Από τον Κωνσταντίνο Σαμαρά
Βήμα πρώτο: Μόνο Αίμα;
«Ο κόσμος είναι γεμάτος από ανθρώπους που παραπονιούνται. Και η αλήθεια είναι ότι τίποτα δε σου έρχεται με εγγύηση. Δε με νοιάζει αν είσαι ο πάπας της Ρώμης, ο πρόεδρος των ΗΠΑ ή ο άντρας της χρονιάς, πάντα κάτι μπορεί να πάει στραβά. Τώρα συνέχισε, κάνε τα παράπονά σου, πες τα προβλήματά σου στον γείτονα, ζήτα του βοήθεια, δες τον να φεύγει. Στη Ρωσία, το έχουν σχεδιάσει έτσι ώστε όλοι να μοιράζονται τα προβλήματα όλων… αυτή είναι η θεωρία, τουλάχιστον. Αλλά αυτό που ξέρω είναι ότι στο Τέξας είσαι μόνος σου». («Μόνο Αίμα»)
Μετά από μια περίοδο εμφανούς κάμψης που απειλεί να πετσοκόψει αμετάκλητα τον δημιουργικό σου οίστρο υπάρχει μόνο μια πατρίδα για την καλλιτεχνική σου αναβάπτιση: πολύ συχνά πρόκειται για τον τόπο του πρώτου «εγκλήματος». Και στην περίπτωση των Κοέν, που προέρχονταν από δύο χλιαρές ασκήσεις σινεφιλίας («Αβάσταχτη Γοητεία», «Η Συμμορία Των Πέντε»), αυτός ο τόπος έπρεπε να είναι το σκληρό, εχθρικό Τέξας που είχαν να επισκεφτούν κινηματογραφικά εικοσιτρία ολόκληρα χρόνια – τόσα πέρασαν κιόλας από το ντεμπούτο τους «Μόνο Αίμα». Ως διαβατήριο για τη μεγάλη επιστροφή, οι Κοέν θα αποφάσιζαν να χρησιμοποιήσουν ένα μυθιστόρημα: το «Καμιά Πατρίδα Για Τους Μελλοθάνατους» του Κόρμακ ΜακΚάρθι (κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Καστανιώτη), αδυσώπητο αντι-γουέστερν που θα μπορούσε να αρχίζει ή να τελειώνει με την ελεγειακή πρόταση «Ηταν κάποτε η Δύση…». Ενα μυθιστόρημα που από κάποιους χαρακτηρίστηκε ανεπίδεκτο κινηματογραφικής μεταφοράς, αλλά στην πραγματικότητα ήταν κομμένο και ραμμένο στα μέτρα δύο συγκεκριμένων δημιουργών.
Τα πρώτα πλάνα της ταινίας θα δικαιώσουν τις προβλέψεις: η άγονη γη του Τέξας, εκλεκτό τέκνο της αγαπημένης Americana των Κοέν, παρουσιάζεται ως νεκρή φύση, ως το σκηνικό μιας τραγωδίας πριν την είσοδο των πρωταγωνιστών. Ή μετά την έξοδό τους; Σε κάθε περίπτωση, το μόνο που θα προστεθεί ανάμεσα στις δυο στιγμές είναι μερικές (πολλές) σταγόνες αίμα. Η μελαγχολική φωνή του Τόμι Λι Τζόουνς, υποταγμένη θαρρείς σε μια μοίρα που αδυνατεί να αποκρυπτογραφήσει, δεν αφήνει καμιά αμφιβολία.
Οπως πάντα στο σινεμά των Κοέν, τη βία υποτίθεται ότι θα τροφοδοτήσει ένα σεβαστό χρηματικό ποσό, κρυμμένο σε μια βαλίτσα. Είναι έτσι όμως; Το κυνήγι του θησαυρού μάλλον δεν είναι τίποτα περισσότερο από την αφορμή για μια περιπλάνηση ζωτικής σημασίας για τους ήρωες του «Καμιά Πατρίδα Για Τους Μελλοθάνατους»: τον σερίφη (Τόμι Λι Τζόουνς), το μοναχικό κυνηγό (Τζος Μπρόλιν) και φυσικά τον ανελέητο δολοφόνο (Χαβιέ Μπαρδέμ). Οι οποίοι εν προκειμένω είναι απαλλαγμένοι από το, τυπικό στους Κοέν, σαρκαστικό μανδύα της ηλιθιότητας. Με τις ειρωνικές σφήνες περιορισμένες στο μίνιμουμ, τα βήματα των αντρών είναι βαριά όσο λίγες φορές στη φιλμογραφία των Κοέν. Σαν τα βήματα ενός μελλοθάνατου.
Βήμα δεύτερο: Οταν ξέσπασε ο Chigurh
O θάνατος στην ταινία των Κοέν δεν έρχεται από τον ουρανό, δεν σκορπίζεται από κάποια μυστήρια επιδημία κι όμως φέρει τη σαδιστική σφραγίδα του αναπότρεπτου, του πεπρωμένου. Επιβλητικός άγγελος του θανάτου, ο δολοφόνος τον οποίο υποδύεται ο «το-Οσκαρ-δεν-είναι-αρκετό» Χαβιέ Μπαρδέμ δεν είναι απλώς ένας από τους κορυφαίους υπερ-κακούς που μας έχουν χαρίσει οι Κοέν και το σύγχρονο σινεμά εν γένει. Είναι ένα είδος υπεράνθρωπης νέμεσης με ανέκφραστη ανθρώπινη μορφή, που παίζει με τις πεπερασμένες (ανθρώπινες γαρ) αντοχές των θυμάτων του όπως η γάτα με το ποντίκι. Η προδιαγεγραμμένη επικράτησή του μου θύμισε την ολοκληρωτική βία στα «Παράξενα Παιχνίδια» του Χάνεκε που μπορούσε να διεισδύσει μέχρι και στον φιλμικό μηχανισμό, ενώ αρκετοί κριτικοί επιχείρησαν παραλληλισμούς με τη φιγούρα του Θανάτου από την «Εβδομη Σφραγίδα» του Μπέργκμαν. Και είναι βέβαιο ότι οι παρομοιώσεις και οι μεταφυσικές / φιλοσοφικές / πολιτικές αναγνώσεις μπορούν να συνεχιστούν εις το διηνεκές, αλλά ο δολοφόνος θα παραμένει στο σκοτάδι. Εκεί όπου κρύβεται κάθε απάντηση γύρω από τα κίνητρα, την ψυχοσύνθεση, την ηθική του. Ακόμα και γύρω από το ασυνήθιστο, δυσπρόφερτο όνομά του: Chigurh (προφέρεται Σιγκούρ), κάτι σαν κωδικός, όπως και το όνομα του επίσης άπιαστου δολοφόνου Zodiac.
Βήμα τρίτο: Η ταινία που δεν ήταν εκεί
Οπως και η ταινία του Φίντσερ, έτσι και το «Καμιά Πατρίδα» καταγράφει τη σαρωτική εξάπλωση ενός απροσδιόριστου «Κακού» στα σπλάχνα μιας κοινωνίας. Εδώ πρόκειται για μια βία παράλογη, ανίκητη, που κουβαλά όμως έναν άκρως αποτελεσματικό σιγαστήρα. Μια βία που καταφέρνει να αποκολλήσει την Αγρια Δύση από τους παραδοσιακούς της κανόνες, αφήνοντας τον σερίφη στην αμηχανία ενός τραγικού ήρωα: πότε και πώς το έδαφος των αξιών κινήθηκε κάτω από τα πόδια του; Από πού κι ως πού ο ίδιος κατέληξε να μην είναι «εκεί»;
Διόλου τυχαία, η λογική του φιλμ είναι δομημένη πάνω σε μια σειρά από μετατοπίσεις, χωρικές, χρονικές και όχι μόνο. Ενας άντρας ερευνά ένα μακελειό στην έρημο αλλά έχει φτάσει αργά. Οι πρωταγωνιστές εναλλάσσονται στην οθόνη αλλά ποτέ δεν καταφέρνουν να συμπέσουν, να κοιταχτούν στα μάτια. Το πιο σημαντικό έγκλημα της ταινίας χάνεται μπροστά από τα δικά μας μάτια εξαιτίας ενός fade to black. Ακόμα και η ίδια η δράση του φιλμ είναι τοποθετημένη στα 80s, αλλά διαρκώς σε προσκαλεί να το ξεχάσεις.
Μετά απ όλα αυτά, ίσως αξίζει να προσέξετε λίγο καλύτερα τη σκηνή όπου ο Μος (Τζος Μπρόλιν) αποφασίζει οριστικά να πάρει το μεγάλο ρίσκο και να σηκωθεί από την ασφάλεια του κρεβατιού του. Καθώς ετοιμάζεται να φύγει από το σπίτι, παραγγέλνει στην αγαπημένη του «εάν δεν γυρίσω, πες στη μαμά ότι την αγαπάω» για να λάβει την αφοπλιστική απάντηση «μα η μητέρα σου είναι νεκρή». Το κοενικό χιούμορ θα επιβεβαιωθεί με την ατάκα «ε, τότε θα της το πω εγώ», η οποία όμως θα ειπωθεί μετά από ένα ανεπαίσθητο χρονικό διάστημα σιωπής. Αυτή η παύση, που φαινομενικά εξυπηρετεί τον κωμικό μηχανισμό, αποκαλύπτει την αμηχανία του ήρωα απέναντι στη σύντροφό του, λες και εκείνη παραστράτησε από ένα προκαθορισμένο σενάριο.
Οι «old men» του πρωτότυπου τίτλου δεν είναι πια «εκεί», λοιπόν, εξόριστοι σε ένα παιχνίδι με καινούργιους κανόνες, όπου τα πιστόλια και η ηθική τους αποδεικνύονται σκουριασμένα. Αλλά η ταινία των Κοέν είναι «εκεί», ακριβώς για να παρακολουθήσει αυτή τη μετατόπιση και την απουσία. Από αυτή τη σκοπιά, ίσως να πρόκειται για το πιο φιλόδοξο εγχείρημα του Τζόελ και του Ιθαν.
Επιμύθιο: There is a country for old men
Είναι λοιπόν η τελευταία ταινία των Κοέν και η καλύτερή τους;
Εάν την είχε υπογράψει οποιοσδήποτε άλλος Αμερικανός της γενιάς τους, θα είχαμε σπρώξει τις μάρκες μας στο «ναι» χωρίς δεύτερη σκέψη, αλλά εδώ οι επιλογές είναι αφόρητα πολλές.
Εάν ισχύει η αρχή (του Χίτσκοκ, νομίζω) ότι «όσο πιο πετυχημένος ο κακός, τόσο καλύτερη η ταινία», τότε το χαρτί του Χαβιέ Μπαρδέμ θα μπορούσε να κοιτάξει στα ίσια ακόμα και τον Τζον Γκούντμαν του «Μπάρτον Φινκ» – ή τέλος πάντων όποιον άλλον προτιμάτε.
Εάν, όμως, θέλουμε να είμαστε στοιχειωδώς σοβαροί, τότε θα πρέπει να αρκεστούμε στο αναμενόμενο και μετριοπαθές «δεν έχει καμία σημασία». Αφενός, επειδή μέσα σε μία μόλις μέρα θα μπορούσα να τοποθετήσω εναλλάξ στην πρώτη θέση τα «Μπάρτον Φινκ», «Φάργκο», «Πέρασμα Του Μίλερ» και «Καμιά Πατρίδα Για Τους Μελλοθάνατους» με εξίσου τεκμηριωμένα επιχειρήματα (όπως το «γιατί έτσι»). Αφετέρου, επειδή οι Κοέν καταφέρνουν κάτι απείρως σημαντικότερο: να δημιουργήσουν με την τελευταία τους ταινία ένα σπάνιο, πολύτιμο απόσταγμα όλων των προσωπικών τους εμμονών. Μέσα από μια μυθοπλασία που ενεργοποιεί για άλλη μια φορά ως απλή αφορμή τη διακίνηση μιας βαλίτσας με λεφτά, οι Κοέν χαρτογραφούν ξανά τα σημαινόμενα της Americana, έρχονται ακόμη πιο κοντά στους ηττοπαθείς ήρωές τους και διατρέχουν το σινεμά που αγαπούν και μας έμαθαν να αγαπάμε. Και τα συμπυκνώνουν σε κάτι που θα μπορούσε να είναι η ιδανική ταινία αποχαιρετισμού. Χωρίς καμία υπερβολή, το πένθιμο και διακριτικά σαρκαστικό «Καμιά Πατρίδα Για Τους Μελλοθάνατους» είναι μια πράξη ύψιστης γενναιότητας, ακριβώς επειδή αναρωτιέται εάν η γενναιότητα μπορεί ακόμα να υπάρχει ως τέτοια – στο σινεμά και στη ζωή, που είναι το ίδιο πράγμα.
Αυτή η γλυκιά αρρώστια
Το όνομα της νόσου είναι σινεφιλία και δεν χρειάζεται να έχεις εμβαθύνει στους Κοέν για να γνωρίζεις ότι η περίπτωσή τους είναι αθεράπευτη. Ο σκελετός του έργου τους, και εδώ που τα λέμε κάθε σπουδαία τους ταινία, είναι μια συνεχής επιστροφή στο είδος του νουάρ, μια νοσταλγική ματιά ή/και αναθεώρησή του, ένα μπόλιασμά του με τα καντάρια μυαλού που οι ίδιοι διαθέτουν. Από το «Μόνο Αίμα» μέχρι τον «Ανθρωπο Που Δεν Ηταν Εκεί», νομίζω ότι η απαρίθμηση των ενδιάμεσων σταθμών είναι περιττή. Πρόσθεσε στα παραπάνω και τους φόρους τιμής στη χρυσή εποχή της αμερικανικής κωμωδίας («Ω Αδερφέ, Πού Είσαι;», «Αβάσταχτη Γοητεία») ή των στούντιο Ealing («Η Συμμορία Των Πέντε») και η διάγνωση είναι έτοιμη. Μόνο που η σινεφιλία των Κοέν σπανίως προσφέρεται για όσους καλόμαθαν στο αποθησαύρισμα αναφορών α λα Ταραντίνο και μάλλον θα τα βρουν μπαστούνια στην περίπτωση του «Καμιά Πατρίδα». Διότι ναι μεν η ταινία φαίνεται και είναι ένα υπέροχο οδοιπορικό στην κληρονομιά του γουέστερν, της ταινίας δρόμου και φυσικά του νουάρ, αλλά έχει φροντίσει να σβήσει επιμελώς τα ίχνη της. Μπορεί να ισχυριστείς ότι κάπου, κάπως διέκρινες τα σημάδια του Λεόνε, του Χίτσκοκ ή του Γουέλς, αλλά το μόνο βέβαιο είναι ότι οι Κοέν θα σε αφήσουν με την απορία. Οι ταινίες δεν είναι άψυχα πετρώματα απ όπου εξορύσσουμε αναφορές για να περνάει η ώρα, γι αυτό και η σινεφιλία του «Καμιά Πατρίδα Για Τους Μελλοθάνατους» είναι πολύ πιο κοντά στο «Ζodiac» του Φίντσερ, παρά στο «Death Ρroof» του Ταραντίνο.
Τρελά Μαλλιά
από την Δέσποινα Παυλάκη
Οι Κοέν δεν κατάφεραν να αντισταθούν στο αγαπημένο τους χόμπι των κομμωτικών ατοπημάτων και μάλιστα βγάζοντας τα απωθημένα τους σε μία από τις πιο τρομακτικές κεντρικές φιγούρες που έκανε ποτέ την εμφάνισή της σε ταινία των αχτένιστων αδερφών, αντί να πιάνουν απ το μαλλί κάποιο ασήμαντο περιφερειακό χαρακτήρα. Ξεκινώντας από το «Αριζόνα Τζούνιορ» όπου οι τρίχες κατέχουν center stage, από τη μονίμως αγουροξυπνημένη και λίαν ανεμοδαρμένη κόμη του Νίκολας Κέιτζ μέχρι την ανατριχιαστική πολυπερμαντάντ της Χόλι Χάντερ (ευτυχώς που το μωρό που απαγάγουν δεν έχει ακόμη μαλλιά!), την Eraserhead κουπ του Τζον Τορτούρο στο «Μπάρτον Φινκ» και τη θανατηφόρα φράντζα της Τζουλιάν Μουρ στον «Μεγάλο Λεμπόφσκι», τα μαλλιά είχαν μια πάντοτε μια σχετική συνέπεια με την είτε εκκεντρική είτε πληθωρική ιδιοσυγκρασία του εκάστοτε χαρακτήρα. Στο «Καμιά Πατρίδα Για Τους Μελλοθάνατους» ωστόσο, το μόνο που μπορείς να κάνεις, βλέποντας για πρώτη φορά τις αυστηρές τετράγωνες γωνίες του αδίστακτου δολοφόνου Χαβιέ Μπαρδέμ πλαισιωμένες από ένα ολοστρόγγυλο καρέ και μια καλοϊσιωμένη φράντζα είναι να ευχαριστείς το Θεό που οι Κοέν δεν έχουν χάσει ακόμα ούτε τα κότσια ούτε το χιούμορ τους. Διότι αμφιβάλω αν υπάρχουν πολλοί σκηνοθέτες που μπορούν να πείσουν τα μεγάλα στούντιο να εγκρίνουν τέτοιου είδους τριχοφυϊες. Ή αν υπάρχουν πια ηθοποιοί που να θέλουν να τις κουβαλάνε στο κεφάλι τους.






