14:27
26/3

«Ουγκέτσου Μονογκατάρι»: Ιστορίες του Φεγγαρόφωτος και της Βροχής

Πίσω στο μαγικό 1953, ο Κέντζι Μιζογκούτσι φέρνει σαν σήμερα στο φως ένα έργο που έμελλε να εισάγει την διεθνή σινεφιλική κοινότητα στο ιαπωνικό κινηματογραφικό βλέμμα, ένα διαυγές αριστούργημα που ως σήμερα καθρεφτίζει μια υπέροχη κινηματογραφική δεκαετία κι έναν μοναδικό δημιουργό.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Μαγικό πράγματι το 1953. Από την πρώτη σινεμασκόπ ταινία (τον «Χιτώνα») μέχρι την πρωταγωνιστική είσοδο της Μέριλιν («Οι Άντρες Προτιμούν τις Ξανθιές και «Νιαγάρας») κι από τους φελινικούς «Βιτελόνους» μέχρι το «Μεροκάματο του Τρόμου» του Κλουζώ, τον εμβληματικό Μπέργκμαν («Καλοκαίρι με τη Μόνικα») και την έτερη μεγάλη ιαπωνική στιγμή της χρονιάς το «Tokyo Story» του Όζου, όσο το βλέπεις το ’53 τόσο λες στηρίζει ένα εξάμηνο σινεματέκ προβολών σε μια φαντασιωτική αίθουσα που δεν υπάρχει παρά στα όνειρά μας.

Πιθανόν και στέμμα μιας θαυμάσιας χρονιάς, το «Ουγκέτσου» του Κέντζι Μιζογκούτσι έστρεψε με παροιμιώδη γοητεία και ανατολική στωϊκότητα το βλέμμα των πάντων στην Ιαπωνία – βοηθούντος, όπως έγραψε η ιστορία, και του «Ρασομόν» του Κουροσάβα τρία χρόνια πριν. Κι ο Κουροσάβα ορκιζόταν στον δάσκαλο Μιζογκούτσι. Έναν πολυγραφότατο σκηνοθέτη, ήδη στα 55 του, φτασμένο και σεβαστό τότε στην πατρίδα του. Στην Ευρώπη ήρθε πρώτη φορά (!) εκείνη τη χρονιά, καθώς η ταινία του θα παρουσιαζόταν στην Βενετία – και θα του απήνειμε τελικά και τον Αργυρό Λέοντα της Σκηνοθεσίας.

Το «Ουγκέτσου» είναι συνδυασμός δύο γιαπωνέζικων ιστοριών κι επιρροών από τον Μοπασάν και περιγράφει μέσα από την ιστορία δύο αδελφών, ο ένας άπληστος πραματευτής και ο άλλος φιλόδοξος απατεωνίσκος που θέλει να γίνει Σαμουράι, την ιαπωνική ιστορία, τον Πόλεμο, την θέση των γυναικών, την Πατριαρχία και, τελευταίο αλλά τουλάχιστον εξίσου σημαντικό, την αναμέτρηση του υλικού κόσμου με τον πνευματικό και τη μεταφυσική. Το θέμα σε μια περίπτωση όπως του Μιζογκούτσι (ή του ανάλογου ύψους και τελείως διαφορετικού στυλ Όζου) είναι πως το σινεμά του είναι απερίγραπτο. Η ενσωμάτωση του στυλ στο περιεχόμενο, της λεκτικής πρόζας στην οπτική ποιητική, το μπόλιασμα ενός λόγου πολιτικού μέσα σε ρέουσα γεωμετρία των στοιχείων της φύσης, ιδίως του αέρα και του νερού, παράγουν ένα αποτέλεσμα που βιώνεις παρά περιγράφεις.

Αν σ’ αυτό ενσωματώσεις εκείνη την εκπληκτική εικαστική σύνθεση, ειδική μνεία στον Καζούο Μιγιαγκάβα (ο εκπληκτικός φωτογράφος του «Ρασομόν», των «Σταυρωμένων Εραστών», του «Floating Weeds» του Όζου, του «Γιοζίμπο») που φωτογράφησε κατ’ εντολή του Μιζογκούτσι το έργο σαν «Εμακιμόνο» (οι παραδοσιακές ζωγραφιές που ξεδιπλώνονται οριζόντια), συνθέτοντας μαγεμένα πανοραμίκ μονοπλάνα και φωτογραφίζοντας σχεδόν πάντα στο ελάχιστο δυνατό φυσικό φως ημέρας, παίρνεις μια πρώτη ιδέα. Το αποτέλεσμα δένει εξαίσια με την φαντασματική ιστορία, χαρίζοντας την «μεταφυσική» αίσθηση τού ανάμεσα σε δύο κόσμους που ερμηνεύει και οδηγεί το φιλμ ποικιλοτρόπως.

Αν το γύρισμα φαντάσει στον επιπόλαιο θεατή αναχρονιστικό – δεν είναι – τότε η θεματολογία πάνω στην υπεραιώνια διαμάχη της Ιαπωνίας με την Κίνα, η σκληρή κριτική στην πατριαρχία και την υποταγή της γυναίκας σε ρόλους απάνθρωπους – απόνερα αρσενικών πρακτικών - και το χάραγμα παραλλήλων της μεταπολεμικής Ιαπωνίας με την φεουδαρχική της καταγωγή που δεν αποτινάχτηκε ακόμα, ως τότε τουλάχιστον, καθιστούν το «Ουγκέτσου» μια δηκτικά επίκαιρη ταινία.

Και πέρα από αυτό όμως… Αρκούν σκηνές όπως αυτή της λίμνης, πανοραμίκ όπως αυτό της αρχής. Αρκεί η επιφανειακή νηνεμία ενός δημιουργού που ηγεμονεύει με σαφήνεια τους τρόπους και τις ιδέες που μεταλαμπαδεύει. Αρκεί η αβίαστη ποιητικότητα που δεν πασχίζει να μιμηθεί (όπως συχνότατα τα τελευταία 30 χρόνια) την Δύση, δεν προσπαθεί να γίνει ελκυστικότερη. Αβίαστη σαν τα νερά της ταινίας, ανεξήγητη από όρους δυτικής επεξηγηματικής αφηγηματικότητας, ομιχλώδης όσο χρειάζεται να αντιστίξει την πλήρη αισθησιακή και αισθητική διαύγεια, η εκδοχή κατά Μιζογκούτσι των «Ιστοριών του Φεγγαρόφωτος και της Βροχής» είναι ένα ιστορικό κινηματογραφικό απόγειο που δεν επιτρέπεται να παρακάμπτεις.