Δύο άνθρωποι εντελώς διαφορετικοί μεταξύ τους είναι αναγκασμένοι να διασχίσουν τις απέραντες πεδιάδες της ενδοχώρας. Κυνηγημένοι από τους συγγενείς του δολοφονημένου που ζητούν εκδίκηση, αλλά και από τους Γάλλους στρατιώτες, οι δύο άνδρες επαναστατούν, έρχονται αντιμέτωποι με τη θρησκευτική μισαλλοδοξία όσο και την παράλογη βία του κατακτητή, αλλά, παράλληλα, και με τα προσωπικά τους ηθικά διλήμματα.
Δεν μπορεί πλέον να υπάρχει ουδετερότητα σε έναν κόσμο κλιμακούμενων αλλαγών που δονείται από εθνικές εκκαθαρίσεις, μετακινήσεις γιγαντιαίων μεταναστευτικών μαζών και χαντακώματος πολιτισμικών ιδιαιτεροτήτων, μας λέει ο Γάλλος σκηνοθέτης Νταβίντ Ελχόφεν, επικαιροποιώντας ελεύθερα το σύντομο διήγημα του Αλμπέρ Καμί «Η φιλοξενία».
Και διευρύνοντάς το στα όρια ενός γουέστερν περιπλάνησης, έτσι που ο Νταρού, ανδαλουσιανής καταγωγής δάσκαλος σε ένα ορεινό χωριό της Αλγερίας του 1954, κι ενώ ο αντιαποικιακός αγώνας ενάντια στους Γάλλους έχει ήδη ξεκινήσει, διασχίζει την ενδοχώρα μαζί με τον Άραβα ξαδελφοκτόνο που ανέλαβε διστακτικά να μεταφέρει στις Αρχές μακρινής πόλης, έχοντας να αντιμετωπίσει τους εκδικητικούς συγγενείς του κρατούμενου, τους αντάρτες που κρύβονται στα βουνά, αλλά και τον γαλλικό στρατό που αναζητά τα λημέρια των τελευταίων.
Η σταδιακή αφύπνιση του δασκάλου, η συνειδητοποίηση του ρόλου του ως εξισορροπητικής δύναμης και η αναπτυσσόμενη σχέση φιλίας του με τον κρατούμενο ξετυλίγονται με την ίδια ψυχραιμία και σύνεση που χειρίζονται τους ρόλους τους οι Βίγκο Μόρτενσεν και Ρέντα Κατέμπ. Κι αν το φινάλε φαντάζει υπέρ το δέον αισιόδοξο, είναι από την διακαή επιθυμία του δημιουργού για έναν υπό έκλειψη ουμανισμό που εύλογα μας κυριεύει.







