«Βoy Meets Girl» (1984)
Περιπλανώμενοι τις μεσονύκτιες ώρες στους υγρούς δρόμους ενός Παρισιού κατοικούμενου από μοναχικές ψυχές, παλιούς έρωτες και ραγισμένες καρδιές, οι νεαροί ήρωες της πρώτης ταινίας του Καράξ χρησιμοποιούν την πιθανότητα της αγάπης, πρόσκαιρης όσο και αξέχαστης, ως τον μοναδικό τρόπο απόδρασης από μια μεγαλούπολη που μοιάζει να την έχει εναγωνίως ανάγκη. Χρησιμοποιώντας την εξπρεσιονιστική ασπρόμαυρη φωτογραφία του Ζαν Ιβ Εσκοφιέ, ο 22χρονος τότε Καράξ συστήνει, ήδη πλήρως σχηματισμένο και απολύτως συναρπαστικό, το κινηματογραφικό σύμπαν του. Εμπιστεύεται τον παλλόμενο αυθορμητισμό που είχε ο Γκοντάρ στις πρώτες του ταινίες, στολίζει μια απίστευτα απλή ιστορία με μια ευρεία γκάμα διαθέσεων και συναισθημάτων, σκορπίζει σε όλη τη διάρκεια του φιλμ αξέχαστες μικρές λεπτομέρειες και αναδεικνύει τον ιδιοσυγκρασιακό (και πρώην ακροβάτη) Ντενί Λαβάν ως ταιριαστό ηθοποιό του, προσωπικό του alter ego και μαζί ιδανικό εκπρόσωπο μιας σαστισμένης και ρομαντικής γενιάς που έμαθε να ζει, πιστεύοντας σε όσα την έμαθαν τα τραγούδια, οι ταινίες και τα βιβλία. Παραδίδοντας με το «Βoy Meets Girl» το κινηματογραφικό αντίστοιχο ενός new wave δίσκου.
Λ.Κ.
«Μauvais Sang» (1986)
«Πιστεύεις στην αγάπη που χτυπά απότομα αλλά διαρκεί για πάντα;» ρωτά ένας ονειροπαρμένος Ντενί Λαβάν τη Ζιλιέτ Μπινός που χρησιμεύει στην ταινία ως διαρκές αντικείμενο του πόθου του. Δυο χρόνια μετά το εντυπωσιακό του ντεμπούτο, ο Καράξ επιχειρεί να δώσει την απάντηση μέσα από την εξιστόρηση και εικονογράφηση ενός ακόμη τρελού έρωτα, μεγεθύνοντάς τον αυτή τη φορά μέσα από μια μεγαλύτερη σε φιλοδοξία και τρέλα ταινία. Ενώνοντας το φιλμ νουάρ, το γκανγκστερικό θρίλερ, μια απλοϊκή αλληγορία πάνω στον τρόμο των ημερών του AIDS και το σινεμά του φανταστικού σε μια απροσδόκητη και σε σημεία εξωφρενική πλοκή, ο νεαρός σκηνοθέτης αναιρεί με αυθάδεια τα πάντα. Τρέχοντας με σπασμένα φρένα που απειλούν αλλά δεν καταφέρνουν να εκτροχιάσουν την ταινία, ο Καράξ εισχωρεί στο λεξικό της μοντέρνας γαλλικής κινηματογραφίας την έννοια ενός καμικάζι και σπασμωδικά εκστατικού σινεμά που δεν υπακούει σε κανέναν άλλο νόμο, πέραν αυτού της καθαρής παρόρμησης, του ενστίκτου, της δημιουργικής αναρχίας και της συναισθηματικής υπερφόρτωσης. Σκηνοθέτης χωρίς όμοιό του στο σινεμά της χώρας του (εκτός ίσως από τον Γκοντάρ), ο Καράξ πανηγυρίζει με το γλυκόπικρο και υπέροχα εκκεντρικό «Κακό Αίμα» το πόσο απρόβλεπτο και παράξενα γενναιόδωρο μέσο μπορεί να γίνει μερικές φορές ο κινηματογράφος. Χαρίζοντας, παρεμπιπτόντως, στο σινεμά της τελευταίας εικοσαετίας μια από τις πιο ευφορικές εικόνες του: Εκείνη του τυφλού από έρωτα Ντενί Λαβάν να κατηφορίζει με ιλιγγιώδη ταχύτητα ένα παρισινό πεζοδρόμιο τρέχοντας, την ώρα που το «Μodern Love» του Ντέιβιντ Μπόουι ακούγεται από τα ηχεία.
Λ.Κ.
«Οι Εραστές Της Γέφυρας» («Les Amants Du Pont Νeuf» / 1991)
Καταργώντας με το θράσος ενός μεγάλου ματαιόδοξου κάθε διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε ό,τι στα τέλη της δεκαετίας του’80 ονομαζόταν mainstream ή ανεξάρτητο γαλλικό σινεμά, ο Λεός Καράξ θα σκηνοθετούσε το 1991 την ταινία που θα χρέωνε την εγχώρια βιομηχανία με μία από τις πιο ακριβές παραγωγές της, τη γαλλική κυβέρνηση με το αμύθητο ποσό που χρειάστηκε για να κατασκευαστεί από την αρχή η γέφυρα Pont-Neuf στο Μοντπελιέ, το Παρίσι με μια ταινία φόρο τιμής στην άλλη πιο γοητευτική πλευρά της «αιώνιας πόλης» και τον ίδιο τον Καράξ με την ταινία που θα αρκούσε για να τον τοποθετήσει στην ελίτ των πιο ιδιαίτερων δημιουργών του 20ου αιώνα.
Η παράξενη ιστορία των δύο εραστών, του Αλεξ (Ντενί Λαβάν) ενός καλλιτέχνη του δρόμου εθισμένου στο ποτό και τα ηρεμιστικά και της Μισέλ (Ζιλιέτ Μπινός), μίας ζωγράφου που θα αναζητήσει καταφύγιο μέσα στην μισογκρεμισμένη γέφυρα του Παρισιού μετά από μια ερωτική απογοήτευση και μια παράξενη πάθηση που την αφήνει σταδιακά τυφλή μοιάζει ανίκανη να χωρέσει μέσα στον περιορισμένο χώρο μιας κινηματογραφικής οθόνης.
Περισσότερο ρομαντική από όσο θα άντεχαν οι μεγαλύτεροι συγγραφείς του 18ου αιώνα και παραδομένη αμαχητί σε μια αντίληψη της πραγματικότητας που θα έστελνε τον μαγικό ρεαλισμό σε πρωτοφανή ύψη μεταμοντέρνας ποπ κουλτούρας, αυτή η ερωτική ιστορία έμελλε να αποδείξει πως ο Καράξ υπήρξε από τη φύση του τόσο πληγωμένος και αυτοκαταστροφικός όσο και οι ήρωες του. Ενας δημιουργός καταδικασμένος να καίγεται ολοσχερώς από τη μεγαλομανία του. Κερδίζοντας ωστόσο για μια και μοναδική φορά με αυτήν την ταινία το προνόμιο να στιγματίσει το ευρωπαϊκό σινεμά με μια παροξυσμική ερωτική ιστορία κινηματογραφημένη με το ίδιο αρρωστημένο πάθος με το οποίο ερωτεύονται όσοι άνθρωποι αφήνονται να παρασυρθούν από την ανάγκη τους για τον άλλον. Ακόμη κι αν γνωρίζουν ότι στο τέλος θα μείνουν για πάντα μόνοι να χαζεύουν τα πυροτεχνήματα πάνω από την πόλη. Μόνιμοι κάτοικοι μιας ολότελα δικής τους θεώρησης για τη ζωή, την αγάπη, τον κόσμο και φυσικά το σινεμά.
Μ.Κ.
«Ρola Χ» (1999)
Δέκα χρόνια μετά την πρώτη θέαση, το δέος μετατρέπεται σε ελαφρά συγκατάβαση για ένα αναπόσπαστο (όσο και ελαφρόμυαλο) κομμάτι της κινηματογραφικής προσωπικότητας του Καράξ. Αν ο σκηνοθέτης έχει χαρακτηριστεί «μεγαλομανής», αυτή είναι η ταινία που το επαληθεύει. Σαν Θεός που διαπιστώνει με δυσαρέσκεια ότι, στην αλλαγή της χιλιετίας, οι άνθρωποι τα έχουν κάνει θάλασσα, στη μέση του πολέμου στα Βαλκάνια, ο Καράξ αποφασίζει με ανωτερότητα και περιφρόνηση να διδάξει στους ανθρώπους το ήθος. Ο μεγαλοαστός, αιώνια έφηβος, ήρωας θα παραμερίσει την αριστοκρατική, ξανθή και αιμομικτική «οικογένειά» του -με χαρακτηριστικά «αυτοκρατορικό» τρόπο όλοι οι ήρωες προσφωνούνται αδέλφια- και θα ταξιδέψει ως μέτοικος στον κόσμο των ρακένδυτων, μελαχρινών και μουτζουρωμένων απάτριδων. Η αναζήτησή του είναι για την Αλήθεια, αλλά η ευκολία του ψέματος διαρκώς τον τυφλώνει. Η ανατροφή και η παιδεία του δεν του έχουν δώσει τα εφόδια για να ψάξει τη ζωή σε βάθος ούτε το θάρρος για να κοιτάξει τον κόσμο κατάματα. Οι προθέσεις του είναι καλές, ο τρόπος του λανθασμένος και άτολμος.
Ο Καράξ επιλέγει για την ταινία του μια σειρά από σημειολογικά τερτίπια. Διασκευάζοντας ελεύθερα το έργο του Χέρμαν Μέλβιλ, «Ρierre, ou les Αmbiguites», δίνει για τίτλο το ακρωνύμιο του μυθιστορήματος («Ρola»), με τον λατινικό αριθμό δέκα (Χ) που δηλώνει τη δέκατη γραφή του σεναρίου, λες κι ένας απλούστερος τίτλος θα ελάττωνε τη βαρύτητά της! Γεμίζει την ιστορία με σχηματικές απεικονίσεις του καλού ή του κακού: οι ξανθοί τανάστες, η μοτοσικλέτα που αντικαθίσταται από το ατίθασο άλογο όταν ο ήρωας απαρνιέται την καταγωγή του, ο κρεμάμενος βράχος που θα στεγάσει τον πρώτο αθώο ύπνο του ήρωα, το «στρατόπεδο» των μεταναστών που είναι γεμάτο ανατολικοευρωπαίους ρόκερς κι επιπλέον το αληθινό σεξ που αυτομάτως εισάγει τον Καράξ στην τότε δημοφιλή κινηματογραφική σχολή του Γαλλικού νεοεξτρεμισμού. Μοιάζει, λοιπόν, αδιανόητο, το 2009, ένα έργο τόσο μεγαλόσχημο και προσποιητό, για να μην πούμε οδυνηρά αργό, να διατηρεί τις αρετές του. Κι όμως, μέσα από μια πιο ψύχραιμη ματιά, η πανύψηλη φιγούρα του Γκιγιόμ Ντεπαρντιέ που αμήχανα και ανώριμα προσπαθεί να γνωρίσει τον πραγματικό κόσμο, μέσα σ’ ένα περιβάλλον επιτηδευμένο όσο η ίδια η γαλλική κουλτούρα, διατηρεί μια σπάνια χάρη, μια τρυφερότητα που καθόλου δεν αρμόζει στο σενάριο της ταινίας, αλλά ξεπηδά από την ίδια της την ψυχή. Γιατί όσο μονήρης κι αν ήταν στην καριέρα του ο Καράξ, μας χάρισε με το «Ρola Χ» το πρώτο ουσιαστικό κινηματογραφικό μανιφέστο για την παγκοσμιοποίηση!
Λ.Γ.
«Μerde» (2008) (από την ταινία «Τokyo!»)
Μετά από δεκαετή σχεδόν απουσία από το σινεμά, γεγονός που προκάλεσε σε μεγάλο βαθμό η εισπρακτική και καλλιτεχνική αποτυχία της «Ρola Χ», ο Λεός Καράξ επέλεξε να επιστρέψει στη σκηνοθεσία εισφέροντας ένα επεισόδιο στην σπονδυλωτή ταινία «Τokyo!», πλάι στις τρανταχτά ετερόκλητες δουλειές του Κορεάτη σκηνοθέτη Μπονγκ Τζουν Χο και του Μισέλ Γκοντρί. Δεδομένου της φήμης που απολαμβάνει και του αξιοπερίεργου που αποτελεί το τρομερό παιδί του μοντέρνου γαλλικού σινεμά, επόμενο ήταν το βλέμμα των περισσότερων θεατών που παρακολούθησαν το φιλμ στην παγκόσμια πρεμιέρα του στις περσινές Κάννες να ήταν στραμμένο στη δική του, ημίωρη εισφορά στην ταινία. Δεν ξέρω τι ακριβώς περίμεναν από μια τόσο ασυμβίβαστη και ιδιοσυγκρασιακή περίπτωση δημιουργού, φαίνεται όμως να μην είδαν με πολύ καλό μάτι την εξεζητημένη πλακίτσα που τους σερβίρισε με χουλιγκανική διάθεση ο Καράξ.
Χρησιμοποιώντας για τέταρτη φορά ως πρωταγωνιστή του τον Ντενί Λαβάν, ο 48χρονος πλέον σκηνοθέτης δοκιμάζει να διηγηθεί με σουρεαλιστικό χιούμορ, στοιχεία φανταστικού αλλά και φανερά χλευαστικό τόνο την περίπτωση μιας αποκρουστικής στην όψη και άκρως μηδενιστικής σε προθέσεις μεσσιανικής φιγούρας που ζει στους υπονόμους του Τόκιο και πραγματοποιεί τακτικές επισκέψεις στην επιφάνεια της πόλης, σκορπίζοντας τρόμο και θάνατο στους κατοίκους. Με τον εύγλωττο τίτλο «Σκατά», το από πολλές απόψεις τραχύ φιλμάκι του Καράξ δεν ρίχνει πάντα εύστοχα φαρσικά βέλη, περιλαμβάνει όμως και πάλι μεμονωμένες σκηνές που φέρουν 100% την ντελιριακή σφραγίδα του Καράξ. Μέχρι την επόμενη κινηματογραφική εξόρμηση του ακριβοθώρητου σκηνοθέτη, το «Τokyo!» στέκει ως μια μικρή παρηγοριά.
Λ.Κ.






