Η δολοφονία του Τζον Κένεντι παραμένει για τους Αμερικανούς μια συναρπαστική όσο και σκοτεινή σελίδα της σύγχρονης πολιτικής ιστορίας τους, αλλά ο Πίτερ Λάντσμαν είναι αποφασισμένος να μας επιβεβαιώσει ότι υπάρχουν πολλοί τρόποι για να αφηγηθείς ένα γεγονός, ακόμα και το πιο εμβληματικό.
Στη φιλόδοξη κινηματογραφική μεταφορά του δραματικού συμβάντος της 22ης Νοεμβρίου του 1963 με τίτλο «Parkland» ο σεναριογράφος και για πρώτη φορά σκηνοθέτης απομακρύνεται από τους προφανείς πρωταγωνιστές της ιστορίας – τον ίδιο τον πρόεδρο, τη σύζυγό του ή το δολοφόνο του.
Εστιάζει στους περιφερειακούς «παίκτες», που βρέθηκαν στο επίκεντρο των γεγονότων, έζησαν από κοντά ένα γεμάτο ένταση τριήμερο που συντάραξε την παγκόσμια πολιτική σκηνή κι έπαιξαν το δικό τους ρόλο στη σκιά των δραματικών εξελίξεων και του χάους που ακολούθησε τη μοιραία εκπυρσοκρότηση.
«Αυτή είναι μια ταινία για την προσέγγιση των γεγονότων από τα κάτω. Αυτό που με εντυπωσίασε είναι η δύναμη και το πάθος αυτών των αφανών ηρώων που έζησαν αυτά τα γεγονότα και αντέδρασαν με ενστικτώση ηρωισμό στο τσουνάμι που τους συμπαρέσυρε μετά τη δολοφονία του JFK. Αυτό είναι ένα συμβάν, όπως το βίωσαν κάποιοι άνθρωποι σε ατομικό επίπεδο» σημειώνει ο Λάντσμαν, που επιλέγει ως ήρωές του το γιατρό που προσπάθησε να επαναφέρει τον Κένεντι στη ζωή στο νοσοκομείο του Ντάλας, όπου μεταφέρθηκε αμέσως μετά τον θανάσιμο τραυματισμό του (ο Ζακ Έφρον στο ρόλο), την επικεφαλής νοσοκόμα του θαλάμου (Μάρσια Γκέι Χάρντεν), τον αυτόπτη μάρτυρα (Πολ Τζιαμάτι) που τράβηξε με ερασιτεχνική κάμερα τα «26 πιο εξονυχιστικά μελετημένα δευτερόλεπτα στην ιστορία του φιλμ, που άλλαξαν τη ζωή του ίδιου αλλά κι όλων των πολιτών», όπως σχολιάζει ο σκηνοθέτης.
Ο Μπίλι Μπομπ Θόρντον ερμηνεύει τον διοικητή του γραφείου των μυστικών υπηρεσιών στο Ντάλας, ενώ ο Τζέρεμι Στρονγκ είναι ο δολοφόνος του Κένεντι, Λι Χάρβεϊ Όσβαλντ, που πέθανε στο ίδιο νοσοκομείο δύο ημέρες αργότερα υποκύπτοντας στα τραύματά του στο στομάχι.
«Όταν ο Κένεντι εισήχθη στα επείγοντα, κανένας εκεί δεν ήταν προετοιμασμένος για το τι θα ακολουθούσε. Το προσωπικό νόμιζε ότι ο πρόεδρος είχε γρίπη» λέει ο σκηνοθέτης για το χαοτικό σκηνικό του νοσοκομείου, ενώ ο Μπίλι Μπομπ Θόρντον σχολιάζει για το ρόλο του: «Ο διοικητής αισθανόταν ολοκληρωτικά υπεύθυνος για ό,τι έγινε. Εκείνες οι ημέρες ήταν οι χειρότερες της ζωής του, αλλά παράλληλα έδρασε αποτελεσματικά, αποφασισμένος να ανακαλύψει επί τόπου τι συνέβη».
Η ταινία εστιάζει και στους ανθρώπους του περιβάλλοντος του Όσβαλντ, τη μητέρα του (την υποδύεται η Τζάκι Γουίβερ) και τον αδελφό του (Τζέιμς Μπαντζ Ντέιλ), αλλά δεν αγγίζει τα σενάρια και τις θεωρίες συνωμοσίας γύρω από τα κίνητρα του Όσβαλντ.
«Η ταινία δεν ενδιαφέρεται για την ερμηνεία των γεγονότων, δεν έχουμε να λύσουμε κάποιο παζλ. Ασχολείται με τους επιζήσαντες του συμβάντος και με την εμπειρία τους εκείνα τα δραματικά εικοσιτετράωρα» λέει ο σκηνοθέτης, που τονίζει ότι παρόλα αυτά «το φιλμ προσφέρει έδαφος για νέο διάλογο επάνω στα γεγονότα, ένα debate με υγιείς όρους».
Η ταινία, που θα προβληθεί σε Βενετία και Τορόντο, γυρίστηκε στις πραγματικές τοποθεσίες των γεγονότων: «Κοιτάς τον Πολ (Τζιαμάτι) και πράγματι μοιάζει τόσο πολύ σε εκείνον τον άνθρωπο, ξεχνάς σε κάποιες σκηνές ότι είσαι σε ταινία» λέει ο Θόρντον που έχοντας ζήσει ως παιδί τη δολοφονία Κένεντι και την υστερία που την ακολούθησε, περιγράφει ως «σουρεαλιστική» την εμπειρία του στα σετ.
Δείτε στις πρώτες φωτογραφίες τους κεντρικούς πρωταγνιστές της ταινίας, αφανείς ήρωες των αληθινών γεγονότων που άλλαξαν το πολιτικό σκηνικό της Αμερικής.






