Το cinemag.gr ήταν φυσικά εκεί, για να συμμετάσχει στην κουβέντα με τον μεγάλο προσκεκλημένο του 8ου Φεστιβάλ Πρωτοποριακού Κινηματογράφου της Αθήνας που διεξάγεται αυτές τις ημέρες (12-26 Νοεμβρίου) στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος, στο πλαίσιο του οποίου προβάλλεται το σύνολο του έργου ενός παιδιού της Νουβέλ Βαγκ που αντέχει να ακολουθεί τον δικό του μοναχικό δημιουργικό δρόμο.
Φορώντας μονίμως γυαλιά ηλίου και καπέλο, με ένα τσιγάρο στο χέρι, λίγες γουλιές τσάι και χαμηλότονη φωνή, ο Καράξ δίνει την εντύπωση κάποιου που τα περασμένα άγρια νιάτα του, οι προσωπικές και δημιουργικές κορυφώσεις και τα βατερλώ του, τον έχουν καταστήσει πια αν όχι κατ’ ανάγκη έτοιμο για όσα μέλλουν να έρθουν, τουλάχιστον πράο μπροστά στην αβεβαιότητα που τον περιβάλλει. Σαν να έχει έρθει πλέον σε ειρήνη με τον ρομαντισμό που ρέει αδιάκοπα στις φλέβες του. Αυτό ωστόσο δεν σημαίνει πως έχει εγκαταλείψει το οξύμωρο της ιδιοσυγκρασίας του ή τη διακριτική γοητεία των αντιθέσεων που ξεπηδούν μέσα από τους ήρωες των ταινιών του. Κι εκεί κάπου, ανάμεσα στην ηρεμία που εκπέμπει η φωνή του, θολώνει τα νερά με ένα «είμαι σχεδόν πάντα θυμωμένος με κάτι. Άλλωστε είναι πολύ πιο υγιές να είναι κανείς θυμωμένος παρά π.χ. νοσταλγικός».
Το τρέιλερ του «Holy Motors»
Στα 54 του χρόνια, εξακολουθεί να μιλά με πηγαία, αν και λιτή εκφραστικά ευλάβεια για όλους εκείνους τους «νεκρούς ανθρώπους», τους δημιουργούς του σινεμά, ενός χώρου στον οποίο υπογραμμίζει πως μπήκε «λαθραίος, ένας επισκέπτης που του επετράπη η είσοδος χωρίς σχετικές σπουδές και χωρίς να έχει αντικρύσει κινηματογραφική κάμερα πριν γυρίσει την πρώτη του ταινία».
Πρωτίστως όμως ξεκαθαρίζει πως κάποιοι άλλοι άνθρωποι, λίγοι, εκλεκτοί και ζωντανοί, είναι οι πολύτιμοι εκείνοι συνεργάτες με τους οποίους κάθε φορά επιλέγει να μοιράζεται το ακατέργαστο δημιουργικό του όραμα, όταν και όποτε αυτό έρθει. Είναι εκείνοι τους οποίους αντιμετωπίζει κάθε φορά σχεδόν ως αναντικατάστατους, ακριβώς όπως θα έκανε κάθε ερωτευμένος μπροστά στο υποκείμενο της επιθυμίας του.
Και δεν θα μπορούσε να είναι περισσότερο ενδεικτικό το πώς επιλέγει να διατυπώσει αυτή του τη στάση: «…αν π.χ. φαντάζομαι μία νέα ταινία με τον Ντενί Λαβάν κι εκείνος δεν μπορέσει να τη γυρίσουμε, η όποια προσπάθεια για αυτή την ταινία τελειώνει εκεί. Όταν συχνά οραματίζομαι τη σύντροφό μου για να λάβει μέρος στην επόμενη ταινία μου, εφόσον εκείνη αρνηθεί, μου είναι απλώς αδύνατο να προχωρήσω το πρότζεκτ αντικαθιστώντας τη».
Το τρέιλερ της ταινίας «Οι Εραστές της Γέφυρας»
Εξηγώντας περαιτέρω τη φιλοσοφία του για το σινεμά, υπογραμμίζει πόσο άρρηκτα συνδέει τις ταινίες του με τους άμεσους συνεργάτες του: «Όλες οι ταινίες μου προέκυψαν επειδή βρήκα τους κατάλληλους συνεργάτες. Από τη στιγμή που δεν κάνω πειραματικό σινεμά, χρειάζομαι τουλάχιστον δύο-τρεις ανθρώπους να πιστέψουν στο πρότζεκτ, πριν βρούμε μαζί μερικούς ακόμα, καθώς και τα χρήματα για να το γυρίσουμε. Μόνος μου θα ήμουν τελειωμένος, άλλωστε μπορεί να είναι επικίνδυνο να είσαι μόνος στον κόσμο του σινεμά».
Αυτός ακριβώς είναι και ο λόγος που «δεν κατάλαβα ποτέ μου τη διαδικασία του κάστινγκ. Απορώ ακόμα και πώς μπορούν να το κάνουν. Το κάστινγκ είναι μία από τις πιο βίαιες διαδικασίες, είναι ρατσιστικό! Πώς μπορείς να λες σε μία ηθοποιό, για παράδειγμα, πως είναι πολύ όμορφη, άσχημη ή κοντή για να την επιλέξεις; Το σιχαίνομαι!».
Ανάμεσα στην λακωνική πληροφορία που μοιράζεται μαζί μας για την επόμενη ταινία του (αρκείται απλώς σε ένα «θα είναι μιούζικαλ»), ανάμεσα στους ζωντανούς και τους νεκρούς που αναφέρει, σαν τον σταθερό πρωταγωνιστή των ταινιών του, Ντενί Λαβάν, ή τις γυναίκες της ζωής του, τον Γκοντάρ από τη μία και τους Τσάπλιν, Χίτσκοκ, Κίτον και Τατί από την άλλη, μαζί με όλους εκείνους πρωτοπόρους που στη γενιά τους φρόντιζαν να εφευρίσκουν από την αρχή μια τέχνη που αποκαλεί «θαύμα, τη μοναδική [άλλωστε] από τις τέχνες που χρειάστηκε να εφευρεθεί», ο Καράξ δε χάνει ευκαιρία να αναφερθεί στη δεκάχρονη κόρη του.
Το τρέιλερ της πρώτης μεγάλου μήκους ταινίας του Καράξ, «Boy Meets Girl»
Η πατρότητα άλλωστε είναι ένας λόγος που μοιάζει να του εξασφαλίζει έναν καταπραϋντικό φραγμό προς την απαισιοδοξία. Όπως λέει χαρακτηριστικά, «το να έχεις παιδί αλλάζει τα πάντα. Από εκείνο το σημείο και μετά δεν έχεις δικαίωμα να είσαι απαισιόδοξος». Λες και η γονεϊκή ιδιότητα τον προστατεύει πια από τις αβάσταχτες αγωνίες του γύρω από το νόημα της ζωής, το κυνήγι του έρωτα ή το ματαιωτικό για την δημιουργική του έκφραση φάσμα της αποτυχίας. Σαν το «Pola X» (1999), για παράδειγμα, το φιλμ που ο ίδιος περιγράφει ως τη «μεγάλη αποτυχία» του, έπειτα από την οποία δεν ξανασκηνοθέτησε δική του ταινία για 13 ολόκληρα χρόνια, προτού επανέλθει με το ανεπανάληπτο «Holy Motors» (2012).
Κάτω από την ηρεμία της φωνής του, πάντως, ο Καράξ επιστρατεύει μία αγριεμένη χιουμοριστική διάθεση, η οποία πολύ συχνά μεταστρέφεται σε εκλεπτυσμένο αυτοσαρκασμό. Σε ερώτηση για το πώς αποδέχθηκε μία πρόσκληση από ένα μικρό φεστιβάλ στην Ελλάδα, η απάντησή του είναι αφοπλιστικά ωμή: «είστε χωμένοι στα σκατά [λόγω κρίσης], και είναι πάντα ωραίο να βλέπεις ανθρώπους σ' αυτή την κατάσταση». Στο ίδιο πνεύμα, επιμένει να προσπερνά τον χαρακτηρισμό του πρωτοπόρου δημιουργού, τονίζοντας πως «ο καθένας κάνει αυτό που μπορεί. Εγώ, ωστόσο, προσπαθώ να είμαι κλασσικός, να εφευρίσκω τον προσωπικό μου κλασικισμό, παρά να πρωτοπορώ».
Άλλωστε, την πρωτοπορία ο Καράξ την αναγνωρίζει μονάχα σε μερικούς από αυτούς τους «νεκρούς ανθρώπους», εκείνους που τοποθετεί σε ένα νεκροταφείο στη μέση ενός νησιού, το οποίο δεν είναι άλλο από το ίδιο το σινεμά. Κι αν αυτή η μοναχική και μαζί μακάβρια εικόνα μπορεί να ξενίζει, στον πυρήνα της παραμένει μία ευαίσθητη προσωπική ισορροπία του Γάλλου δημιουργού ανάμεσα στον ρομαντισμό και τον πραγματισμό του.
Το τρέιλερ της «Pola X»
Ανάμεσα σε ό,τι τον κάνει να λατρεύει το υπό εξαφάνιση παραδοσιακό φιλμ έναντι των ψηφιακών μέσων που επικρατούν στο σύγχρονο σινεμά, και στη σχεδόν κυνική παραδοχή πως από τη δεύτερη κιόλας ταινία του, τη «Δική μας Νύχτα» (1986), έπαψε να βλέπει ταινίες, νιώθοντας πως είχε ήδη ολοκληρωθεί ως θεατής («όταν ήμουν έφηβος έβλεπα τα πάντα, βωβό, αμερικανικό, ρωσικό κινηματογράφο, ταινίες του Νέου Κύματος κτλ. Πλέον δεν βλέπω ολόκληρες ταινίες, στην καλύτερη περίπτωση να δω κάτι αποσπασματικά»).
Ακόμα κι έτσι όμως, μέσα στις γοητευτικές του αντιφάσεις, την παραδοξότητα που τον χαρακτηρίζει ή την δεδηλωμένη αδιαφορία του να μιλά για κινηματογράφο, ο Καράξ παραμένει ένας άνθρωπος σφόδρα ερωτευμένος με το σινεμά, τον τόπο που φιλοξενεί τη «λαθραία» του παρουσία και στην εξέλιξη του οποίου πιστεύει ολόψυχα. Είναι άλλωστε αδύνατο να παρακάμψει κανείς το πάθος και την αισιοδοξία που αναβλύζει ο ακόλουθος συλλογισμός του: «…όπως είχε πει κι ένας Γερμανός συγγραφέας, η ομορφιά είναι η απόδειξη πως κάτι έχει αγαπηθεί. Και νομίζω πως αυτό είναι το νόημα του κινηματογράφου: αν αγαπάς κάτι το βλέπεις, κι αν το βλέπεις μπορείς να το δείξεις».






