9:00
14/7

O Ζαν-Λικ Γκοντάρ και το «Σαββατοκύριακο» που θέλησε ν' αλλάξει το Σινεμά και τον Κόσμο

Πενήντα χρόνια από τον Μάη που προοικονόμησε, το «Weekend» του Ζαν-Λικ Γκοντάρ έρχεται να υπενθυμίσει τις δυνατότητες ενός μέσου και την ιδιοφυΐα του δημιουργού του.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Ανάμεσα στην δικαιολογημένη – όχι όμως και πάντα δίκαιη – υπερ-εκτίμηση του ρόλου του Ζαν-Λικ Γκοντάρ στην ιστορία του σινεμά και στην σημερινή πρακτική του αποσιώπηση από στρατιές αδαών σοσιομιντιακών σχολιαστών ταινιών και αδιάφορων κριτικών μιας, όχι και τόσο σημαντικής γενιάς κριτικογραφίας, στέκεται, με τη περηφάνεια της ενήμερης καινοτομίας, του σκληροτράχηλου ριζοσπαστισμού και της αγέρωχης πρωτοπορίας, το «Weekend», η κομβική στιγμή ενός εντυπωσιακού σερί αναμόρφωσης του σινεμά από τον σκηνοθέτη.

Το «Weekend» αδιαφορεί για τον «καθένα», αυτή την ευκαιριακή φιγούρα του κινηματογραφικού θεατή (που δεν σταματά να λέει την άποψή της), περιφρονεί ακόμα και τον σκληρυμένο σινεφίλ που δεν επιθυμεί να αναγνωρίσει στο διαφορετικό τον πολιτισμικού τύπου στοιχηματισμό που κάνει με την Ιστορία. Μιας εποχής, ενός Μέσου κι ενός – ασθμαίνοντος – Πολιτισμού.

Μετά από μια σειρά ταινιών από το '59 και μετά, ο Γκοντάρ, στα τέλη του Δεκεμβρίου του '67, πέντε μήνες πριν τον επερχόμενο, πεντηκονταετή φέτος, «Μάη» της μιας κάποιας αντίδρασης σε κάθε λογής κοινωνικοπολιτικό κατεστημένο της μεταπολεμικής Ευρώπης, παρουσιάζει την πρώτη ταινία της υπόλοιπης φιλμογραφίας του, την στιγμή που η (σχετική) κανονικότητα των προηγούμενων ταινιών του θα δώσει τη θέση της σ΄ένα σινεμά ακραιφνώς πολιτικό, σκληρά καταγγελτικό, οπωσδήποτε μαρξιστικό (και λίγο παραπέρα), που δεν θα είναι πια ακριβώς σινεμά, αλλά μια κινηματογραφημένη δοκιμιακή στάση. Μαζί με το «2-3 Πράγματα που Ξέρω Γι' Αυτήν» και την «Κινέζα» - που σε προκλητική κρίση δημιουργικότητας είναι της ίδιας χρονιάς – το «Weekend» αποκρυσταλλώνει επιθετικά τη θέση του Γκοντάρ: Πίσω από γραφικές, α-νόητες ρητορείες κι επανάληψη πολιτικών στρατηγικών, η Δύση είναι ένα καταναλωτικό όργιο ένα βήμα μετά την παρακμή, οι ανθρώπινες σχέσεις έχουν γίνει μέρος μιας παρανοϊκής αφήγησης που δεν τις εξηγεί και δεν τις βελτιώνει, ο καπιταλισμός έχει καταλάβει σαρωτικά την συμπεριφορά κι έχει μετατρέψει τους ανθρώπους σε μια κανιβαλιστική φάρα δίχως λυτρωμό παρά την αυτοεξόντωση.

Tο «Weekend»  μπορεί να μεταφραστεί σαν το έργο μιας οργανωμένα οργισμένης ιδιοφυΐας που θέλει ταυτόχρονα να συλλάβει και τα όρια της Τέχνης της και την ανάγκη συγκλονισμού του κοινού που θα σχετιστεί με την Τέχνη αυτή.

Είναι σαφές πως το «Weekend» κινδυνεύει να θεωρηθεί στυγνά μηδενιστικό, ωστόσο είναι εδώ ακριβώς που ο κριτικός ρόλος μπορεί, ενδεχομένως, να το μεταφράσει και σαν το έργο μιας οργανωμένα οργισμένης ιδιοφυΐας που στα 37 του θέλει ταυτόχρονα να συλλάβει και τα όρια της Τέχνης της και την ανάγκη του μυθοπλαστικού (με πολλά εισαγωγικά) συγκλονισμού του κοινού που θα σχετιστεί με την Τέχνη αυτή. Έτσι, μαζί με την βιρτουοζιτέ περίφημων σκηνών όπως του μποτιλιαρίσματος, ο Γκοντάρ εντάσσει στον ίδιο τον τρόπο του γυρίσματος την θεματική του. Πλάνα και κινήσεις της μηχανής επαναλαμβάνονται χωρίς νόημα (επειδή ακριβώς δεν υπάρχει νόημα να συλληφθεί), σημεία, βία, διάλογοι, κάρτες (οι περίφημες του φινάλε ανακοινώνουν το τέλος του σινεμά, μεταξύ άλλων), σεξ, ασίγαστες αναφορές σε λογοτεχνία, φιλοσοφία της επιστήμης, διανοητές, Ιστορία αλλά και κάμποσο Σινεμά του παρελθόντος, όλα μαζί συντάσσουν ένα ολοκαίνουργιο, τολμηρό σύμπαν που ποτέ πριν το σινεμά της διανομής δεν θα φανταζόταν μπορετό. Και ο ίδιος ο Γκοντάρ δεν θα συμμετείχε σ' αυτό το παιχνίδι για αρκετά χρόνια μετά.

Θα μας είχε καλωσορίσει όμως με το «Weekend» στην καινούργια, μοντέρνα εποχή που κι αν στο σινεμά δεν έγινε ποτέ κυρίως ρεύμα (πως θα μπορούσε άλλωστε;), θα προοικονομούσε ένα καινούργιο περιβάλλον που, θα ήλπιζε κάποιος, ίσως στηρίξει μια νέα κατανόηση και γιατί όχι βελτίωση του κόσμου τούτου. Η σημερινή κατάσταση δείχνει, προκλητικά, την αποτυχία αυτής της ελπίδας, ωστόσο ας μείνουμε εμείς, κι όσοι παραπάνω τόσο καλύτερα, που θα παραμείνουμε σκεπτικοί και μάχιμοι για ένα καλύτερο μέλλον.