• ΝΕΑ
  • ΤΑΙΝΙΕΣ
  • ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
  • ΠΡΟΣΕΧΩΣ
  • ΝΥΧΤΕΣ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ
  • ATHENS OPEN AIR
  • ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ

  • AIFF 2026
  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
  • ΑΤΖΕΝΤΑ
NEWSLETTER
Το ΣΙΝΕΜΑ άλλαξε σελίδα! Νέα εμφάνιση, νέες λειτουργίες και ακόμα περισσότερο σινεμά

Ντίγκερ

Digger

Εξαιτίας των γεωτρήσεων ενός μεγιστάνα ένα γιγάντιο παγόβουνο αποκολλάται από τον Αρκτικό Κύκλο και ταξιδεύει προς Νορβηγία μεριά με καταστροφικές συνέπειες, μόνο και μόνο ώστε στη συνέχεια να πυροδοτηθεί παγκόσμιος περιβαλλοντικός όλεθρος. Ο Αλεχάνδρο Ινιάριτου, μετά πολλών συνεργατών και εμπροσθοφυλακή έναν νευραλγικό Τομ Κρουζ, σκαρφίζεται μια σάτιρα για το τέλος του κόσμου – όπως τον ξέραμε. [spoiler free]

Ντίγκερ

Και είναι μια από εκείνες τις σπάνιες φορές που οφείλεις να επαναλάβεις ότι στην υγιή σχέση του κοινού με την κινηματογραφική κριτική τα κείμενα πρέπει να γράφονται για ένα κοινό που ενδιαφέρεται να τα διαβάσει αφ’ ότου έχει παρακολουθήσει τα έργα. Ωστόσο, δεν βρισκόμαστε σε αυτή τη φάση της σχέσης μας, και η υποχρέωση λέει ότι η αποκάλυψη στοιχείων της πλοκής, δομικών κυριολεκτικά στην περίπτωση της ταινίας του Ινιάριτου, απαγορεύεται. Συγκριτικά λοιπόν η κριτική θα πρέπει να κινηθεί γενικόλογα.

Ο Μεξικανός δημιουργός έχει ένα σκηνοθετικό σύμπαν πίσω του. Σύμπαν (σχετικά) αυτοφυές, τεχνικά επιδέξιο σε βαθμό, ανάλογα που στέκει κανείς, μεγαλείου ή αυτοϊκανοποίησης, άρρηκτα δεμένο με την κινηματογραφική έκφραση, τις δυνατότητες αλλά και τον χαρακτήρα (δημιουργού και θεάματος) που επισύρει. Είναι όλα τους παρόντα εδώ, σε μια παραγωγή τόσο μεγαλοπιασμένη που να κάνει την φιλοδοξία να ακούγεται έννοια σεμνή. Το οικοδόμημα δε, που σαν ματριόσκα εσωκλείει με την σειρά της κατασκευές επί κατασκευών, έχει έναν τεράστιο στόχο να καταδείξει και, στ’ αλήθεια, κι ένα τεράστιο δάχτυλο να το υποδεικνύει.

Δύσκολα μπορώ να φανταστώ, και οπωσδήποτε σε αυτές τις διαστάσεις δεν μπορώ να θυμηθώ, ταινία τόσο διδακτική, τόσο πολύ-(αλλά και ακριβό-)λογη, τόσο αντιφατική υφολογικά (κωμωδία, φάρσα, σάτιρα, πολιτικό δράμα) και τόσο περίπλοκη στην σεναριακή δομή της, που να μην έχασε κάποια στιγμή τον μπούσουλα, να μην κατρακύλησε προς μια ή άλλη κατεύθυνση, να μην κοιτάχτηκε λίγη παραπάνω ώρα στον καθρέφτη χάνοντας το πόσο θύμα των βεβαιοτήτων και της φιλοδοξίας της έγινε. (Μάνι-μάνι στην προηγούμενη ταινία του ο Ινιάριτου τα έκανε θάλασσα.) Είναι πολύ λεπτό, αν και πανίσχυρης αντοχής αν δεν το χάνεις από τα μάτια σου, το σχοινί που περπατά από κράση και πρόθεση η ταινία. Και δεν έχω καμμία αμφιβολία ότι μεγάλη μερίδα της Κριτικής θα θεωρήσει, ίσως και χαιρέκακα, ότι το έργο βυθίζεται αύτανδρο με την ανάρμοστη φιλοδοξία του στους βάλτους της κομψευόμενης μπαλαφάρας.

Εγώ την είδα με θαυμασμό, και απορία, (σχεδόν) να θριαμβεύει. Σχεδόν διότι στα μάτια μου έχει το εγκεφαλικότατο ελάττωμα να συνειδητοποιεί, και να θέλει να αποδείξει υπέρ το δέον και αρκετά ηχηρά, ότι αντιλαμβάνεται διαρκώς την πρόσληψή της, ότι «προλαβαίνει» την κριτική της, ότι επιλέγει συνειδητότατα τον ακανθώδη δρόμο της. Λιγότερο άγχος ως προς τις πιθανές γραμμές επίκρισής της, τις οποίες και τελικά αποκλείεται (ιδίως στις ΗΠΑ) να αποφύγει, θα της χάριζε έναν αυθορμητισμό, μια πηγαιότητα, μια καλύτερη διάθεση κι ένα πιο αλώβητο χιούμορ. Βέβαια ποιος τα έχασε τα στοιχεία αυτά για να να βρει ο Ινιάριτου, ένας τρομερός τεχνίτης-περφεξιονιστής-νάρκισσος-πομπός αδιάλειπτης απαισιοδοξίας.

Κι όμως.

Βοηθούμενος εδώ από την αποτυχία του Bardo, την κατάσταση του κόσμου μας και οπωσδήποτε ότι επικεφαλής και raison d’être του έργου είναι ο Τομ Κρουζ, ο άνθρωπος που ερωτεύθηκε την αποτελεσματικότητα της δουλειάς του περισσότερο κι από τον εαυτό του (αλλά εδώ ειδικά αυτός χωρίς τον οποίον η ταινία αποδυναμώνεται σημειολογικά – δεν επιτρέπεται να επεκταθώ), ο Ινιάριτου, πάντα μαζί με τους συνεργάτες του, χωρίς άγχος, με μια αυτοπεποίθηση που οι ατσάλινες σεναριακές κατασκευές εμβολιάζουν και με μια επιθετικότητα που κάποιες στιγμές δίνει στο έργο αγριότητα συνάμα με χιουμοριστική αιχμή, συνέθεσε μια κινηματογραφική συμφωνία σατιρικής καταγγελίας, έναν τερατώδη μηχανισμό σινεμά που αποσκοπεί να τα πει όλα, έξω από κάθε σκοπιμότητα, κάθε ευγένεια, κάθε τρόμο αντιαμερικανισμού ή/και κατηγορίας λαϊκισμού. Έκανε μια ταινία που αν δεν σου αρέσει είναι όλα τα προαναφερθέντα, κι αν σου αρέσει επίσης είναι όλα τα προαναφερθέντα – μόνο που το γνωρίζει και θέλει να σου πει δια της κατασκευής της ότι είναι ενσυνείδητη, ψύχραιμη και καλά με τον εαυτό της ό,τι κι αν της απονείμεις διότι λέει αυτό που πιστεύει. Με άλλα λόγια είναι ένα σθεναρό έργο τέχνης, ένα τόλμημα πραγματικό, που μπορεί να μην έχει τίποτα να προτείνει (η σάτιρα δεν έχει τέτοιες οφειλές), να είναι εκούσια θύμα της αδιάψευστης, αλάνθαστης πρεμούρας του, αλλά θεώρησε χρέος του να συνοψίσει, όχι χωρίς σαδιστική πικρία, όλα αυτά που με αλγεβρική ακρίβεια οδήγησαν στο τέλος μας. Οπότε ναι, σαν αδελφοί Κοέν που πήραν ψηλά τον αμανέ και σαν Κιούμπρικ που αγκάλιασε άφοβα το γκροτέσκ, το Digger είναι ένα έπος πάνω στην ανθρώπινη ανοησία και ατέλεια. Κι ας αισθάνεται (εύλογα) νοήμον και (ατυχώς) τέλειο το ίδιο.


0 Comments

nnn