Από τον Στέφανο Δάνδολο
Ο Αρθουρ Κλαρκ το είχε ψιλοπροφητέψει ότι οι αριθμοί θα κυβερνούν κάποτε τον πλανήτη, αλλά δεν είχε φανταστεί ότι από το Νοέμβρη του 2006 μέχρι σήμερα η Ελλάδα θα έμοιαζε πιασμένη στο αγκίστρι αυτών των τριών αριθμών. Διανύουμε λοιπόν περίοδο αριθμολαγνείας που μας οδηγεί στο «χρυσό αιώνα» των αριθμών; Μπορεί. Εξάλλου, αν κοιταχτείς στον καθρέφτη, η φάτσα σου είναι φτυστή με του Τζιμ Κάρεϊ στην αφίσα του The number 23, με τη διαφορά ότι τα στίγματα των αριθμών στο δέρμα σου δεν είναι παρά όλα εκείνα τα pin που σε καθορίζουν. Χωρίς αυτά δεν υπάρχεις. Αλλά έτσι πάει: χωρίς τους αριθμούς δεν θα υπήρχε ούτε ο επιβλητικός τίτλος 300 για να μας υπενθυμίζει το κινηματογραφικό «χιτ» του χειμώνα.
Ο ορισμός του «Μάρτη-γδάρτη» για τους σινεφίλ, η απόλυτη αποθέωση για την πιτσιρικαρία. Αποτέλεσμα; Ενα εκατομμύριο απόγονοι του Λεωνίδα να συρρέουν στις αίθουσες για να θαυμάσουν το μεγαλείο της «αθάνατης ελληνικής ψυχής» σε συσκευασία video game. Οι Θερμοπύλες που βαφτίστηκαν Hot Gates κατέκτησαν περίοπτη θέση και στα τηλεοπτικά παράθυρα της σύγχρονης ελληνικής ψυχής, έγιναν πεδίο αντιπαράθεσης, διχασμού και κάποιας σχετικής αλλοφροσύνης. Αλλοι να παραδέχονται ότι ποτέ ξανά δεν αισθάνθηκαν τόσο Ελληνες όσο στη διάρκεια αυτής της ταινίας, άλλοι να λένε «Πολύ κακό για το τίποτα». Α, κι ένας δημοφιλής παρουσιαστής εξέφρασε στη διάρκεια της εκπομπής του το ερώτημα εάν πράγματι ο Λεό της Σπάρτης έπρεπε να πάρει την άδεια της γυναίκας του για να σκοτώσει. Σιγά μη δεν έπρεπε! Στην πολιτική (γενικώς), αν θες να ειπωθεί κάτι, ρώτα έναν άντρα. Αν θες να γίνει κάτι, ρώτα μια γυναίκα. Της Θάτσερ αυτό.
Ο αριθμός 300 μπήκε τόσο βαθιά στη ζωή μας που σήμανε διχασμό και στην κριτική. «Χαλκομανία» να γράφει ο ένας, «σύγχρονο Μπεν Χουρ» ο άλλος. Ελάχιστα όμως χρωστάει τη φήμη του στην κριτική. Η διαφημιστική εκστρατεία έγινε από μόνη της ιστορικό έπος, η Αθήνα πλημμύρισε από αφίσες και η free-press κοινότητα τη μετέτρεψε σε talk of the town. Από το πρώτο κιόλας τριήμερο σχεδόν όλοι οι υπουργοί της κυβέρνησης την είχαν δει. Μέχρι και γκάλοπ με μετανάστες Ιρανούς απόγονους του Ξέρξη επιστράτευσαν τα κανάλια για το πώς είδαν εκείνοι την ταινία και ένας άρχισε να ψελλίζει με φωνή που έτρεμε: «Νόμιζα ότι εμείς ήμασταν οι καλοί.» Τέτοιος χαμός.
Για την εστέτ κοινωνία των Αθηνών, βέβαια, ο χαμός γύρω από την αριθμολαγνεία είχε ξεκινήσει κάμποσο καιρό νωρίτερα, τη νύχτα της 24ης Νοεμβρίου, όταν έξω από το Παλλάς στη Βουκουρεστίου γινόταν ό,τι ακριβώς και στις μεγάλες πρεμιέρες του παρελθόντος: Εκατοντάδες άνθρωποι να είναι συγκεντρωμένοι στον πεζόδρομο, πολλοί να στέκονται στην ουρά της εισόδου, άλλοι να έχουν κυκλώσει το χώρο των προσκλήσεων, το φουαγιέ να σφύζει από κίνηση και αρκετοί να βγαίνουν στο μπαλκόνι του θεάτρου για να καπνίσουν. Το Παλλάς, φωτεινό και ανακαινισμένο, είναι έτοιμο να υποδεχτεί το κοινό για το θεατρικό «χιτ» του χειμώνα. Αλλά τι σύμπτωση! κι αυτό συμβολίζει τη σημασία ενός αριθμού στη ζωή μας. Ενός απλού 2, που όμως έμελλε να γεννήσει αναρίθμητες εικόνες επί σκηνής, όπως και αντιπαραθέσεις. Το παράδοξο με την παράσταση του Δημήτρη Παπαϊωάννου ήταν ότι είχε γίνει μόδα, αντικείμενο συζήτησης και διαφωνίας προτού καν ανοίξει η αυλαία του Παλλάς και ο Αρης Σερβετάλης εμφανιστεί στη σκηνή ακολουθούμενος από τους 21 υπόλοιπους χορευτές-ερμηνευτές. Τόσο η εξαιρετική δουλειά του στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας όσο και οι πληροφορίες που διέρρεαν περί «τολμηρών προσεγγίσεων» του έργου, είχαν ως αποτέλεσμα η πρώτη φουρνιά παραστάσεων να ξεπουλήσει προτού καν ξεκινήσει να παίζεται. Γύρω στο Δεκέμβρη-Γενάρη, για να εξασφαλίσεις εισιτήριο έπρεπε να κλείσεις τρεις εβδομάδες νωρίτερα! Και μιλάμε για μια αίθουσα 1.500 θέσεων νάσου πάλι οι αριθμοί!
Η Αθήνα υποδέχτηκε το 2 με αντικρουόμενες απόψεις. Είτε θα το λάτρευες είτε θα το μισούσες. Μήπως όμως αυτό είναι και το μυστικό των (κάθε είδους) μπεστ σέλερ; Μπορεί. Εάν το 300 σε χτύπησε στο στομάχι (είτε για να σε ξυπνήσει είτε για να σε στείλει άρρωστο στο σπίτι) ήταν επειδή γυρίστηκε ψηφιακά και ανακάτεψε τις Θερμοπύλες του Λεωνίδα με τους υπολογιστές της Generation Χ. Ε, αντιστοίχως τολμηρή στάθηκε και η ζύμωση που οραματίστηκε ο Παπαϊωάννου. Ο άντρας και ο άλλος άντρας. Το 1 που θέλει να γίνει 2. Το σκηνικό να μεταλλάσσεται πότε σε αεροδρόμιο, πότε σε γραφείο, πότε σε γήπεδο, πότε σε δημόσια ουρητήρια. Αντρες στη σειρά, να ουρούν, να αυνανίζονται, να παίζουν με σύμβολα, και η Αθήνα στην πλατεία να παρακολουθεί τη σύγχρονη ιστορία της Ελλάδας μέσα από Λεωνίδες που χτίζουν ή γκρεμίζουν τις Θερμοπύλες της σάρκας. Μετά το τέλος της κάθε παράστασης, οι συζητήσεις να δίνουν και να παίρνουν. Για φαγητό ή για ποτό εκεί γύρω από το Παλλάς, και να μιλάς περί Τέχνης. Ε, δεν μας συμβαίνει και πολύ συχνά τα τελευταία χρόνια. Τουλάχιστον, όχι τόσο μαζικά. Από τη μία οι συντηρητικοί θεατές να αποχωρούν μουδιασμένοι κι από την άλλη ένα κοινό που έχει ανάγκη το διαφορετικό ως διέξοδο κατά τον ίδιο τρόπο που το έχουν ανάγκη και οι φιγούρες των διαχρονικών ηρώων.
Και να που δίπλα στο 300 και το 2 προστίθεται κι εκείνος ο τριψήφιος αριθμός που, για περισσότερα από 45 χρόνια, μας κρατά καθηλωμένους στη λάμψη της πιο γοητευτικής κινηματογραφικής σειράς ever. Θα ήταν ψέμα εάν ισχυριζόμασταν πως η χώρα μας έμεινε αμέτοχη στη ζύμωση που ακολούθησε την επιλογή του Ντάνιελ Κρεγκ ως νέου 007. Κι εδώ έγινε το «έλα να δεις». Για παράδειγμα, θυμάμαι τίτλο σε μπροστινές σελίδες περιοδικού το περασμένο καλοκαίρι, που έλεγε: «Ξανθός και με πεταχτά αυτιά ο καινούργιος Τζέιμς Μποντ.» Ε, ωραία, ξανθός. Και ο Ρότζερ Μουρ ήταν ξανθός στο Ζήσε και άσε τους άλλους να πεθάνουν. Μετά που γέρασε σκούρυνε. Οσο για τα πεταχτά αυτιά; Σιγά, και ο Κλαρκ Γκέιμπλ είχε πεταχτά αυτιά. Οχι, το μακελειό που βίωσε ο Ντάνιελ Κρεγκ στάθηκε αδυσώπητο, αλλά μέσα από αυτό κατάφερε να επιβάλει και μια άνευ προηγουμένου διαφημιστική καμπάνια γύρω από τον αριθμό 007 σε πιτσιρικάδες που δεν είχαν καν ιδέα. Την εκδίκησή του, φυσικά, την πήρε όταν προβλήθηκε το φιλμ. Δεν υπήρξε Ελληνας κριτικός (ακόμα κι από αυτούς που είχαν σταθεί «ενάντια» στην επιλογή του) που να μην υποκλίθηκε.
Μέχρι και «καλύτερο από τον Κόνερι» τον έχρισαν. Αυτό βέβαια προκάλεσε ακόμα πιο οξείες αντιπαραθέσεις. Οι γονείς μας κατέβασαν ίσαμε τρεις αιμορραγίες ο καθένας από τη «βεβήλωση» της γενιάς τους και εμείς σπεύσαμε να πανηγυρίσουμε, ειδικά όσοι τον θυμόμασταν από το Δρόμο της απώλειας (σε ρόλο ψυχωτικού) και από το Σύλβια (σε ρόλο προβληματικού συγγραφέα). Στο μεταξύ, όμως, ο Τζέιμς Μποντ είχε γίνει πάλι της μοδός και ο αριθμός 007 βρήκε τη θέση που του αξίζει στη λίστα των αριθμολογικών εμμονών που μας διακατέχουν εσχάτως.






