Τον Ιγκόρ Μπεζίνοβιτς παρουσίασε ο Πάνος Γκένας, υπεύθυνος του τμήματος Ελληνικές Μικρές Ιστορίες, ο οποίος, καλωσορίζοντάς τον, αναφέρθηκε στην εντυπωσιακή διεθνή πορεία του «Fiume o Morte!», από το Tiger Award και το βραβείο FIPRESCI στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Ρότερνταμ έως το Βραβείο Καλύτερου Ευρωπαϊκού Ντοκιμαντέρ από την Ευρωπαϊκή Ακαδημία Κινηματογράφου, προτού δώσει το στίγμα της συνάντησης: μια επιστροφή στις πρώτες μικρού μήκους ταινίες, στους πειραματισμούς, στις επιρροές και στις εμπειρίες που διαμόρφωσαν την κινηματογραφική ματιά και τη μέθοδο του και τον οδήγησαν τελικά στο «Fiume o Morte!».
Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο των Athens Film Industry Days, μιας νέας πρωτοβουλίας του Φεστιβάλ, με τη συνεργασία και την καθοριστική στήριξη του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου, Οπτικοακουστικών Μέσων και Δημιουργίας (ΕΚΚΟΜΕΔ), βασικού εταίρου των φετινών επαγγελματικών δράσεων.


«Fiume o morte!»: Μια δεκαετής διαδρομή
Το «Fiume o morte!» καταπιάνεται με την κατάληψη της γενέτειρας του σκηνοθέτη, της Ριέκα, του Φιούμε της εποχής, από τον Ιταλό ποιητή και εθνικιστή Gabriele D’Annunzio και τους υποστηρικτές του το 1919, μια κατάληψη που διήρκεσε δεκαέξι μήνες. Ακριβώς επειδή επρόκειτο για μια ιστορία τόσο στενά συνδεδεμένη με μια συγκεκριμένη πόλη και την περίπλοκη ιστορική της μνήμη, ένα από τα πρώτα ερωτήματα του Μπεζίνοβιτς ήταν κατά πόσο αυτή θα μπορούσε να αγγίξει ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό και διεθνές κοινό.
Η απάντησή του υπήρξε εξαρχής συλλογική. Κάλεσε τους κατοίκους της Ριέκα να συμμετάσχουν ενεργά στην ανακατασκευή των γεγονότων, αναπαριστώντας ιστορικές φωτογραφίες στα ίδια σημεία όπου είχαν τραβηχτεί περισσότερο από έναν αιώνα νωρίτερα. Άλλοι συνέβαλαν στην έρευνα, άλλοι βρέθηκαν μπροστά στην κάμερα, ενώ η ίδια η πόλη μετατράπηκε σταδιακά σε βασικό συνδημιουργό του εγχειρήματος.
Μέσα από αυτή τη διαδικασία ο σκηνοθέτης αναφέρθηκε και στη δική του σχέση με την έννοια της ταυτότητας και των συνόρων, έχοντας μεγαλώσει σε μια πόλη που πέρασε μέσα στον 20ό αιώνα από διαδοχικά κράτη, καθεστώτα και γλώσσες. Για τον ίδιο, αυτή η ιστορική ρευστότητα επηρέασε βαθιά τόσο την πολιτική του σκέψη όσο και τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει κινηματογραφικά την ιστορία.
Κατά τη διάρκεια του masterclass προβλήθηκαν αποσπάσματα από την ταινία, με τον Μπεζίνοβιτς να αποκαλύπτει ότι η ολοκλήρωσή της απαίτησε μια ολόκληρη δεκαετία: από την πρώτη χρηματοδότηση, το 2015, μέχρι την παγκόσμια πρεμιέρα της το 2025 στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Ρότερνταμ. Όπως τόνισε, όμως, αυτή η μακρά διαδρομή δεν θα ήταν εφικτή χωρίς τους σταθερούς φίλους και συνεργάτες του. Παρομοιάζοντας τη δημιουργική τους σχέση με εκείνη των μελών μιας μουσικής μπάντας, είπε χαρακτηριστικά:
«Βλέπω τον εαυτό μου ως μέλος μιας μπάντας. Θα μου ήταν πολύ δύσκολο να δουλεύω στον κινηματογράφο αν δεν είχα φίλους που στηρίζουν όλο αυτό».

Πριν από τη μεγάλη επιτυχία
Μέσα από το προσωπικό του κανάλι στο YouTube, Oxymoronko, αλλά και το ιστολόγιό του στο Tumblr, ο Μπεζίνοβιτς παρουσίασε χαρακτηριστικά αποσπάσματα από την πορεία του, δείχνοντας πώς οι μικρές, συχνά ερασιτεχνικές δοκιμές και τα διαφορετικά είδη κινηματογραφικής γραφής διαμόρφωσαν σταδιακά τη μέθοδό του.
Από το να βγαίνει στον δρόμο έχοντας πάντοτε μαζί του μια κάμερα και να παρατηρεί όσα συνέβαιναν γύρω του, μέχρι τη χρήση του voice-over, παρά την επιφύλαξη με την οποία, όπως θυμήθηκε, αντιμετωπιζόταν η συγκεκριμένη τεχνική στη σχολή κινηματογράφου, ο δημιουργός πέρασε από διαφορετικές φάσεις, αρνούμενος να περιοριστεί σε μία και μοναδική κινηματογραφική γλώσσα.
Η αφετηρία ήταν συχνά απολύτως προσωπική. Στο «Benjamin», ένα οικογενειακό βίντεο με πρωταγωνιστές τη γιαγιά και τον ανιψιό του, εντόπισε κάτι που θα επέστρεφε αργότερα στο έργο του: τη δυνατότητα μιας ταινίας να περιέχει ταυτόχρονα το κωμικό και το τραγικό, την προσωπική εμπειρία και ένα ευρύτερο θέμα.
Ακολούθησαν τα ακτιβιστικά ρεπορτάζ των φοιτητικών κινητοποιήσεων στο Ζάγκρεμπ, όπως το «Article 4, Subsection 2», και η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του, «The Blockade», μέσα από τις οποίες άρχισε να εξερευνά κινηματογραφικά ανθρώπους και συλλογικότητες που βρίσκονταν αντιμέτωποι με δομές εξουσίας.
Στο «Waiting», μια αυθόρμητη καταγραφή εργατικής κινητοποίησης που εξελίχθηκε σε μικρού μήκους ταινία, βρήκε ένα ακόμη θέμα που θα παρέμενε κεντρικό στη σκέψη του: την αλληλεγγύη. Όπως δήλωσε χαρακτηριστικά:
«Η αλληλεγγύη είναι μια έννοια με τεράστια δύναμη, η οποία όμως συστηματικά αγνοείται και αποσιωπάται από τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης».
Παράλληλα, η εμπειρία αυτή τού επέτρεψε να μιλήσει για την υποκειμενικότητα του ντοκιμαντέρ και για την ευθύνη που έχει κάθε δημιουργός απέναντι στις εικόνες και τις φωνές που επιλέγει να συμπεριλάβει ή να αφήσει εκτός μιας ταινίας.
Στη συνέχεια, μέσα από έργα όπως τα «Kierkegaard» και «Kartoline», στράφηκε περισσότερο στη χρήση του λόγου και του voice-over, συνδυάζοντάς τα με την παρατήρηση, τη συμμετοχική μέθοδο και τον πειραματισμό με το αρχειακό υλικό. Αυτή ακριβώς η ελευθερία ανάμεσα σε διαφορετικές φόρμες θα αποτελούσε αργότερα θεμέλιο της πολυσυλλεκτικής κινηματογραφικής γλώσσας του «Fiume o morte!».
Ο ίδιος επέμεινε, μάλιστα, στη σημασία της ερασιτεχνικής δημιουργίας, της δυνατότητας, δηλαδή, να δοκιμάζει κανείς ιδέες χωρίς την πίεση μιας μεγάλης παραγωγής αλλά και στις υλικές προϋποθέσεις που επιτρέπουν αυτή την ελευθερία. Αναφέρθηκε ιδιαίτερα στη σημασία της δημόσιας χρηματοδότησης του κινηματογράφου στην Ευρώπη, την οποία συνέδεσε με τη δυνατότητα των δημιουργών να πειραματίζονται και να αναζητούν μορφές πέρα από τις αμιγώς εμπορικές επιταγές.

«Δεν είναι πια η δική σου ταινία, είναι η δική μας»
Στο δεύτερο μέρος του masterclass, η σκυτάλη δόθηκε στο κοινό και η συζήτηση στράφηκε στις προκλήσεις της δεκαετούς παραγωγής του «Fiume o morte!», στη συμμετοχική μέθοδο, στη συνεργασία με μη επαγγελματίες ηθοποιούς και στη διαχείριση της ιστορικής μνήμης.
Μιλώντας για την υποδοχή της ταινίας στη Ριέκα, ο Μπεζίνοβιτς περιέγραψε την αίσθηση συλλογικής υπερηφάνειας που δημιουργήθηκε μετά τη βράβευσή της στο Ρότερνταμ. Η πρεμιέρα στην πόλη πραγματοποιήθηκε μόλις μία ημέρα μετά την απονομή του Tiger Award, ενώ στη συνέχεια οργανώθηκαν προβολές σε διαφορετικές γειτονιές. Εκεί, όπως είπε, άκουσε από τους ίδιους τους κατοίκους μια φράση που συνοψίζει ίσως καλύτερα από οποιαδήποτε άλλη τη συμμετοχική φύση του εγχειρήματος:
«Μου λένε: “Δεν είναι πια η δική σου ταινία, είναι η δική μας”. Και αυτό είναι το πιο όμορφο πράγμα που μπορείς να ακούσεις από ένα κοινό, ότι η ταινία εκφράζει κάτι από τη δική του ταυτότητα».
Ο σκηνοθέτης μίλησε παράλληλα ανοιχτά για τις στιγμές αμφιβολίας που σημάδεψαν τη μακρά παραγωγή, αλλά και για τις απορρίψεις από τα Φεστιβάλ Βενετίας και Λοκάρνο πριν από την τελική επιλογή και τον θρίαμβο στο Ρότερνταμ. Όπως αποκάλυψε, στις τελευταίες φάσεις του μοντάζ είχε φτάσει να αμφιβάλλει βαθιά για το ίδιο το αποτέλεσμα, φοβούμενος όχι μόνο την αντίδραση των συμπολιτών που είχαν εμπιστευτεί την ταινία, αλλά και εκείνη των φοιτητών του, καθώς ο ίδιος διδάσκει κινηματογράφο στην Ακαδημία Δραματικής Τέχνης του Ζάγκρεμπ.
«Ο βασικός λόγος που φοβόμουν ήταν μήπως χάσω την εμπιστοσύνη των φοιτητών μου. Σκεφτόμουν: αν ύστερα από δέκα χρόνια κάνω μια ταινία που δεν μπορώ να υποστηρίξω, τότε θα πουν “ποιος είναι αυτός που προσπαθεί να μας μάθει πώς να κάνουμε ταινίες;”».
Η συζήτηση ολοκληρώθηκε με μια ερώτηση γύρω από τη σχέση τέχνης και πολιτικής. Ο Μπεζίνοβιτς υποστήριξε ότι το πολιτικό σινεμά δεν χρειάζεται να εξαντλείται στη διακήρυξη μιας θέσης, αλλά μπορεί να δημιουργεί σύνθετες αφηγήσεις ικανές να συνομιλήσουν ακόμη και με ανθρώπους που ξεκινούν από διαφορετικές αντιλήψεις.
Κλείνοντας το masterclass, συνόψισε τη θέση του χαρακτηριστικά:
«Νομίζω ότι δεν πρέπει να αποφεύγουμε το γεγονός ότι η τέχνη είναι πολιτική. Αν προσπαθούμε να το κρύψουμε, είναι ακόμη χειρότερο από το να το λέμε ανοιχτά».


Ευχαριστούμε θερμά το Goethe-Institut Athen για την παραχώρηση της αίθουσας.
Το 32ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας Νύχτες Πρεμιέρας, με βασικό εταίρο το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου, Οπτικοακουστικών Μέσων και Δημιουργίας (ΕΚΚΟΜΕΔ), χρυσό χορηγό τη ΔΕΗ, σε συνδιοργάνωση με τον Οργανισμό Πολιτισμού, Αθλητισμού και Νεολαίας του Δήμου Αθηναίων και υπό την αιγίδα του Υπουργείου Πολιτισμού, πραγματοποιείται από τις 30 Σεπτεμβρίου έως και τις 11 Οκτωβρίου 2026.






