Σύμφωνα με το κείμενο, οι περισσότεροι που έχουν περάσει τα 35, θα νιώσουν άβολα παρακολουθώντας το «Suntan», μια ενοχλητική υπενθύμιση ότι από τη στιγμή που τελειώνει η νιότη, τελειώνει για τα καλά.
Τοποθετημένο σε ένα μικρό ελληνικό νησί, όπου ένας γιατρός παθαίνει εμμονή με μια νεαρή γυναίκα, το φιλμ μετατρέπεται σε μια σκληρή απεικόνιση της πτώσης ενός άνδρα, σε έναν στρόβιλο πάθους, που συνδυάζεται με μια εκπληκτική έλλειψη αυτογνωσίας.
Το Variety, εγκωμιάζει τον τρόπο που ο Παπαδημητρόπουλος πετυχαίνει διάνα, με όλες τις έννοιες, κάνοντας την ταινία του, φεστιβαλικό must, και περιγράφει, κάπως έτσι, την υπόθεση της ταινίας:
«Στα 42 του, ο γιατρός Κωστής (ο Μάκης Παπαδημητρίου του “Chevalier”), είναι είναι υπέρβαρος, είναι μόνος και όχι ακριβώς στην κορυφή, στην κλίμακα της επιτυχίας, όταν αποβιβάζεται στην Αντίπαρο, όπου και νοικιάζει μια κατοικία ως ο νέος γιατρός του νησιού. Με χειμερινό πληθυσμό, 800 κατοίκων, δεν υπάρχουν πολλά γι’ αυτόν να κάνει, παρ’ όλα αυτά φαίνεται διατεθειμένος να μείνει εσωστρεφής, για να γιατρέψει ήσυχα κάποια ανεξήγητα συναισθηματικά τραύματα.»
Το ελληνικό τρέιλερ του «Suntan»
Το τολμηρό διεθνές τρέιλερ της ταινίας
Στη συνέχεια, το Variety αναφέρει ότι, με τον ερχομό του καλοκαιριού, καταφθάνουν στο νησί διάφοροι νεαροί τουρίστες. Μια μέρα στην κλινική του γιατρού, έρχεται η ελαφρώς τραυματισμένη Άννα (που την υποδύεται η Έλλη Τρίνγκου), μαζί με τέσσερις φίλους της, και ο Κωστής μεθάει από την εγκεφαλική, σεξουαλική δύναμη αυτού του ξανθού ελεύθερου πνεύματος.
Παρέχονται κι άλλες λεπτομέρειες για την πλοκή, ενώ παράλληλα εκθειάζονται οι σκηνοθετικές εμπνεύσεις του Παπαδημητρόπουλου, όπως, για παράδειγμα, ο τρόπος που αντιπαραβάλει την απαλή, χρυσή σάρκα του νεαρού κοριτσιού, με το χλωμό, τριχωτό δέρμα του Κωστή.
«Το “Suntan”, συλλαμβάνει την εκρηκτική αύρα της νιότης, με επώδυνη, συχνά, ακρίβεια που κόβει την ανάσα. Η σαγήνη της, αιχμαλωτίζει, γιατί είναι αβίαστη κι ο Παπαδημητρόπουλος παρουσιάζεται δηκτικός με όλους εκείνους που αδυνατούν να αποδεχτούν ότι η δική τους νιότη, παρήλθε –όχι μόνο με τον Κωστή, που τουλάχιστον αντιμετωπίζεται με μια στάλα συμπάθειας, άλλα και με οποιονδήποτε άλλο τολμάει να αψηφήσει τους αδυσώπητους περιορισμούς της ηλικίας, με το να ντύνεται ή να φέρεται ως νεαρός, κόντρα στις επιταγές της πλαδαρής σάρκας του.»
Πέρα από τη σημειολογία της, η εικαστική φρεσκάδα της ταινίας, συγκεντρώνει, επίσης, πολύ θετικά σχόλια. Γίνεται αναφορά στην καταπληκτικά καδραρισμένη εναρκτήρια σκηνή, με τον Κωστή πάνω στο πλοίο, ενώ εκθειάζεται και η φωτογραφία του Χρήστου Καραμάνη, που οι φακοί του «συλλαμβάνουν τον ελληνικό καλοκαιρινό ήλιο, και τους φωτεινούς, ζεστούς μπλε τόνους που κάνουν τους χλωμούς, να δείχνουν ακόμα πιο χλωμοί.»
Το Variety, μιλά, επίσης, για την αποστομωτική σεξουαλικότητα της Τρίνγκου, που «αναφλέγει την οθόνη», ενώ θεωρεί ότι ο Μάκης Παπαδημητρίου, με τη θλίψη μόνιμα εγκατεστημένη στο βλέμμα του, θα έχει την ευκαιρία (καθώς «εκτίθεται γενναία στο καθόλου κολακευτικό κοίταγμα της κάμερας»), με αυτό τον ρόλο, να πραγματοποιήσει ένα άνοιγμα στον διεθνή κινηματογράφο.
Διαβάστε παρακάτω όλο το κείμενο του Variety:
«Η υδραργυρική σαγήνη της νιότης οδηγεί έναν γιατρό στη σύγχυση, σε αυτό το συνειδητά ανησυχαστικό δράμα»
Οι περισσότεροι που έχουν περάσει τα 35, θα νιώσουν άβολα παρακολουθώντας το “Suntan”, μια ενοχλητική υπενθύμιση ότι από τη στιγμή που τελειώνει η νιότη, τελειώνει για τα καλά. Τοποθετημένο σε ένα μικρό ελληνικό νησί όπου ένας γιατρός παθαίνει εμμονή με μια νεαρή γυναίκα, η ταινία επιδίδεται στην ενοχλητική αντιπαράθεση της νέας σάρκας με ένα δέρμα που έχει βιωθεί για τα καλά. Είναι μια γενναία παρουσίαση της καθόδου ενός άνδρα στον ντροπιαστικό στρόβιλο της επιθυμίας, σε συνδυασμό με μια εκπληκτική έλλειψη αυτογνωσίας. Ο δημιουργός Αργύρης Παπαδημητρόπουλος, πετυχαίνει διάνα, με όλες τις έννοιες, στο να μετατρέψει το “Suntan”, σε ένα φεστιβαλικό απόκτημα, με εγγυημένη ευρωπαϊκή πορεία.
Η λεζάντα και μόνο –«ένα φιλμ ενηλικίωσης της μέσης ηλικίας- θα κάνει τον κόσμο να ανησυχήσει: Δεν υποτίθεται πως ήταν τα 50, τα νέα 30; Μπορούμε να συμβιβαστούμε στα 40; Στα 42 του, ο γιατρός Κωστής (ο Μάκης Παπαδημητρίου του “Chevalier”), είναι είναι υπέρβαρος, αρρωστιάρης σάκος θλίψης που φαίνεται σαν να έχασε αρκετές ευκαιρίες της ζωής του. Είναι μόνος και όχι ακριβώς στην κορυφή, στην κλίμακα της επιτυχίας, όταν αποβιβάζεται στην Αντίπαρο, όπου και νοικιάζει μια κατοικία ως ο νέος γιατρός του νησιού. Με χειμερινό πληθυσμό, 800 κατοίκων, δεν υπάρχουν πολλά γι’ αυτόν να κάνει, παρ’ όλα αυτά φαίνεται διατεθειμένος να μείνει εσωστρεφής, για να γιατρέψει ήσυχα κάποια ανεξήγητα συναισθηματικά τραύματα.
Τότε το καλοκαίρι επελαύνει αμείλικτο, φέρνοντας μαζί του ευκίνητους, αυθόρμητους παραθεριστές. Μια μέρα στην κλινική του γιατρού, έρχεται η ελαφρώς τραυματισμένη Άννα (που την υποδύεται η Έλλη Τρίνγκου), μαζί με τέσσερις φίλους της( οι Μιλού Βαν Γκρέσεν, Ντίμι Χαρτ, Χαρά Κοτσάλη, Μάρκους Κόλεν), και ο Κωστής μεθάει από την εγκεφαλική, σεξουαλική δύναμη αυτού του ξανθού ελεύθερου πνεύματος. Επισκέπτεται την παραλία μετά το πέρας της βάρδιας του, όπου βρίσκει την Άννα γυμνή, να διασκεδάζει με τους υπόλοιπους της ομάδας της.
Ο Παπαδημητρόπουλος είναι αμείλικτος στον τρόπο που αντιπαραβάλει την απαλή, χρυσή σάρκα του νεαρού κοριτσιού, με το χλωμό, τριχωτό δέρμα του Κωστή. Πιο αργά, την ίδια νύχτα, ο γιατρός ψάχνει την Άννα στην λίμνη του νησιού, εισάγοντας τον εαυτό του στην ομάδα της, που απλά ανέχεται την παρουσία του, επειδή φέρνει τα ποτά. Για την Αννα και τους φίλους της, η νύχτα είναι ένας στρόβιλος πανσεξουαλικού ηδονισμού. Είναι τόσο μεθυσμένοι από την ομορφιά και την ενέργειά τους, που αγνοούν την καταστρεπτική δύναμη που ασκούν σε οποιονδήποτε βρίσκεται εκτός του ευλογημένου κύκλου τους. Μια σύντομη συνάντηση με τον Ορέστη (ο Σύλλας Τζουμέρκας που συνυπογράφει το σενάριο της ταινίας), έναν επιτυχημένο σπουδαστή ιατρικής, ενισχύει την αίσθηση απωθημένης επιθυμίας του Κωστή. Το συναίσθημα της ανεπάρκειάς του, τον κάνει ακόμα πιο πρόθυμο να επανορθώσει για τις αποτυχίες του, δημιουργώντας μια σχέση με την Αννα, αλλά παραμένει τυφλός στο μέγεθος του χάσματος που τους χωρίζει.
Πολλές ταινίες παρουσιάζουν εικόνες καλοκαιρινής διασκέδασης, γυμνών ή ελαφρά ντυμένων νέων που επιδίδονται σε ξέφρενα πάρτυ, αλλά είναι δύσκολο να σκεφτεί κανείς μια άλλη ταινία που να χρησιμοποιεί αυτές τις φιγούρες, περισσότερο για την ενέργεια που εκπέμπουν, παρά για την ομορφιά τους: Το “Suntan”, συλλαμβάνει την εκρηκτική αύρα της νιότης, με επώδυνη, συχνά, ακρίβεια που κόβει την ανάσα. Η σαγήνη της, αιχμαλωτίζει, γιατί είναι αβίαστη κι ο Παπαδημητρόπουλος (“Wasted Youth”) παρουσιάζεται δηκτικός με όλους εκείνους που αδυνατούν να αποδεχτούν ότι η δική τους νιότη, παρήλθε –όχι μόνο με τον Κωστή, που τουλάχιστον αντιμετωπίζεται με μια στάλα συμπάθειας, άλλα και με οποιονδήποτε άλλο τολμάει να αψηφήσει τους αδυσώπητους περιορισμούς της ηλικίας, με το να ντύνεται ή να φέρεται ως νεαρός, κόντρα στις επιταγές της πλαδαρής σάρκας του.
Αυτή η επικριτική στάση θα κάνει αρκετούς θεατές να νιώσουν άβολα, σαν επιστέγασμα της ναυτίας που ήδη θα αισθάνονται, εξαιτίας του τρόπου με τον οποίο θα τους έχουν αναγκάσει να αντιμετωπίσουν τα μαραμένα ρόδα της νιότης τους. Μπορεί να υποπτευθεί κανείς ότι η πρόκληση αυτής της άβολης αίσθησης, είναι ο στόχος του Παπαδημητρόπουλου, την οποία και επιτυγχάνει με φοβερά αποτελέσματα, κρίνοντας είτε από ένα ακραία κοντινό πλάνο της Αννας που γλύφει τον βολβό του ματιού του Κωστή, ή από την χειροπιαστή αντίθεση ανάμεσα στα ρούχα του Κωστή και την ηδονοβλεπτική γύμνια που τον περιβάλλει. Οποιοσδήποτε βρίσκεται σε κάποια σταυροφορία, περί θαρραλέας επίδειξης των σωμάτων, χωρίς ντροπές, θα πρέπει οπωσδήποτε να αποφύγει το “Suntan”.
Όλοι οι υπόλοιποι θα βρεθούν ανησυχαστικά σαγηνευμένοι, πιθανότατα, μαγνητισμένοι, όπως ο Κωστής, από την ανθοφορούσα ζωτικότητα των γυναικών, αλλά και νιώθοντας αποστροφή από την κακομαθημένη, εγωιστική συμπεριφορά τους. Η εκθαμβωτική σεξουαλικότητα της Τρίνγκου αναφλέγει την οθόνη, καθώς παρουσιάζει πλήρη άγνοια για το πόσο βαθιά είναι η επίδρασή της, σε όποιον δεν πίνει πια από το σιντριβάνι της νιότης. Για τον Παπαδημητρίου, με το θλιμμένο βλέμμα, έναν από τους βασικούς της ελληνικής κινηματογραφίας και τηλεόρασης, αυτός είναι ένας ρόλος διεθνούς βεληνεκούς, και γενναία αποκαλύπτει τον εαυτό του στο, καθόλου κολακευτικό, κοίταγμα της κάμερας.
Από την αρχή, με την καταπληκτικά καδραρισμένη εναρκτήρια σκηνή, του Κωστή πάνω στο πλοίο, το πλάνα της ταινίας ικανοποιούν βαθιά με την αλάνθαστη αίσθησή τους της σύνθεσης. Οι φακοί του Χρήστου Καραμάνη, συλλαμβάνουν τον ελληνικό καλοκαιρινό ήλιο, και τους φωτεινούς, ζεστούς μπλε τόνους που κάνουν τους χλωμούς, να δείχνουν ακόμα πιο χλωμοί. Το μόνο στραβοπάτημα, βρίσκεται σε μια σκηνή με τετριμμένο μοντάζ, όπου ο Κωστής ακολουθεί την Αννα και τους φίλους της, σε μια βόλτα με μηχανές, υπό την ηχητική επένδυση ενός indie τραγουδιού στο σάουντρακ.»







