Ντε Γκωλ: Η Ώρα της Αντίστασης
Ένα αξιοπρεπές, κατά στιγμές δυνατό, αλλά τελικά άνισο ιστορικό δράμα. Ως πρώτο κεφάλαιο μιας μεγαλύτερης κινηματογραφικής αφήγησης, αφήνει την αίσθηση ότι υπάρχουν ακόμη αρκετές δυνατότητες προς αξιοποίηση.

Η Ιστορία έχει την ιδιότητα να μετατρέπει τους ανθρώπους σε σύμβολα. Όσο περισσότερο απομακρυνόμαστε από τα γεγονότα, τόσο περισσότερο οι αντιφάσεις, οι αδυναμίες και οι μικρότητες των προσώπων που τη διαμόρφωσαν υποχωρούν, αφήνοντας πίσω τους μια καθαρή, σχεδόν μυθολογική εικόνα. Ο Σαρλ ντε Γκωλ είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας τέτοιας διαδικασίας. Ο Αντονέν Μποντρί, στο «De Gaulle: Resistance», επιχειρεί να επιστρέψει στον άνθρωπο πίσω από το ιστορικό μνημείο, παρακολουθώντας τα πρώτα, εξαιρετικά αβέβαια βήματα της πορείας που θα τον καθιστούσε σύμβολο της γαλλικής Αντίστασης.
Η ταινία ξεκινά από μια περίοδο κατά την οποία τίποτα δεν είναι ακόμη δεδομένο. Η Γαλλία έχει καταρρεύσει, η κυβέρνηση του Βισύ έχει συνθηκολογήσει και ο ντε Γκωλ βρίσκεται στη Βρετανία προσπαθώντας να πείσει ότι η Γαλλία δεν έχει ηττηθεί οριστικά. Το εγχείρημά του μοιάζει σχεδόν παράλογο: διαθέτει ελάχιστη πραγματική δύναμη, ελάχιστους ανθρώπους και ακόμη λιγότερες εγγυήσεις για το μέλλον. Κι όμως, επιμένει να μιλά και να ενεργεί σαν να εκπροσωπεί ήδη μια ολόκληρη χώρα.
Αυτό το παράδοξο θα μπορούσε να αποτελέσει τη δραματουργική καρδιά μιας εξαιρετικής πολιτικής ταινίας. Ο Μποντρί, ωστόσο, επιλέγει να κινηθεί σε ένα ευρύτερο και περισσότερο παραδοσιακό ιστορικό πλαίσιο. Το «De Gaulle: Resistance» δεν ενδιαφέρεται αποκλειστικά για την εσωτερική διαδρομή του πρωταγωνιστή του, αλλά απλώνεται σε ένα μεγάλο δίκτυο προσώπων, πολιτικών συσχετισμών, στρατιωτικών επιχειρήσεων και διπλωματικών αντιπαραθέσεων. Το αποτέλεσμα είναι συχνά εντυπωσιακό σε έκταση, αλλά όχι πάντοτε αντίστοιχα δυνατό σε βάθος.
Ο Σιμόν Αμπκαριάν αποτελεί, πάντως, ένα από τα σημαντικότερα πλεονεκτήματα της ταινίας. Ο ντε Γκωλ του δεν είναι ένας αψεγάδιαστος εθνικός ήρωας. Είναι υπερόπτης, δύσκολος στις συναναστροφές του, πεισματάρης και συχνά απολύτως πεπεισμένος ότι η δική του αντίληψη για την Ιστορία είναι η σωστή. Η ερμηνεία καταφέρνει να διατηρήσει αυτή την αμφισημία: ο άνθρωπος μπορεί να είναι ταυτόχρονα εκνευριστικός και συναρπαστικός, ένας πολιτικός οραματιστής αλλά και ένας άνθρωπος με τεράστιο εγώ. Είναι ακριβώς αυτή η ανθρώπινη διάσταση που κάνει τις καλύτερες σκηνές της ταινίας πιο ενδιαφέρουσες από εκείνες όπου ο ντε Γκωλ απλώς επιτελεί τον ρόλο του «μεγάλου άνδρα της Ιστορίας».
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η σχέση του με τον Ουίνστον Τσόρτσιλ. Ανάμεσα στους δύο άνδρες υπάρχει μια διαρκής σύγκρουση, αλλά και μια παράξενη αμοιβαία αναγνώριση. Κανείς από τους δύο δεν είναι διατεθειμένος να παραχωρήσει εύκολα χώρο στον άλλον, ενώ και οι δύο διαθέτουν μια σχεδόν ακραία αυτοπεποίθηση. Οι σκηνές τους είναι συχνά από τις πιο ζωντανές της ταινίας, επειδή επιτρέπουν στο φιλμ να εγκαταλείψει για λίγο τον διδακτικό τόνο και να λειτουργήσει ως δράμα χαρακτήρων. Ο Σάιμον Ράσελ Μπιλ προσδίδει στον Τσόρτσιλ μια απολαυστική ιδιοσυγκρασία, δημιουργώντας ένα δίδυμο που θα μπορούσε να είχε αποτελέσει τον κεντρικό άξονα μιας πολύ πιο τολμηρής ταινίας.
Αντίστοιχα ενδιαφέρουσα είναι η προσπάθεια του Μποντρί να συνδέσει τη μεγάλη πολιτική Ιστορία με τις ζωές λιγότερο γνωστών προσώπων της Αντίστασης. Η παρουσία του Φερνάν Μπονιέ ντε Λα Σαπέλ ανοίγει ένα διαφορετικό παράθυρο στα γεγονότα και υπενθυμίζει ότι η Αντίσταση δεν υπήρξε αποκλειστικά υπόθεση πολιτικών ηγετών και στρατηγών. Ωστόσο, αυτή η παράλληλη αφηγηματική γραμμή λειτουργεί και εις βάρος της συνοχής. Η ταινία μοιάζει σε αρκετά σημεία να μην μπορεί να αποφασίσει ποια ακριβώς ιστορία θέλει να αφηγηθεί: αυτή ενός πολιτικού ηγέτη που προσπαθεί να συγκροτήσει μια εξόριστη κυβέρνηση ή εκείνη των ανθρώπων που συμμετέχουν έμπρακτα στον αγώνα εναντίον των Γερμανών.
Η αδυναμία αυτή γίνεται πιο αισθητή στη διάρκεια των πολιτικών και στρατιωτικών εξελίξεων. Πολλές πληροφορίες περνούν από την οθόνη με μεγάλη ταχύτητα, ενώ χαρακτήρες εμφανίζονται και εξαφανίζονται προκειμένου να εξυπηρετήσουν τη μετάβαση από το ένα ιστορικό επεισόδιο στο άλλο. Το σενάριο δείχνει εμφανώς να ενδιαφέρεται για την ακρίβεια και την πληρότητα, όμως η πληρότητα δεν ταυτίζεται πάντα με τη δραματουργική αποτελεσματικότητα. Υπάρχουν στιγμές όπου ο θεατής αισθάνεται ότι παρακολουθεί μια ιδιαίτερα ακριβή εικονογράφηση γεγονότων που θα μπορούσαν να είχαν αποκτήσει πολύ μεγαλύτερη ένταση αν είχαν επιλεγεί λιγότερα από αυτά.
Ο Μποντρί, πάντως, δεν στερείται σκηνοθετικής φιλοδοξίας. Η ταινία έχει την κλίμακα ενός μεγάλου ευρωπαϊκού ιστορικού έπους και αποφεύγει, τουλάχιστον σε επίπεδο παραγωγής, την αίσθηση μιας μικρής τηλεοπτικής αναπαράστασης. Τα σκηνικά, τα κοστούμια και η ανασύσταση της εποχής λειτουργούν πειστικά, ενώ οι πολεμικές σκηνές δίνουν στην αφήγηση την απαραίτητη κινηματογραφική ανάσα. Όταν η ταινία εγκαταλείπει τα γραφεία, τις αίθουσες συσκέψεων και τις ατελείωτες πολιτικές διαπραγματεύσεις και περνά στο πεδίο της μάχης, αποκτά αισθητά μεγαλύτερη ένταση.
Η αντίθεση αυτή, όμως, αναδεικνύει και ένα από τα βασικά της προβλήματα. Το «De Gaulle: Resistance» είναι συχνά πιο συναρπαστικό ως θέαμα παρά ως δράμα. Η εικόνα μιας ιστορικής εποχής αποδίδεται με φροντίδα, όμως η συναισθηματική εμπλοκή του θεατή δεν είναι πάντοτε ανάλογη της θεαματικότητας. Οι διάλογοι έχουν συχνά πληροφοριακό χαρακτήρα, εξηγώντας πολιτικές εξελίξεις αντί να τις αφήνουν να προκύψουν οργανικά μέσα από τη σύγκρουση των χαρακτήρων. Έτσι, ακόμη και σημαντικές στιγμές αποκτούν ενίοτε την αίσθηση ενός ακόμη σταθμού σε μια χρονολογική αφήγηση.
Παρόλα αυτά, θα ήταν άδικο να χαρακτηριστεί η ταινία αποτυχημένη. Υπάρχει σαφής σκηνοθετική πρόθεση, ένα αξιόλογο καστ και αρκετές σκηνές που λειτουργούν αποτελεσματικά. Κυρίως, υπάρχει η ενδιαφέρουσα ιδέα να παρουσιαστεί ο ντε Γκωλ όχι ως ο ήδη αναγνωρισμένος ηγέτης που γνωρίζει ο μεταγενέστερος ιστορικός χρόνος, αλλά ως ένας άνθρωπος που βρίσκεται ακόμη στην αρχή της προσπάθειάς του και πρέπει να επιβάλει την παρουσία του μέσα σε ένα περιβάλλον όπου κανείς δεν του χρωστά τίποτα. Το στοιχείο αυτό προσδίδει στην ιστορία μια δραματική ειρωνεία που η ταινία θα μπορούσε να είχε αξιοποιήσει ακόμη περισσότερο.
Τελικά, το «De Gaulle: Resistance» βρίσκεται κάπου ανάμεσα στο ιστορικό έπος και τη βιογραφική ταινία, χωρίς να καταφέρνει να υπερέχει αποφασιστικά σε κανένα από τα δύο. Είναι φροντισμένο, καλοπροαίρετο και κατά τόπους εντυπωσιακό, αλλά και υπερβολικά φορτωμένο, συμβατικό και επεξηγηματικό. Οι καλύτερες στιγμές του βρίσκονται στους χαρακτήρες και στις συγκρούσεις τους, ενώ οι πιο αδύναμες σε εκείνα τα σημεία όπου η Ιστορία παρουσιάζεται περισσότερο ως αλληλουχία γεγονότων παρά ως ζωντανό ανθρώπινο δράμα.
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
- ΠΑΡΑΓΩΓΗ Βέλγιο, Γαλλία, Η.Π.Α.
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ Αντονέν Μποντρί
- ΣΕΝΑΡΙΟ Αντονέν Μποντρί, Μπερενίς Βιλά
- ΗΘΟΠΟΙΟΙΑναμαρία Βαρτολομέι | Καρίμ Λεκλού | Μπενουά Μαζιμέλ | Νιλς Σνάιντερ | Σιμόν Ακμπαριάν | Στέφεν Κάμπελ Μουρ
- ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑΖιορά Μπεζάς, Πιέρ Κοτερό
- ΜΟΥΣΙΚΗΒόλκερ Μπέρτελμαν
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ160'
- ΔΙΑΝΟΜΗThe Film Group





0 Comments