει στο πεπερασμένο της ιδεολογίας, ο «Άνθρωπος με την Κινηματογραφική Μηχανή» είναι ένα περήφανο sui generis έργο, που προφητεύει σειρά μετέπειτα ρευμάτων και χαρτογραφεί τις άπειρες εκφραστικές δυνατότητες της νέας και δυνητικά πιο ολοκληρωμένης τέχνης: του Κινηματογράφου.