Το αιματοβαμμένο παρελθόν του Δόκτορα Λέκτερ αρχίζει σιγά σιγά να ξετυλίγεται μέσα από υπερβατικές εικόνες και ονειρικές ακολουθίες που χάνονται στους διαδρόμους των αναμνήσεων. Τα δυναμικά και οι αναλογίες έχουν αλλάξει αμετάκλητα, με τη σειρά να ισορροπεί αναπαριστώντας τη σχέση δύο αλληλένδετων προσώπων, όχι πια ως ένα παιχνίδι της γάτας με το ποντίκι, αλλά περισσότερο ως μια απελπισμένη αγάπη.
Διαβάστε ακόμη:
«Χάνιμπαλ» επ.3.02 – Το μυστικό μιας ραγισμένης καρδίας
«Χανιμπαλ»: Το νέο σποτ αποκαλύπτει το μυστικό του 3ου κύκλου
Έναν δεσμό άρρηκτο, αυτοαναφορικό, που πολλές φορές οδηγεί στην παρόρμηση ακόμη και τους πιο συγκροτημένους χαρακτήρες. Έναν δείκτη συμπεριφοράς που καθορίζει μοιραία τις ζωές και των δύο: από τη μια αυτού που τελικά θέλει να βρεθεί και από την άλλη αυτού που δεν μπορεί να κάνει αλλιώς, παρά να ακολουθήσει. Μια εσωτερική, πηγαία δύναμη του μυαλού και των περιστάσεων που χαράζει την ευάλωτη διαδρομή από την προδοσία στη συγχώρεση.
Η αναζήτηση του ανθρώπου που σημάδεψε ανεξίτηλα την ψυχή αλλά και το σώμα του Γουίλ («με άφησε με ένα χαμόγελο» αποκρίνεται ειρωνικά κάποια στιγμή ο ίδιος) συνεχίζεται, με τον ίδιο να σκάβει στο παρελθόν, ίσως κυρίως και ως κομμάτι της δικής του διαδικασίας αυτογνωσίας. Το ταξίδι του στη Λιθουανία και στην επιβλητικά γοτθική έπαυλη Λέκτερ, θα δώσει στον ίδιο (και σε εμάς) νέο υλικό γύρω από τη διασπασμένη ψυχή του «τέρατος της Φλωρεντίας», με τη σειρά να προσπαθεί να εντάξει τμήματα του σύμπαντος του βιβλίου του Χάρις χωρίς όμως να τα ακολουθεί πιστά, δίνοντας ταυτόχρονα το δικαίωμα στην εξαιρετική σκηνοθεσία του Βιντσέντσο Νατάλι («Ο Κύβος») να αφήσει υπαινιγμούς γύρω από την αιτία της διαταραχής, που τελικά μπορεί και να μην είναι αποτέλεσμα ενός συμβάντος -δολοφονία και κανιβαλισμός της αδερφής του Χάνιμπαλ, Μίσα- άλλα μιας βαθύτερης και σκοτεινότερης φύσης.
Μέσω μιας ακόμη σκηνής για ανθολόγια, όταν το δάσος γύρω από το μεγάλο σπίτι μετατρέπεται φαντασιακά σε δωμάτιο ψυχανάλυσης, μπαίνει στο μικροσκόπιο η αμφίδρομη ψυχολογική επιρροή του Γουίλ με το γιατρό του, καθώς σου είναι πολύ δύσκολο να καταλάβεις ποιος θεραπεύει ποιον στο τέλος. Οι όροι έχουν πια αλλάξει και οι μνήμες κατευθύνονται σε νέες αναμνήσεις που οξύμωρα αφορούν και τους δύο, οδηγώντας σε ονειρεμένα ρακόρ που είναι δύσκολο να εντοπίσεις ακόμη και σε κινηματογραφικές παράγωγες υψηλής ποιότητας.
Οι ελάχιστοι διάλογοι και η αργόσυρτη ροή του επεισοδίου προδικάζουν τη διάθεση της σειράς να πάρει το χρόνο της, να εμβαθύνει στην αυτοκαταστροφική έλξη που νιώθουν οι θύτες με τα θύματα, αλλά παράλληλα και να δώσει χώρο στο σενάριο να προσθέσει νέους χαρακτήρες με αμφίβολους ρόλους στην δυσεπίλυτη εξίσωση (όπως για παράδειγμα την αινιγματική νεαρή γυναίκα που ο Γουίλ γνωρίζει στην οικία Λέκτερ) ή ακόμη και να ανατρέψει την μοίρα κάποιων ηρώων, ζωντανών ή νεκρών(!), την οποία θεωρούσαμε ως τώρα δεδομένη. Ο σκηνοθέτης διαποτίζει τις αλληλουχίες των σκηνών με μια εσωτερική ενέργεια -μια «εντροπία» όπως χαρακτηριστικά τονίζει και ο πρωταγωνιστής του- που ψάχνει διέξοδο σε κάθε είδους φαντασίωση, αλλά τη βρίσκει στην βαθιά εμπιστοσύνη που με τη σειρά της επιτρέπει στον ένα να “διαβάζει” τον άλλο. Να ξέρει πού βρίσκεται και ποιο πιθανότατα είναι το επόμενο βήμα του. Μια πόρτα στην ψυχή του Χάνιμπαλ έχει σκοπίμως ανοιχτεί.
Διαβάστε ακόμη:
«Χανιμπαλ»: Ο ταλαντούχος κύριος Λέκτερ. Είδαμε το πρώτο επεισόδιο του τρίτου κύκλου
Ο Τομ Χανκς στα σύννεφα για τη νέα ταινία του Κλιντ Ίστγουντ
Το «Secondo» (ο γλαφυρότατος τίτλος του τρίτου επεισοδίου) διαδραματίζεται στο μυαλό. Όχι τόσο στα όνειρα, όσο στα κίνητρα και στις προοπτικές. Την ίδια στιγμή όμως αποδίδει, με την ερωτική γοητεία που ίσως μόνο τα χόρορ του Ντάριο Αρτζέντο μπορούν να το κάνουν. Καθώς το ανατριχιαστικό μουσικό θέμα των τίτλων αρχής μπλέκεται με τους κρότους και τα τριξίματα των ηχητικών εφέ, που αυτή τη φορά κυριαρχούν και δεν συνοδεύουν, το φινάλε με το ξεκάθαρο «μήνυμα αγάπης» του Γουίλ Γκράαμ προς το σκοτεινό alter ego του απαντά με τον πιο σαφή τρόπο στην ακραία μορφή συγχώρεσης που ο Χάνιμπαλ του προορίζει.







