11:54
7/12

Τομ Γουέιτς: Ο αλήτης πρίγκιπας πάει σινεμά

69 σήμερα ο Τομ Γουέιτς, ένας πανκ σε μπλουζ καπνισμένα μισοσκόταδα για όσους τον αγαπάμε αλλά και μια περσόνα που, ευτυχώς, βρήκε την κινηματογραφική της δικαίωση ουκ ολίγες φορές. Κάνουμε μια αναδρομή στην παρουσία που έκανε ωραία έργα αξέχαστα κι επιφυλάσσουμε και μια μικρή έκπληξη για το τέλος.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Δυστυχώς πια το κάστινγκ, αντί να αναθεωρηθεί ως κρισιμότατος παράγοντας στησίματος μιας κινηματογραφικής παραγωγής και να φτάσει ακόμα και ως τα όσκαρ σαν κατηγορία, έχει σήμερα εκπέσει σε αλισιβερίσι ατζέντηδων. Έτσι, στο κυρίως χολιγουντιανό ρεύμα, δύσκολα πια βλέπεις φάτσες που δεν ξεχνάς ποτέ. Όμως παλιότερα τα πράγματα δεν ήταν έτσι. Και κάποιος ούριος άνεμος, συν φυσικά την αυξανόμενη φήμη ενός ρόκερ με ερεβώδη βραχνάδα και γεννημένο σαλούν αίσθημα, έφερε τον Τομ Γουέιτς κοντά στον Σιλβέστερ Σταλόνε.

Η πρώτη εμφάνιση του Τομ Γουέιτς λοιπόν είναι στους «Βίαιους Δρόμους» (1978) του Σλάι, μια λούμπεν καλλιγραφία που αγνοήθηκε παντελώς, στην οποία ο Τομ παίζει ένα πιανίστα βγαλμένο απ’ την εικονογραφία των Tiger Lillies, ενώ για την ταινία έγραψε και δυο τραγούδια που δεν υπάρχουν πουθενά αλλού παρά σ’ αυτήν.

Έπρεπε να περάσουν λίγα χρόνια για να γνωρίσει ο Γουέιτς τον Φράνσις Φορντ Κόπολα της μεταΑποκαλυπτικής εποχής, έδεσαν αμέσως οι δυο τους και ο τραγουδοποιός επωμίστηκε το σάουντρακ του «Μια Μέρα Ένας Έρωτας», της ταινίας που ήθελε να αλλάξει το σινεμά και χρεωκόπησε τον Κόπολα. Στην ταινία ο Γουέιτς κάνει ένα μικρό πέρασμα μόνο, όπως και στους «Outsiders» (1983), της ταινίας που έβγαλε το brat pack (Σουέιζι, Λόου, Εστέβεζ, Μάτσιο και φυσικά Τομ Κρουζ) και απέτυχε επίσης με θόρυβο. Όμως στον «Αταίριαστο» της ίδιας χρονιάς ο Γουέιτς έχει έναν λίγο μεγαλύτερο ρόλο στον ρόλο ενός ιδιοκτήτη μπιλιαρδάδικου – με τον Κόπολα να τον αφήνει να φτιάξει μόνος του τον ρόλο.

Το ’86 έρχεται και ο Τζάρμους να δέσει το γλυκό, ο Γουέιτς είναι βέβαια θρυλικός «Στην Παγίδα του Νόμου», εγκαθιδρυόμενος με αξιαγάπητο, αλήτικο τακτ στη συνείδηση σκηνοθετών και ειδικής κοπής σινεφίλ σαν μια ειδική παράμετρος που έκανε τις ταινίες αυτομάτως δέουσες προς παρακολούθηση. Την επόμενη χρονιά ο Έκτορ Μπαμπένκο τον βάζει στο «Ξένοι στην Ίδια Πόλη», ο Τομ έχει μια σκηνή με τον Τζακ Νίκολσον και αργότερα θα πει πως ήταν «σα να προσπαθούσα να πιάσω σφαίρες με τα δόντια», ενώ το ’89 θα κάνει το «Cold Feet», κανείς δεν τον έχει δει, μια κακή, διασκεδαστική ταινία που θα έχει όμως το προνόμιο να δώσει στον Γουέιτς πρωταγωνιστικό ρόλο.

Ημιμόνιμος καρατερίστας πια, διαπρέπει σ’ αυτό, συμμετέχει και σε σάουντρακ πάντα («Μια Νύχτα στον Κόσμο» - 1991 για τον Τζάρμους), όμως το ’92 είναι ξανά ο Κόπολα που βρίσκει για τον «Δράκουλά» του τον ιδεώδη εντομοφάγο Ρέντφερν. Το ’93 έχει το δικό του στιγμιότυπο στα «Στιγμιότυπα» του Άλτμαν, στην φανταστική (αλλά πια δεν είναι;) ιστορία με την Λίλι Τόμλιν και το παιδάκι, κάνει και το σκετσάκι του στο μικρομηκάδικο «Καφές και Τσιγάρα» του Τζάρμους και μην τον είδατε. Ο Γουέιτς θα κάνει χρόνια να ξαναεμφανιστεί - και στο σινεμά αλλά και δισκογραφικά.

Το 2003 παίζει στο μεγάλου μήκους «Καφές και Τσιγάρα», σχεδόν παράνομη απόλαυση ταινίας και του ίδιου, να το πούμε, περνάει απ’ το «Ντόμινο» του Τόνι Σκοτ (ο καλύτερος είναι), το ’09 ξαναεπισκέπτεται τον Γκίλιαμ (είχε κάνει ένα πέρασμα και στον «Βασιλιά της Μοναξιάς») στον «Φανταστικό Κόσμο του Δρ. Παρνάσους», παίζοντας έναν αξέχαστο Διάβολο με μουστακάκι, ημίψηλο, παπιγιόν και βικτωριανή ένδυση - πιο λούμπεν εστετισμός δεν εννοείται.

Το ’12 είναι η καλύτερη στιγμή στους «Επτά Ψυχοπαθείς» του ΜακΝτόνα, διαφαίνεται ξάστερα πλέον το έμφυτο ταλέντο ενός καλλιτέχνη που την αρετή της αφήγησης την κατέχει από τη σύλληψη ως τη πραγμάτωση, παρ’ όλ’ αυτά ο Γουέιτς δεν καίγεται, πάντα περιμένει ένα σχέδιο να του αρέσει κι αν δεν έρχεται κοιτάζει τη δουλειά του. Το ’18 ήταν αυτή η τέλεια χρονιά όμως, παίζει στο κύκνειο άσμα (;) του Ρέντφορντ που (δεν) είδατε στην αρχή της κινηματογραφικής σεζόν και βέβαια είναι ο πρωταγωνιστής μιας εκ των έξι ιστοριών στους καινούργιους Κοέν χαρίζοντας αφειδώς άλλη μια φορά το βραχνιασμένο κρύσταλλο της ερμηνευτικής του ενσυναίσθησης.

Κι επειδή ο Τομ Γουέιτς είναι πάνω απ' όλα μουσική ορίστε και μια επιλογή πέντε τραγουδιών του από ταινίες που η μουσική του έκανε (ακόμα πιο) αξιομνημόνευτες:

«Βίαιοι Δρόμοι» (1978), του Σιλβέστερ Σταλόνε

 

«Μια Μέρα Ένας Έρωτας» (1982) του Φράνσις Φορντ Κόπολα

«Στην Παγίδα του Νόμου» (1984) του Τζιμ Τζάρμους

«Μια Νύχτα στον Κόσμο» (1991) του Τζιμ Τζάρμους

«Fight Club» (1999) του Ντέιβιντ Φίντσερ