• ΝΕΑ
  • ΤΑΙΝΙΕΣ
  • ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
  • ΠΡΟΣΕΧΩΣ
  • ΝΥΧΤΕΣ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ
  • ATHENS OPEN AIR
  • ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ

  • AIFF 2026
  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
  • ΑΤΖΕΝΤΑ
NEWSLETTER
Οι Νύχτες μας πλησιάζουν! Όλα τα νέα του 32ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας Νύχτες Πρεμιέρας εδώ

Έφυγε ο Μίκλος Γιάντσο, ο μεγάλος άγνωστος του ουγγρικού σινεμά

31 Ιαν 2014 | Νέα | 0 comments

Ένας από τους σπουδαιότερους και πιο ανεξερεύνητους σκηνοθέτες του σύγχρονου Ευρωπαϊκού κινηματογράφου εγκατέλειψε τη ζωή σε ηλικία 92 ετών. Πίσω του αφήνει ένα συναρπαστικό έργο που αξίζει να ανακαλυφθεί, έστω και μετά θάνατον.
Συντάκτης: Λουκάς Κατσίκας
ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ

Άγνωστος στις νεώτερες γενιές θεατών, λόγω του ότι οι ταινίες του προβάλλονται σπάνια πλέον τις τελευταίες δεκαετίες και μόλις πρόσφατα κάποιες από αυτές άρχισαν να είναι διαθέσιμες σε dvd, ο ουγγρικής καταγωγής Μίκλος Γιάντσο αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους δημιουργούς του Ευρωπαϊκού σινεμά. Παρέμενε, ωστόσο, μέχρι τις μέρες μας ένα είδος κρυμμένου θησαυρού.

Θρυλικός σκηνοθέτης και σημείο αναφοράς για τους υποψιασμένους κινηματογραφόφιλους της δεκαετίας του ’70, τόσο στο εξωτερικό όσο και εδώ στη χώρα μας, ο Γιάντσο υπήρξε υπεύθυνος για μια φιλμογραφία που στάθηκε πρωτοποριακή για τις εικαστικές και αφηγηματικές της καινοτομίες και κατόρθωσε να υπερβεί τα σύνορα της χώρας της και να εκτιμηθεί από τα φεστιβάλ και τις art house αίθουσες του υπόλοιπου κόσμου.

Γεννημένος τον Σεπτέμβρη του 1921 στο Βακ, ο Γιάντσο σπούδασε νομικά, εθνολογία και ιστορία της τέχνης στο Πανεπιστήμιο της Βουδαπέστης, υπηρέτησε στα μέτωπα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και για ένα σύντομο χρονικό διάστημα αιχμαλωτίστηκε από τα στρατεύματα των Γερμανών.

Ολοκληρώνοντας τις κινηματογραφικές του σπουδές το 1950, και με το πτυχίο σκηνοθεσίας ανά χείρας, ο Γιάντσο ξεκίνησε την πορεία του πίσω από την κάμερα γυρίζοντας αρχικά ντοκιμαντέρ εθνολογικού χαρακτήρα, προτού αποπειραθεί να ολοκληρώσει την πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία μυθοπλασίας, το 1958, με ένα αντιπολεμικό δράμα ονόματι «The Bells Have Gone to Rome», το οποίο σύντομα αποκήρυξε.

Με το ξεκίνημα της δεκαετίας του ’60 σηματοδοτείται πιο αποφασιστικά η ενασχόληση του Ούγγρου σκηνοθέτη με τη μεγάλη οθόνη, εγκαινιάζοντας μια σειρά από φιλμ τα οποία θα προσπαθούσαν να στοχαστούν πάνω στην Ιστορία της χώρας του, φέρνοντάς την σε αντιδιαστολή με τα ατομικά βιώματα και δοκιμασίες των ανθρώπων της σε διαφορετικές χρονολογικές περιόδους και συγκυρίες.

Από τις ταινίες που ο Γιάντσο γύρισε μέσα στη δεκαετία του ’60, ορόσημο στην διεθνή αναγνώρισή του πρέπει να θεωρηθεί το ασπρόμαυρο δράμα εποχής «Ο Ήχος της Σιωπής» («The Round Up», 1965), που ξεκίνησε από το φεστιβάλ Καννών μια θριαμβευτική καλλιτεχνική καριέρα στον κόσμο και συνάμα συνάντησε τεράστια εισπρακτική επιτυχία στις αίθουσες της Ουγγαρίας, ερευνώντας το θέμα του λαϊκού ξεσηκωμού και της αντιεξουσιαστικής εξέγερσης στα οποία ο δημιουργός θα επέστρεφε συχνά.

Με τα βλέμματα των κριτικών στραμμένα επάνω του, ο Γιάντσο αποχαιρέτησε το ’60 με τον «Χειμωνιάτικο Σιρόκο» («Winter Wind», 1969), μια από τις πιο αξιομνημόνευτες ταινίες του, με θέμα τις προσπάθειες μιας ομάδας Κροατών αναρχικών να δολοφονήσουν τον γιουγκοσλάβο βασιλιά Αλέξανδρο των Πρώτο.

Την ίδια χρονιά, εντούτοις, με το «Αστραφτεροί Άνεμοι» («The Confrontation»), φανερώνει την διάθεσή του να απελευθερώσει το σινεμά του από τον ρεαλισμό και την λιτότητα των πρώτων του εγχειρημάτων και να το σπρώξει στα χωράφια του συμβολισμού και των φορμαλιστικών αναζητήσεων που θα χαρακτήριζαν το μετέπειτα έργο του.

Οι ανησυχίες αυτές θα πάρουν αποφασιστικά σχήμα καθ’ όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του ’70, μέσα από μελετημένα τράβελινγκ διαρκείας και μακροσκελή πλάνα σεκάνς (που στην περίπτωση της διάσημης «Ηλέκτρας» του 1975 θα χωρέσουν ένα ολόκληρο φιλμ σε μόλις 12 πλάνα!), χορογραφική αντίληψη της σκηνοθεσίας (που αποκτά σχεδόν οπερετικές διαστάσεις το 1972, με τη σύλληψη του βραβευμένου στις Κάννες για τη σκηνοθεσία «Κόκκινου Ψαλμού» ως μια σοσιαλιστική μπαλάντα της επανάστασης) και μια ευρύτερη προσέγγιση της Ιστορίας μέσα από μια ποιητική και δοσμένη με μουσικούς όρους ματιά όπως συνέβη στην επική «Ουγγρική Ραψωδία» («Hungarian Rhapsody», 1978).

Αυτά είναι και τα σπουδαιότερα γνωρίσματα ενός καλλιτέχνη, ο οποίος μπορεί μετά την δεκαετία του ’80 να παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό δέσμιος των ίδιων των στυλιστικών του εφευρημάτων, συνέχισε όμως να μοιράζει ακάθεκτος τα σκηνοθετικά καθήκοντά του στη μυθοπλασία και το ντοκιμαντέρ μέχρι τα ύστερα χρόνια της ζωής του, παραδίδοντας το τελευταίο του φιλμ το 2010.

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ