12:11
6/7

Ένιο Μορικόνε (1928-2020): Ο μελωδός του σινεμά και των ονείρων μας δεν μένει πια εδώ

Πώς αποχαιρετάς τον Ένιο Μορικόνε; Δεν τον αποχαιρετάς. Ακουμπάς την βελόνα στον δίσκο, πατάς ένας play, κλικάρεις έστω την μουσική του στο διαδίκτυο και συνειδητοποιείς, με νωπά μάτια είναι αλήθεια, ότι όσο είμαστε εμείς εδώ θα είναι και αυτός.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Το σινεμά δεν γίνεται τυχαία βιωματικό. Συντρέχει στιγμές της ζωής σου, ιστορίες του θυμίζουν τις δικές σου, οι άνθρωποι του πανιού κοιτάζουν, μιλούν, χορεύουν, στέκουν, ερωτεύονται, πενθούν ακριβώς όπως κι εσύ. Κι όλα αυτά συμβαίνουν κάποτε με μια μουσική επένδυση. Που όσο πιο πολύ «πιστεύεις», τόσο πιο συχνά ξεκολλά από το πανί και επενδύει την δική σου ζωή. Ο Ένιο Μορικόνε καυχιέται πως επένδυσε τις ζωές τόσων πολλών ανθρώπων, που ακόμα και οι ταινίες που τον είχαν εύσημο ίσως πρέπει να κάνουν ένα σεβαστικό βήμα πίσω παραδεχόμενες το χρέος τους. Και ιδίως σήμερα, μεσίστια η σημαία: Ο Μαέστρο δεν μένει πια εδώ.

Ένα κείμενο για τον Μορικόνε οφείλει συναίσθηση των ορίων του. Η καταγραφή του καλλιτεχνικού μεγέθους του Ρωμαίου συνθέτη, της ποταμιαίας συνεισφοράς, του ασύλληπτου πλήθους κινηματογραφικών μουσικών (πάνω από 500), της τρομακτικής διάχυσης της επίδρασής του σε εντελώς ανέλπιστους τομείς και είδη μουσικής, απαιτεί συστηματική, επίπονη καταγραφή.

Όμως ειδικά στον κινηματογράφο, που αφορά και το κυρίως σώμα του έργου του, η ποσότητα της παραγωγής Μορικόνε αποκτά έναν χαρακτήρα κυριολεκτικά συγκλονιστικό αν την συσχετίσεις με την ποιότητα του αποτελέσματος. Συγκλονισμός που προσπαθεί να περιγράψει ένα ατόφιο ταλέντο, όμως και μια καταπληκτική εργασιακή ηθική. Υπάρχουν χρονιές που ο Μορικόνε υπέγραψε περισσότερα από 15 και 20 έργα. Το 1972, υπέγραψε 30 συνθέσεις μόνο για το σινεμά και την τηλεόραση. Ολοκλήρωνε την σύνθεση, την συγγραφή, την ενορχήστρωση και την παραγωγή σε περισσότερα από δύο σχέδια τον μήνα. Όχι, ο Ένιο Μορικόνε δεν έχει ανάλογο στην ιστορία του μέσου.

Στον κινηματογράφο ο maestro ήρθε την δεκαετία του ’60, ακολούθως μιας ραγδαία αναπτυσσόμενης παραγωγής (συχνότατα ενορχηστρώσεων, που από την αρχή κατέδειξαν το καινοτόμο ταλέντο του στον ήχο), στο τραγούδι, το ραδιόφωνο, την τηλεόραση. Από το ’60 και μετά, παράλληλα με το σινεμά, η RAI και διάσημοι εγχώριοι αστέρες διαμετρήματος (Μίνα, Ρίτα Παβόνε, Τζίμι Φοντάνα, Τζιάνι Μοράντι, Νόρα Ορλάντι, Λουίτζι Τένκο, η λυρική ιστορία της Ιταλίας του ’60 δηλαδή) είχαν τον Μορικόνε δίπλα, οδηγό. Ταυτόχρονα, δίπλα στην ποπ ευαισθησία, αναπτυσσόταν το Il Gruppo, μια ομάδα αναρχικών της μουσικής, που παρήγε ατονικές συνθέσεις, αυτοσχεδιασμούς, περιπλανιόταν σε μονοπάτια που αργότερα, σε ίχνη, θα βρεις και σε κινηματογραφικές δουλειές του. Ο Ένιο είχε μια έγνοια στη ζωή του, τη μουσική. Και την υπηρέτησε με τρόπο και αποτέλεσμα που ίσως δεν είναι εφικτό πια. Η προσήλωσή του υπήρξε παροιμιώδης.

Κάποια στιγμή ήρθε ο Λεόνε στη ζωή του. Κι αυτό σημείωσε την προσωπική του στροφή στην υπηρεσία του κινηματογράφου. Και κάπως έτσι, από την μεγαθηριακή επιτυχία των «Για Μια Χούφτα Δολάρια», «Μονομαχία στο Ελ Πάσο» και «Ο Καλός ο Κακός και ο Άσχημος» το προσωπικό μετουσιώθηκε, ως σήμερα, σε συλλογικό. Μέσα από την μουσική του ορίστηκε μια εποχή, μαζί της κάμποσοι ορκισμένοι θιασώτες αλλά και αναρίθμητοι θαυμαστές. Η σφραγίδα του, οριζόμενη ανεπανάληπτα και εξίσου τόσο από την μελωδία όσο και από την ενορχηστρωτική ιδιοφυία, υπήρξε θεμέλια λίθος, μελωδικό περίβλημα και μουσική ψυχή σε μια κολοσσιαία αριθμητικά κινηματογραφία που πρακτικά ιχνογραφεί μελωδικά τις δεκαετίες του ’60, του ’70 και εν μέρει του ’80. Πιο απλά, για πολλούς από μας, η ανάμνηση και υπενθύμιση μιας εποχής φέρει αυτόματα το μέλος Μορικόνε.

Απλώς αναφορικά, αφού το σινεμά που χρειάστηκε τον Μορικόνε ποικίλει εκπληκτικά. Από τα γουέστερν του Λεόνε (και το «Κάποτε στην Αμερική» βέβαια) και τα σπαγγέτι (Τέσαρι, Κορμπούτσι, Νταμιάνι), στο πολιτικό δράμα (Ποντεκόρβο και «Μάχη του Αλγερίου», Μπερτολούτσι, Μπελόκιο, Μπρας, Παζολίνι, Πέτρι, Ταβιάνι). Από τα giallo και τα horror (του Μπάβα, του Αρτζέντο, του Λέντζι) στο Χόλιγουντ απίθανων συμβολών στον Μάλικ, τον Ταραντίνο, τον Σίγκελ, τον Λέβινσον, τον Τζεφιρέλι, τον Τζόφι, τον Ντε Πάλμα, τον Κάρπεντερ, τον Πολάνσκι. Παράλληλα φυσικά οι ομοεθνείς του, ο Τορνατόρε του οφείλει περίπου τα πάντα. Η λίστα ατελείωτη, κυριολεκτικά. Τόσοι και τόσοι δημιουργοί που οφείλουν την χαραγματιά μνήμης του έργου τους σ΄ αυτόν.

Ως εκ τούτου δεν αποχαιρετάς τέτοιον άνθρωπο. Δεν αποχαιρετάς μια συμβολή. Την μνημονεύεις, την προασπίζεσαι, την καταθέτεις σαν τεκμήριο μιας κουβέντας περί πολιτισμού. Πιο πολύ, την βιώνεις. Διότι η «σχέση» με τον Ένιο Μορικόνε, παράξενα μονομερής όσο κι αν φαίνεται (αυτός έδινε, εμείς απολαμβάναμε), είναι μια σχέση που δεν κόβεται, έτσι απλά, με έναν θάνατο. Τέτοια ισχύς στον θάνατο δεν παραχωρείται.  Έστω κι αν χάνεται ο ενεστώτας, ιδίως όσο μέσα στην τέχνη προς και κατα-φεύγεις, καταλαμβάνει ο εξακολουθητικός μέλλοντας. Ο Ένιο Μορικόνε είναι από εκείνους, τους ελάχιστους, που στοιχειοθέτησαν τους λόγους, άρρητοι οι περισσότεροι, που ζούμε τη ζωή μας όπως τη ζούμε. Θα είναι πάντα εδώ, κάθε μέρα εδώ, όπως ήταν μέχρι σήμερα. Όσο υπάρχουμε εμείς, ο κόπος του ταλέντου του θα είναι βιωματικά αναγνωρισμένος.