• ΝΕΑ
  • ΤΑΙΝΙΕΣ
  • ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
  • ΠΡΟΣΕΧΩΣ
  • ΝΥΧΤΕΣ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ
  • ATHENS OPEN AIR
  • ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ

  • AIFF 2026
  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
  • ΑΤΖΕΝΤΑ
NEWSLETTER
Οι Νύχτες μας πλησιάζουν! Όλα τα νέα του 32ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας Νύχτες Πρεμιέρας εδώ

Τα πρόσωπα του 2008!

13 Ιαν 2009 | Νέα | 0 comments

Οι συντάκτες του περιοδικού ΣΙΝΕΜΑ επέλεξαν και σας παρουσιάζουν τα πρόσωπα που στιγμάτισαν την κινηματογραφικά το 2008!
Συντάκτης: Cinemagazine Team
ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ

Οι συντάκτες του περιοδικού ΣΙΝΕΜΑ επέλεξαν και σας παρουσιάζουν τα πρόσωπα που στιγμάτισαν την κινηματογραφικά το 2008!




Χαβιέ Μπαρδέμ


Εντάξει, κανείς (ή σχεδόν κανείς) δεν αμφέβαλε για το ταλέντο του Χαβιέ Μπαρδέμ. Φρόντιζε ο ίδιος για τη φήμη του είτε ως αντικαθεστωτικός γκέι συγγραφέας στο «Πριν Πέσει η Νύχτα» είτε ως παραπληγικός στο «Η Θάλασσα Μέσα Μου». Οι επιλογές του δείχνουν άνθρωπο που δεν φοβάται να ρισκάρει. Και δεν το φοβήθηκε ούτε όταν ανέλαβε να παίξει τον ρόλο του δολοφόνου Αντον Σιγκούρ στο «Καμιά Πατρίδα Για Τους Μελλοθάνατους» των αδελφών Κοέν. Ο χαρακτήρας του Σιγκούρ είναι φυσιογνωμία αξέχαστη: σου παγώνει το αίμα το ψυχρό βλέμμα του, η άγαρμπη προφορά του που σε κάνει να φαντάζεσαι πως έχει κοχύλια στο στόμα, το απίθανο όπλο. Κι αυτό το απίστευτο κούρεμα, σαν Ρίνγκο Σταρ από καμένο πιστολάκι. Ο «κακός» της δεκαετίας σκοτώνει «γιατί έτσι πρέπει». Τρομάζει γιατί έτσι μοιάζει αληθινός. Νομίζω πως ακόμα κι ο ίδιος ο Κόρμακ ΜακΚάρθι θα τρόμαζε αν αντίκριζε από κοντά αυτή την ενσάρκωση του «κακού» του βιβλίου του. Η.Κ.



Πάολο Σορεντίνο – Ματέο Γκαρόνε 


Οσο κι αν κανείς δεν βρίσκεται σε θέση να γνωρίζει τι είδους πατριωτισμός είναι εκείνος που οδήγησε φέτος δύο σεβαστούς Ιταλούς σκηνοθέτες να στηλιτεύσουν με τέτοιο έξοχο τρόπο τα προβλήματα της γειτονικής μας χώρας, δεν μπορούμε παρά να είμαστε ευγνώμονες απέναντί τους. Ο μεν Γκαρόνε επέλεξε στο «Γόμορρα» να καταδυθεί στα γερά ριζωμένα θεμέλια της Καμόρα και να οπτικοποιήσει το αμφιλεγόμενο βιβλίο του Σαβιάνο με τρόπο αφοπλιστικά ψύχραιμο (όπως ακριβώς αρμόζει), δημιουργώντας μια ταινία τόσο επιδραστική όσο ο υπνωτισμός, τόσο εύστοχη όσο οι σφαίρες των μελών της οργάνωσης και αρκετά δυνατή ώστε να βάλει σε μπελάδες του συντελεστές της. Ο δε Σορεντίνο, με αφορμή τις τελευταίες ημέρες της διαδρομής του περίφημου Τζούλιο Αντρεότι, βρίσκει την ευκαιρία να συνθέσει στο «ΙL DΙVΟ» ένα θεότρελο πορτρέτο της -όχι αυστηρά πολιτικής- ζωής στην Ιταλία και παντού, να ολοκληρώσει τη σπουδή του πάνω στην εξουσία και τα δεινά της και να παραδώσει μια σκοτεινή παραβολή. Μακάρι να μπορούσαμε να ισχυριστούμε «ούνα φάτσα, ούνα ράτσα», μέρες που είναι. Η.Ν.



Σάλι Χόκινς


Ο Μάικ Λι σίγουρα αγαπάει τις ηρωίδες του. Ηταν η Μπρέντα Μπλέθιν για την οποία όλοι μιλούσαν το 1996, η Ιμέλντα Στόντον το 2004 και τώρα, το 2008, η Σάλι Χόκινς. Μόνο που, στο «Τυχερή Κι Ευτυχισμένη», η Πόπι ενσαρκώνει την πραγματικά πιο ευφορική πρωταγωνίστριά του. Η Σάλι Χόκινς θα λεγες πως γεννήθηκε γι αυτόν τον ρόλο: μοιάζει να μεταφέρει τη ζωή της στην ταινία, μια γυναίκα στη σύγχρονη Αγγλία που απορροφά με τη θετικότητά της κάθε αναποδιά της ζωής. Γεννημένη το 1976, η Χόκινς έχει προϊστορία σε ταινίες του Λι («Ολα Ή Τίποτα», «Το Μυστικό Της Βέρα Ντρέικ»). Για το «Τυχερή Κι Ευτυχισμένη» κέρδισε την Αργυρή Αρκτο του Φεστιβάλ Βερολίνου. Ο Μάικ Λι έχτισε την ιστορία γύρω από την ίδια, πλάθοντας έναν χαρακτήρα που σφύζει από ζωή και αισιοδοξία. Η Σάλι Χόκινς ερμήνευσε μια σημερινή κοπέλα, με όλα της τα ελαττώματα αλλά χωρίς καμία υπερβολή. Ποιος είπε πως το φυσικό είναι πάντα εύκολο; Η.Κ



Χιθ Λέτζερ


Το 2008 δεν μπήκε καλά. Μαζί του έφερε την τραγικότερη απώλεια που βίωσε ο πλανήτης των εικόνων μετά τον θάνατο του Ρίβερ Φίνιξ, 15 χρόνια πριν. Στις 22 Ιανουαρίου, ο Χίθκλιφ, που πήρε το όνομά του από τα λογοτεχνικά «Ανεμοδαρμένα Υψη», βρέθηκε νεκρός από «ατυχή υπερβολική δόση» υπνωτικών χαπιών. Ηταν 28 χρονών. Και άφησε πίσω του την κόρη του Ματίλντα, που του μοιάζει υπερβολικά, τον Γουίλιαμ («Η Ιστορία Ενός Ιππότη»), τον Σόνι («Ο Χορός Των Τεράτων»), τον Χάρι («Τα Τέσσερα Φτερά»), τον Ενις («Το Μυστικό Του Brokeback Μountain»), τον Ρόμπι («Ιm Not Τhere») και τον Τζόκερ («Ο Σκοτεινός Ιππότης») που δεν του μοιάζουν καθόλου. Γιατί ο ντροπαλός, υπερκινητικός Αυστραλός που γελούσε ήσυχα και μιλούσε με ανολοκλήρωτες προτάσεις, εξαφανιζόταν κάτω από το δέρμα του εκάστοτε ρόλου του και έφτανε μέχρι το μεδούλι. Θα γίνει πιθανότατα ο πρώτος που αποσπά και υποψηφιότητα και Οσκαρ ερμηνείας μετά θάνατον. Εχει σημασία; Επουλώνεται η μαύρη τρύπα που αφήνει πίσω της η απώλειά του; Ι.Π.



Τζος Μπρόλιν


Χρειάστηκε να περάσουν είκοσι ολόκληρα χρόνια και μια δεκάδα αδιάφορων κινηματογραφικών εμφανίσεων από τότε που ο Τζος Μπρόλιν ξεκίνησε την καριέρα του για να βρεθεί επιτέλους στο προσκήνιο ενός Χόλιγουντ που φάνηκε να τον έχει περισσότερη ανάγκη από ότι είχε εκείνος τη βιομηχανία. Η επιλογή των αδερφών Κοέν να τοποθετήσουν τον Μπρόλιν στο κέντρο του «Καμια Πατρίδα Για Τους Μελλοθάνατους» θα ήταν καθοριστική. Η έμπνευση μετά του Ολιβερ Στόουν να τον ντύσει με την περσόνα του Τζορτζ Μπους του νεότερου στο «W.» ήταν το καλύτερο πράγμα που συνέβη σε ολόκληρη την ταινία. Και η εύστοχη ιδέα του Γκας Βαν Σαντ να του χαρίσει τον χαρακτήρα του δολοφόνου στο «Μilk», βάζοντάς τον ταυτόχρονα να τον εξανθρωπίσει, ολοκληρώνουν απλά την τριάδα των ρόλων που θα ζήλευε κάθε σύγχρονος ηθοποιός. Μόνο που, πριν από όλους, ανήκαν δικαιωματικά στον άνθρωπο με το πιο εντυπωσιακό breakthrough της χρονιάς. Σε ηλικία 40 ακριβώς ετών. Μ.Κ.



Ντάνιελ Ντέι Λιούις


Βγαίνοντας από την απομόνωση του- όπως κάθε σωστός ζωντανός μύθος, ο Ντάνιελ Ντέι Λιούις σήκωσε στις πλάτες του το έπος του Πολ Τόμας Αντερσον περπατώντας με ακρίβεια «γίγαντα» εκεί όπου οποιοσδήποτε άλλος θα είχε συνθλιβεί κάτω από το βάρος των περιστάσεων. Λύνοντας γόρδιους ερμηνευτικούς δεσμούς και διασχίζοντας υποκριτικές ατραπούς, ο Λιούις ενσάρκωσε τον «ήρωα» της χρονιάς αποδεικνύοντας πως η μεγάλη οθόνη είναι μικρή για το εκτόπισμα του ταλέντου του. Μετά έκανε μια βόλτα από τα Οσκαρ κερδίζοντας – ομόφωνα- το δεύτερο αγαλματάκι πρώτου ρόλου στην καριέρα του και αποχαιρέτησε τη σόου μπιζ. Περιμένοντας μια πρόκληση ανάλογου μεγέθους σαν το «Θα Χυθεί Αίμα» για να επιστρέψει. Μ.Κ.



Μίκι Ρουρκ


«Λάβετε φάγετε, τούτο εστί το σώμα μου». Ακούγεται βαρύγδουπο και βιβλικό αλλά είναι ο καλύτερος τρόπος για να συνοψίσει κανείς την επιστροφή της χρονιάς στο επιεικώς σκαμμένο πρόσωπο του κάποτε αγγελικά, ίσως και δαιμονισμένα, όμορφου Μίκι Ρουρκ. Μια αναπάντεχη «προσφορά» εντελώς σωματική και στα όρια της «θυσίας» ενός πάλαι ποτέ λαμπερού σταρ στους αδηφάγους θαυμαστές του, στο φιλοθεάμον κοινό γενικότερα που τον λάτρεψε, τον μίσησε ξεκοκκαλίζοντας την χωρίς προστατευτικό δίχτυ πτώση του και το ίδιο εύκολα τον ξέχασε παντελώς. Ο «Παλαιστής» του, ένα αληθινό φρικιό με την ιστορία του χαρτογραφημένη σε κάθε παραμορφωμένο εκατοστό του κορμιού του, συνιστά τον απόλυτο αυτοσαρκασμό και το αξεπέραστο όριο αυτογνωσίας ενός ανθρώπου που τα έχει δει όλα στη ζωή του.Επιστρέφει για να καταναλωθεί ξανά και να λάμψει έστω και σαν διάττοντας και πάλι. Με μια ερμηνεία, το λιγότερο, ζωής. Λ.Α.



Φρανσουά Μπεγκοντό


Ανθρωπος – ορχήστρα ηλικίας 37 ετών, ο βασικότερος συντελεστής σε μία από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της χρονιάς, το «Ανάμεσα Στους Τοίχους» του Λοράν Καντέ. Ποιος είναι; Υποτίθεται ότι γνωρίζουμε το όνομά του, αλλά όλα τα άλλα παραμένουν ρευστά. Με ένα ουδέτερο, ευέλικτο παρουσιαστικό που μπορεί με απίστευτη ευκολία να αναδείξει από γοητεία μέχρι έναν τυπικά γαλλικό καθωσπρεπισμό, ο Φρανσουά Μπεγκοντό θα μπορούσε να είναι τραγουδιστής συγκροτήματος, κριτικός κινηματογράφου, αθλητικογράφος, συγγραφέας, δάσκαλος. Θα μπορούσε να υπογράφει ένα βιβλίο, να πρωταγωνιστεί στην κινηματογραφική μεταφορά του και, ενώ υποδύεται τον ίδιο του τον εαυτό, να είναι ήδη κάποιος άλλος. Θα μπορούσε να είναι κάτι παραπάνω από πρόσωπο της χρονιάς για μια ταινία στεφανωμένη με τον Χρυσό Φοίνικα η οποία, απλούστατα, δεν του άρεσε. Και, τη στιγμή που όλα τα φώτα είναι στραμμένα πάνω του, δε θα σε ξάφνιαζε αν ανακοίνωνε ότι το μόνο μελλοντικό σχέδιο που έχει στο μυαλό του είναι να γίνει πρόεδρος της Ναντ, της αγαπημένης του ποδοσφαιρικής ομάδας. Το λήμμα « bigger than life » μόλις εξασφάλισε μια ακόμα ιδανική καταχώριση. Κ.Σ.



Ρόμπερτ Ντάουνι Τζούνιορ


Δύο χρόνια πριν, οι ασφαλιστικές εταιρείες, που καλύπτουν το κόστος οποιασδήποτε αναποδιάς προκύπτει στη δημιουργία μιας ταινίας, έβγαζαν καντήλες στο όνομά του. Ετσι δεν μπορούσε να ελπίζει σε τίποτα περισσότερο από ζουμερούς δεύτερους ρόλους σε, όχι πάντα καλλιτεχνικά επιτυχημένα, σχετικά φτηνά, αλλά και πειραματικά φιλμ («Α Scanner Darkly», «Fur»). Πέρυσι, ο ηθοποιός και σκηνοθέτης Τζον Φάβρο είδε και έπαθε να πείσει την Paramount πως ήταν ο ιδανικός για να ενσαρκώσει τον «Ιron Μan» – τον κόμικ υπερήρωα με το αυτοσαρκαστικό χιούμορ, που νικά τον θάνατο, μονολογώντας «πρέπει να υπάρχει κάποιος λόγος που είμαι ακόμα ζωντανός» και εξελίχθηκε σε αυτοκράτορα του παγκόσμιου box office. Ετσι, μέσα σε λιγότερο από 12 μήνες, ο Ρόμπερτ έγινε ένας από τους εμπορικότερους σταρ του Χόλιγουντ. Ιδανικός πρωταγωνιστής του δια χειρός Γκάι Ρίτσι, ακριβοθώρητου υπερθεάματος «Sherlock Ηolmes» και των δύο προγραμματισμένων σίκουελ του «Ιron Μan». Ο μόνος που μπορεί να στερήσει από τον Χιθ Λέτζερ το Οσκαρ Β Ρόλου φέτος, χάρη στην αξέχαστη ερμηνεία του στην «Τροπική Καταιγίδα» του Μπεν Στίλερ, που στάθηκε το καλύτερο στοιχείο όλης της ταινίας. Ναι, υπάρχει λόγος. Κάποιες φορές το ταλέντο είναι τόσο αυθεντικό που δεν καίγεται ούτε από τις αυτοκαταστροφικές τάσεις του «ιδιοκτήτη» του. Αντίθετα, τον αναγεννά από τις στάχτες του και τον ανάγει σε απόλυτο υπερήρωα της ερμηνευτικής. Ι.Π.



Αλέξης Αλεξίου


Η «Ιστορία 52», η εγκεφαλική ιστορία του Ιάσονα που ξυπνά μια μέρα δίχως την αγαπημένη του Πηνελόπη, η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του 32χρονου Αλέξη Αλεξίου χρηματοδοτήθηκε από το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου ένα μήνα πριν την πρεμιέρα της στο Φεστιβάλ του Ρότερνταμ. Ολοκληρώθηκε μόλις δύο ημέρες προτού προβληθεί εκεί, βρήκε τελικά τον δρόμο της προς τις ελληνικές αίθουσες, χαρακτηρίστηκε από το περιοδικό μας ως «η καλύτερη ελληνική ταινία της χρονιάς», ικανοποίησε όσους την είδαν και πλέον βρίσκεται στις προθήκες των dvd club της χώρας. Εκείνο, ωστόσο, που καθιστά την ταινία τόσο ιδιαίτερη περίπτωση, δεν είναι οι περιπέτειες της παραγωγής και της διανομής της. Ο Αλεξίου, με τις σαφείς αναφορές του στον Ντέιβιντ Λιντς και τον Ρόμαν Πολάνσκι, κατόρθωσε να διαφύγει από τον (συνήθως άστοχα) ομφαλοσκοπικό ρεαλισμό των ομοεθνών σκηνοθετών του, παρέδωσε μια αρτιότατη ταινία και ανέδειξε μια πτυχή του σύγχρονου ελληνικού σινεμά τόσο δημιουργική που ποιος το φανταζόταν ότι πράγματι υπάρχει. Η.Ν.



Στιβ ΜακΚουίν


Πρώην εικαστικός, με βραβείο Turner στην κατοχή του, γεννημένος το 1969 στο Λονδίνο, ο Στιβ ΜακΚουίν έκανε αίσθηση στο φεστιβάλ των Καννών του 2008 με το πρώτο του μεγάλου μήκους φιλμ «Ηunger». Οι ικανότητες του ήταν ορατές από τα πρώτα του φιλμάκια ως εικαστικός, στα οποία ο μινιμαλισμός ήταν το κυρίαρχο στοιχείο. Μπορεί το 1999 η Τρέισι Εμιν να έκανε περισσότερη φασαρία με τα installations της, το βραβείο Turner εκείνης της χρονιάς, όμως, κατέληξε στον ΜακΚουίν. Κάπως έτσι, ταπεινά κι αθόρυβα γύρισε το «Ηunger», την ιστορία του Μπόμπι Σαντς, αγωνιστή του IRA. Η ταινία, αν και βαθύτατα πολιτική, δεν κοπιάρει την ντοκιμαντερίστικη τεχνική ή τα γρήγορα πλάνα που χρησιμοποίησε ο Γκρίνγκρας στη «Ματωμένη Κυριακή» για να μιλήσει για παρόμοια γεγονότα. Με αργούς ρυθμούς, ελάχιστο διάλογο και σχεδόν καθόλου μουσική επένδυση, αφήνει τις επιβλητικές εικόνες να μιλήσουν εκ μέρους του. Το μέλλον του ανήκει – ας αναλογιστούμε πως στα γεγονότα του Μπόμπι Σαντς ήταν μόλις 12 ετών. Η.Κ.

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ