9:42
11/12

Ο Σταύρος Τσιώλης μας διηγείται τις υπέροχες ιστορίες του

Πριν μερικούς μήνες, τον Δεκέμβριο 2018, η τελευταία ταινία του Σταύρου Τσιώλη «Γυναίκες που Περάσατε από Δω» ξεκίνησε την προβολή της στις αίθουσες και ο σκηνοθέτης της, ένας αμετανόητος και αγέραστος «νεαρός», συνεπαρμένος με το σινεμά, τη ζωή και τις συζητήσεις, συνάντησε τον Λουκά Κατσίκα για μία συνέντευξη. Υποτίθεται πως θα κρατούσε μισή ώρα, όμως (ευτυχώς) συνεχίστηκε για πολύ ακόμη…

Συνέντευξη στον Λουκά Κατσίκα

INFO
Η παρακάτω συνέντευξη δημοσιεύτηκε 11 Δεκεμβρίου 2018 στο cinemagazine.gr με αφορμή την κυκλοφορία της τελευταίας ταινίας του Σταύρου Τσιώλη «Γυναίκες που Περάσατε από Δω»

------------------------------------------

Μια συνέντευξη με τον κύριο Σταύρο Τσιώλη δεν γίνεται να περιοριστεί σε μια  απλή εναλλαγή ερωτήσεων και απαντήσεων. Μια συνέντευξη με τον βετεράνο σκηνοθέτη μπορεί να νοηθεί μόνο ως μια κουβέντα μεταξύ φίλων. Κάθεσαι απέναντι στον 81χρονο δημιουργό του «Έρωτα στη Χουρμαδιά», του «Παρακαλώ Γυναίκες Μην Κλαίτε», του «Ας Περιμένουν οι Γυναίκες» και του «Μικρού Δραπέτη» κι ενώ δεν σταματάς να αναρωτιέσαι για τις δυο διαφορετικές ζωές που πέρασε ως τώρα ως σκηνοθέτης – μία δουλεύοντας για τη Φίνος Φιλμ και μία κάνοντας αγαπητό ένα ιδιαιτέρως προσωπικό, δικό του σινεμά- εκείνος σου μιλά για τον Τζόις και την αγιογραφία, μπλέκει τον Σάμουελ Μπέκετ με τον Γιάννη Δαλιανίδη, ανασύρει απολαυστικά περιστατικά από το παρελθόν, διασχίζει ιλιγγιωδώς εξήντα χρόνια καριέρας και συνεχίζει ακάθεκτος.

Προσπαθώντας να βάλω σε μια τάξη την πολύτιμη μιάμιση ώρα που πέρασα προ ημερών μαζί του, προτίμησα να παραθέσω κάποια από τα λόγια του, όπως ακριβώς μου τα μετέφερε: υπό μορφή ιστοριών. Θα ευχόμουν, παρ’ όλα αυτά, το παρακάτω κείμενο να μπορούσε να συνοδευτεί και από την ηχογράφηση της συνέντευξης. Γιατί μόνο έτσι μπορεί να απολαύσει κανείς έναν θαυμάσιο και καλόκαρδο παραμυθά όπως είναι ο κύριος Τσιώλης.  Ακούγοντας πρώτα απ’ όλα τη φωνή του.

Ιστορία πρώτη: Ανάμεσα σε μια λαμπερή Μπιούικ κι ένα ξεφτισμένο κάρο

Ξεκίνησα να δουλεύω για την Φίνος Φιλμ το 1963, ως βοηθός σκηνοθέτη στο «Της Κακομοίρας» του Ντίνου Κατσουρίδη και μετά ακολούθησαν το «Κάτι να Καίει», η «Στεφανία», οι «Θαλασσιές οι Χάντρες» και άλλες ταινίες. Έκανα σκριπτ στο «Δόλωμα», στο «Υπάρχει και Φιλότιμο» και σε μερικά ακόμη και το 1969 σκηνοθέτησα την πρώτη μου ταινία, τον «Μικρό Δραπέτη». Μέχρι το 1971 και την τελευταία ταινία που γυρίζω για τον Φίνο, το «Κατάχρησις Εξουσίας», είχαν προηγηθεί ο «Πανικός» και η «Ζούγκλα των Πόλεων».

Στην πρεμιέρα της ταινίας «Κατάχρηση Εξουσίας». Δεξιά ο Φιλοποίμην Φίνος και ο Σταύρος Τσιώλης

Κάθε σκηνοθέτης έχει στην ψυχή του ένα όραμα κινηματογράφου το οποίο είναι αδύναμος να το πραγματοποιήσει, και κάποια στιγμή έρχεται και σε βρίσκει η θλίψη του ότι δεν τόλμησες.

Στον κύριο Φίνο χρωστάω πολλά. Τα μεγάλα μαθήματα τα πήρα, όμως, από τον Αλέκο Σακελλάριο και από τον Γιάννη Δαλιανίδη. Ο Γιάννης με δίδαξε πώς να αντιμετωπίζουμε τις δυσκολίες και να εφευρίσκουμε πράγματα στη στιγμή, ώστε να τις υπερβούμε και να κάνουμε το έργο μας καλύτερο.

Μπορώ να σου διηγηθώ μια ιστορία εκπληκτική πάνω σε αυτό: Κάναμε το «Δάκρυα για την Ηλέκτρα», μια ταινία πάθους με τον Αλεξανδράκη, την Ζωίτσα τη Λάσκαρη και την κυρία Χρονοπούλου. Κι έχουμε ένα δύσκολο πλάνο, βιαζόμαστε μάλιστα, γιατί τελείωνε η ταινία κι έπρεπε να βγει σε δυο βδομάδες στα σινεμά. Ναι, μην απορείς, με τέτοιες ταχύτητες δουλεύαμε τότε, το μοντάζ δουλευόταν όλο το 24ωρο για να είναι έτοιμη η ταινία νωρίς για τις αίθουσες.

Η σκηνή προβλέπει να έρθει η Μαίρη η Χρονοπούλου οδηγώντας μια εντυπωσιακή Μπιούικ, να της ανοίξουν την πόρτα και να μπει στο μεγαλοπρεπές της σπίτι. Έχουμε ένα ντεκοράκι, λοιπόν, με μια πολυτελέστατη πόρτα, βρισκόμαστε στους Αγίους Αναργύρους, στο μεγάλο κήπο της Φίνος Φιλμ, αρχίζει να πέφτει ο ήλιος και πρέπει να τελειώσουμε μέχρι να έρθουν τα χαράματα. Φωνάζει κάποια στιγμή ο διευθυντής φωτογραφίας «Σταύρο, φέρτε την Μπιούικ να κάνουμε μια πρόβα». Εγώ όμως ήξερα ότι την Μπιούικ την είχε πάρει ο Παντελής, ο φροντιστής μας. Ήταν ερωτευμένος με μια κοπέλα, μια κομπάρσα, και την είχε πάει βόλτα με το αμάξι στο Φάληρο και μου το 'χε πει, να το κρατήσω κρυφό. «Παντελή, μην το κάνεις αυτό, γιατί αν αργήσεις, χαθήκαμε», τον είχα προειδοποιήσει και με είχε διαβεβαιώσει ότι θα είναι πίσω εγκαίρως.

Έλα όμως που η ώρα πέρασε, το σκασιαρχείο μαθεύτηκε, άρχισε να μας πιάνει όλους αγωνία ότι δεν θα έρθει και απελπισμένοι ο Δαλιανίδης κι εγώ βγαίνουμε στον δρόμο να αγναντεύσουμε μήπως έρθει ο Παντελής. Και ξαφνικά μαρμαρώνει ο Γιάννης. Γυρίζω προς τα εκεί που αγνάντευε, τι να δω; Είναι ένα μακρύ κάρο με τέσσερις ρόδες, ξεθωριασμένο και εγκαταλελειμμένο χρόνια. Μου λέει ο Γιάννης, «κατάλαβες τίποτα;». Λέω, «τι να καταλάβω; Αυτό για να βαφτεί θέλει μία ώρα, και μετά πού θα βρούμε τα άλογα που θα το σύρουν;» Ο Δαλιανίδης με διαβεβαιώνει πως τα παιδιά θα το βάψουν το κάρο σε δέκα λεπτά, βρήκαμε πιο κάτω και έναν αμαξά σε σύνταξη που θα μας έδινε άλογο και θα έμπαινε έτσι η Χρονοπούλου στη σκηνή. «Πώς το βλέπεις;», μου λέει ο Δαλιανίδης. «Κοίταξε», του απαντάω, «μια εκκεντρική πάμπλουτη γυναίκα είναι, έχει δικαίωμα να έρθει με αυτήν την τρέλα».

Αμέσως, λοιπόν, αρχίζει πανικός με τα βαψίματα, τρέχουμε να μας δώσει ο γέρος το άλογο, του δώσαμε και κάτι λεφτάκια, και φέρνουμε την κυρία Μαίρη που λέει «ρε τρελαθήκατε; Με κάρο θα έρθω εγώ;». Την πλακώνουμε στα «Μαίρη, δεν καταλαβαίνεις; Αν η Μαρία Κάλλας ερχόταν καλοντυμένη, κι αντί να έρθει με μια τεράστια Μαζεράτι εμφανιζόταν με ένα κάρο, θα την έβλεπε ο Ωνάσης και θα γονάτιζε κάτω. Κατάλαβε το αυτό». Μας κοιτάει με γουρλωμένα μάτια η Μαίρη, «άντε ρε άτιμοι, χαλάλι, με γοητεύσατε. Πάμε να κάνουμε και μια πρόβα». Την ανεβάζουμε στο κάρο, πάμε για κλακέτα και γύρισμα κι εκείνη τη στιγμή μπουκάρει η Μπιούικ τρέχοντας με εκατό! Και μπαίνει το μεγάλο δίλημμα: να γυρίσουμε τη σκηνή με την Μπιούικ ή με το κάρο;

«Δάκρυα για την Ηλέκτρα»

Ο Γιάννης πάγωσε, πρώτη φορά τον είδα να παθαίνει τόσο μέσα του. Έρχεται ο διευθυντής φωτογραφίας και του λέει πως εκείνος και ολόκληρο το συνεργείο προτιμούσαν να γυρίσουμε τη σκηνή με το κάρο. Μπιούικ έχουμε δει δυο χιλιάδες φορές, αυτό με το κάρο δεν το έχουμε δει ποτέ ξανά. Ο Γιάννης τον ακούει και γυρίζει να με κοιτάξει. Και ξέρεις γιατί μετανιώνω ακόμη, μέχρι σήμερα; Γιατί όταν με κοίταξε ο Γιάννης, δεν είπα τη γνώμη μου. Ως  βοηθός σκηνοθέτη πρέπει να μείνεις παγωμένος. Η τελικά απόφαση είναι του σκηνοθέτη. Αν γύριζα πίσω τον χρόνο σε εκείνο το στιγμιότυπο, όμως, κι εγώ με το κάρο θα του έλεγα να προχωρήσει. Φτύσαμε αίμα για να το φτιάξουμε, άλλωστε. Και είναι από τις πιο θλιβερές στιγμές του Γιάννη, ο οποίος λέει «την Μπιούικ».Κι εκείνος το κάρο ήθελε, αλλά φοβόταν τι θα πει ο Φίνος αν έβλεπε την επόμενη μέρα όχι αμάξι, αλλά κάρο. Προχωρήσαμε έτσι, συνεπώς, και κάναμε τη δουλειά μας.

Πέρασε ακριβώς ένας χρόνος, δούλεψα άλλες 2-3 ταινίες με τον Δαλιανίδη και κάποιο ξημέρωμα, έπειτα από νυχτερινό γύρισμα για κάποιο μιούζικαλ, καθώς φτάναμε με τη Σιτροέν του στο στούντιο, στην οδό Χίου, κοιτάμε δεξιά και τί βλέπουμε; Το κάρο ερειπωμένο. Ο ήλιος και οι βροχές του πήραν τις μπογιές, στεκόταν ξεβαμμένο, παρατημένο. Τον πιάνει τον Γιάννη μια βαθιά μελαγχολία, «δεν τολμήσαμε!» μου λέει. «Μην το σκέφτεσαι Γιάννη, δεν τολμήσαμε, όμως η ζωή προχωράει, πάμε να φύγουμε». Ήταν η τελευταία ταινία που δούλεψα μαζί του, αλλά εκείνη τη νύχτα είδα την θλίψη του και τι κατάλαβα; Ότι ο κάθε σκηνοθέτης έχει μέσα στην ψυχή του ένα όραμα κινηματογράφου το οποίο είναι αδύναμος να το πραγματοποιήσει, γιατί δεν μπορεί να στερηθεί μερικά πράγματα: το αυτοκίνητο, το πολυτελές διαμέρισμα, τα λεφτά, την ασφάλεια. Ιερά πράγματα είναι αυτά, εγώ δεν τα κατηγορώ, αλλά κάποια στιγμή έρχεται και σε βρίσκει αυτή η θλίψη του ότι δεν τόλμησες.  

Ιστορία δεύτερη: Ο μεγάλος δραπέτης της Φίνος Φιλμ

Η μόνη ταινία που έκανα για τη Φίνος Φιλμ, και την έκανα με την ελευθερία που ήθελα, ήταν ο «Μικρός Δραπέτης». Με φώναξε μια μέρα ο κύριος Φιλοποίμην για να μου πει ότι αφηγούμαι διαρκώς ωραίες ιστορίες εδώ κι εκεί και μαγεύω όσους με ακούνε, «και σκέφτομαι ότι είσαι ο μόνος που θα μπορούσε να γράψει μια ιστορία με πρωταγωνιστές παιδιά. Ούτε ο Σακελλάριος μπορεί, ούτε ο Δημόπουλος, ούτε ο Δαλιανίδης. Θέλω να πας στο σπίτι και να έρθεις να μου φέρεις ένα σενάριο με παιδιά». Έτσι έγινε.

Είχα λοιπόν μια φοβερή ελευθερία να κάνω την ταινία η οποία, πρέπει να σου πω, έγινε με εξευτελιστικά μέσα. Δεν μου έδωσαν ποτέ φιλμ, μου έδιναν όμως όλο ρετάλια απά άλλες ταινίες - 15 μέτρα,  γι’ αυτό θα δεις ότι δεν έχω μεγάλα πλάνα. Φαντάσου ότι ήθελα ένα ντεκοράκι μιας μικρής κατοικίας, εξοχικής, και δεν γινόταν να τη βρω. Έρχεται ο Μάρκος Ζέρβας και μου λέει «Σταύρο μου, δεν μπορώ να σου φτιάξω ντεκόρ, αλλά έχω ένα έτοιμο για να σου δώσω από την ¨Κόμισσα της Κέρκυρας" και τα υπόλοιπα θα τα καταφέρεις εσύ». Τώρα, με δούλευε δεν με δούλευε, δεν ξέρω. Πάντως τα καταφέραμε. Έκανε πολλά εισιτήρια ο «Μικρός Δραπέτης» όταν κυκλοφόρησε, παιζόταν για χρόνια, κι ας μην είχε στοιχίσει τίποτα. 

«Ο Μικρός Δραπέτης»

Με σημάδεψε εκείνο το κορίτσι, σημάδεψε τον τρόπο που αντίκριζα τις γυναίκες, τις ταινίες που έκανα.

Εμένα όμως με συγκίνησε περισσότερο που η κυρία Τζέλλα, η σύζυγος του κυρίου Φίνου, την αγαπούσε πολύ αυτή την ταινία. Επειδή ως ζευγάρι δεν είχαν ποτέ παιδιά αισθανόταν πολύ κοντά της τα παιδιά της ταινίας. Γι’ αυτό τον λόγο ερχόταν το απόγευμα κι έβλεπε τυχαία από ένα εξακοσάρι, που ισοδυναμεί με ένα εικοσάλεπτο φιλμ. Φώναζε τον κύριο Γιώργο Καβουκίδη και του έλεγε «βάλε μου ένα εξακοσάρι, όποιο να είναι». Το έβλεπε και έφευγε. Συνήθως διάλεγε την πράξη όπου παντρεύονται τα μικρά παιδιά, την ευχαριστιόταν. Όταν της έβαζε ο Καβουκίδης την τέταρτη πράξη, όμως, που ήταν το φινάλε, ήταν να την κλαις. Η κυρία Τζέλλα έφευγε με δάκρυα στα μάτια και της έλεγε ο σύζυγός της «την πήρες και σήμερα τη δόση σου, δε μπορείς να πεις».

Εγώ δεν θα μείνω σε αυτό, θα μείνω στο ότι φεύγοντας από τον «Μικρό Δραπέτη» περνάω στο «Μια Τόσο Μακρινή Απουσία», που το γύρισα το 1985. Αυτός είμαι πραγματικά εγώ, όλα τα άλλα ήταν οι ανάγκες εκείνης της εποχής. Παραπονέθηκε, θυμάμαι, κάποια στιγμή ο Γιώργος Καραγιάννης ότι η «Ζούγκλα των Πόλεων» ήταν τόσο σκληρή ώστε προκαλούσε αναστάτωση στον κόσμο που την έβλεπε, «συνθλίβουν τα χέρια του Πρέκα, ούτε στις αμερικάνικες ταινίες δεν τα βλέπουμε αυτά τα πράγματα». Και με φώναξε ο κύριος Φίνος για να με νουθετήσει, και να μου πει ότι ήθελαν πιο γλυκές ταινίες. Το έκανε με τρυφεράδα, επειδή με αγαπούσε. Γι’ αυτό και όταν ξεκίνησα την «Κατάχρηση Εξουσίας», το μόνο που μου είπε ήταν να δώσω τα πράγματα λίγο πιο μαλακά. «Μην τα σκληραίνεις». Και πράγματι, έτσι έκανα.

«Θέμα Συνειδήσεως»

Η τελευταία συνεργασία μου μαζί του, όμως, ήταν το σενάριο που έγραψα για το «Θέμα Συνειδήσεως», το ’73. Μου άρεσε πολύ αυτό το σενάριο, αλλά ο Φίνος δεν συμφωνούσε με κάποια πράγματα που βρίσκονταν σε αυτό, μεταξύ των οποίων και το φινάλε. Οπότε έκανε εκείνο που θεωρούσε σωστό με την ταινία, εγώ υπέγραψα με το ψευδώνυμο Διονύσης Φωκάς και αφού σιγουρεύτηκα πια πως δε μπορούσα να κάνω αυτό που επιθυμούσα, σηκώθηκα και έφυγα. Ούτε κωμωδία με άφηνε ο Φίνος να γυρίσω, που πολύ το ήθελα, ούτε να κάνω τις ταινίες που ονειρευόμουν. Ήμουν και νέος, φαίνεται πως το μυαλό μου το είχε πάρει ο Τριφό, το είχε πάρει ο Μπέργκμαν κι ο Ντράγιερ, και την κοπάνησα γιατί μπορούσα να βιοποριστώ και με άλλες δουλειές εκτός από τον κινηματογράφο. Και πράγματι, έγινα πλασιέ, γυρίζοντας όλη την Ελλάδα με έναν χαρτοφύλακα και πουλώντας είδη λαϊκής τέχνης. Ήμουν ικανός στη δουλειά μου κι έβγαλα καλά λεφτά.

«Έρωτας στη Χουρμαδιά»

Χρόνια μετά, πρέπει να ήταν αρχές της δεκαετίας του ’90 και να είχα κάνει τον «Έρωτα στη Χουρμαδιά» όταν ήρθε ο Γιάννης Δαλιανίδης να με βρει, με αγκάλιασε και έκλαιγε μια ώρα. «Όταν έφυγες από τον Φίνο», μου είπε, «δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί το έκανες. Τώρα καταλαβαίνω!». Εγώ μπορεί να τόλμησα, βλέπεις, όμως πολλοί άνθρωποι δεν μπόρεσαν να κάνουν το ίδιο.

Ιστορία τρίτη: Ένας καταδικασμένος σε θάνατο (δεν) απέδρασε

Από τα παιδικά μου χρόνια στην Τρίπολη, δε μπορώ να ξεχάσω αυτό που θα σου πω τώρα. Δεν ξέρω αν το γνωρίζεις μανάρι μου, εσύ που είσαι και νεώτερος, αλλά ο Τάκης Μουλόπουλος ήταν ένα τραγικό πρόσωπο, ένας τεράστιος επιστήμονας, ο οποίος βγήκε στο βουνό - τον έπιασαν, τον έφεραν στην Τρίπολη οι ταγματασφαλίτες και θα τον εκτελούσαν. Ήταν το ’49. Τι είπαν όμως; Ότι αν δήλωνε ότι αποκηρύσσει αυτή την «βδελυρή ιδεολογία του κομμουνισμού», θα του χάριζαν τη ζωή. Κι αυτός το υποσχέθηκε. Του είπαν, «θα φέρουμε τα σχολεία έξω από το δικαστήριο, θα στήσουμε μεγάφωνα να ακούνε τι γίνεται και όταν σε σε ρωτήσει ο εισαγγελέας, εσύ θα σηκωθείς να απολογηθείς».

Να υποκύψω στην καύση που θέλει η καρδιά μου και να χάσω την κηδεία μου στην Τρίπολη, τα μεγαλεία και τη Φιλαρμονική; Κρίμα δεν είναι;

Ήρθαν λοιπόν όλα τα γυμνάσια της Τριπόλεως, αρρένων και θηλέων, σημειωτέον με κενό 30 μέτρα τα αγόρια από τα κορίτσια, και πίσω τους συγκεντρώθηκαν όλες οι τάξεις δημοτικών σχολείων. Εγώ ήμουν ακόμα στην 5η Δημοτικού κι έχουν φέρει μεγάφωνα και είναι κάτι στρατηγοί που περνάνε, μας έχουν πει στο μεταξυ ότι «ο Μουλόπουλος που θαυμάζετε τόσο πολύ, ο μεγάλος ήρωας της Αρκαδίας, ο αξιοσέβαστος καθηγητής πανεπιστημίου θα απολογηθεί τώρα και θα ακούσετε μερικά πράγματα». Δήλωση μετανοίας ουσιαστικά.

Και βγαίνει ο Μουλόπουλος. Επέβαλαν αμέσως ησυχία. Εγώ κι άλλα παιδιά κλαίγαμε για την κατάθλιψη αυτή, γιατί έκλαιγε κι η μαμά στο σπίτι, και αρχίζει αυτός και λέει εκπληκτικά πράγματα: για τον ανώφελο πόλεμο μεταξύ των αδερφών που τόσο πόνο και τόσο αίμα μας έδωσε, για την αντίσταση ενάντια στον Χίτλερ κι έδωσε ένα μήνυμα για την δύναμη του ανθρώπου πάνω στη Γη. Και ξαφνικά διαπιστώνουν όλοι - αξιωματικοί, στρατηγοί, καθηγητές - ότι αυτά που ακούνε δεν τους αρέσουν και πολύ.

Κι έρχεται τρέχοντας ένας δικηγόρος, που δεν τον χώνευε τον Μουλόπουλο, και λέει «αυτός μιλάει υπέρ του Κομμουνισμού, δεν το ακούτε; Να φύγουν τα παιδιά, γρήγορα διώξτε τα παιδιά». Και αμέσως μας πλακώνουν. «Σηκωθείτε επάνω» φώναζαν, μας σπρώχνανε, έψαχναν να βρουν τον μηχανικό για να σταματήσει τον ήχο από τα μεγάφωνα. Ο μηχανικός λοιπόν, καθώς όλα γίνονταν στο δικαστήριο της Τριπόλεως, το μεγάλο δικαστήριο στην πλατεία, καταπληκτικό σαν κτίριο, ήταν κάτω με τέσσερις άλλους κι είχαν πλακωθεί στο κρασί κι είχαν γίνει τούρμπο. Ούτε ακούγαν ποιος φώναζε, δεν τους βρήκαν για να σταματήσουν τα μεγάφωνα και φάγαμε ξύλο εμείς για να φύγουμε γρήγορα και να μην ακούσουμε τον Μουλόπουλο.Και τον εκτέλεσαν τον άνθρωπο το ίδιο απόγευμα, πριν πέσει ο ήλιος. Αυτά είναι συνταρακτικά πράγματα, πώς να μη σε χαράξουν;

Ιστορία τέταρτη: Το βαλς της «Ντολόρες»

Νιώθω μεγάλη συγκίνηση με τις κηδείες. Δηλαδή, ο «Έρωτας στη Χουρμαδιά» θυμάσαι πως αρχίζει με κηδεία και τελειώνει με κηδεία, στο «Φτάσαμεε!» υπάρχει κηδεία, στον «Θησαυρό του Χουρσίτ Πασά» περνάει μια κηδεία. Τα παιδιά που παίζουν, στο μεταξύ, είναι της γενέτειράς μου, η Φιλαρμονική της Τριπόλεως. Τους καλώ όποτε χρειαστεί και παίζουν τη «Ντολόρες», ένα πένθιμο εμβατήριο το οποίο είναι σαν βαλς - σε ξεκουράζει και την ίδια ώρα σου αφήνει αυτή τη θλίψη και το μεγαλείο.

Η Φιλαρμονική Τριπόλεως σε σκηνή κηδείας από τον «Έρωτα στη Χουρμαδιά»

Μαίρη, δεν καταλαβαίνεις; Αν η Μαρία Κάλλας ερχόταν καλοντυμένη, κι αντί να έρθει με μια τεράστια Μαζεράτι εμφανιζόταν με ένα κάρο, θα την έβλεπε ο Ωνάσης και θα γονάτιζε κάτω!

 

Κι όταν τελειώσαμε στον «Χουρσίτ Πασά» το γύρισμα, ήρθε μια επιτροπή τεσσάρων από αυτά τα παιδιά και μου λένε «Κύριε Σταύρο, πήραμε μια απόφαση: στη δική σας κηδεία θα έρθουμε να παίξουμε δωρεάν». Να μου παίξουν κι εμένα τη «Ντολόρες». Δες τώρα τι γίνεται και πού βρίσκεται το πρόβλημα: έχω μια αδυναμία στην καύση εγώ. Και λέω «κοίταξε να δεις τι έπαθα, ο διάολος ποτέ δεν με αφήνει να κοιμηθώ ήσυχα, μου βάζει διλήμματα». Τι να κάνω ο άμοιρος; Να υποκύψω στην καύση που θέλει η καρδιά μου και να χάσω την «Ντολόρες», την κηδεία μου στην Τρίπολη, τα μεγαλεία και τη Φιλαρμονική; Κρίμα δεν είναι;

Ο πατέρας μου είχε 13 αδέρφια, όπως όλοι οι τσοπαναραίοι. Είχαμε και 4.000-4.500 πρόβατα, είμαστε και ζωοκλέφτες πολύ καλοί, διότι δεν έπαιρνες κοπέλα παλιά αν δεν ήσουν καλός ζωοκλέφτης. Και ο πρώτος μου ξάδερφος, ο Χρήστος, είπε ότι θα έρθει την ημέρα που θα γίνει η καύση, θα ρίξει η κόρη μου Κατερίνα τη σταχτούρα,  θα βάλει τέσσερα αρνιά στη σούβλα και οι φίλοι που θα έρθουν από την Αθήνα θα στρώσουν τραπέζια, θα φάνε, θα πιούνε και θα φύγουν. Δεν είναι το καλύτερο αυτό; Να γίνει γλέντι τρικούβερτο; Εγώ θεωρώ ότι όλοι έτσι πρέπει να φεύγουν.

Ιστορία πέμπτη: Είδα την Έβελιν κάποτε

Εύχομαι να μπορούσα κάποια στιγμή να μεταφέρω στο σινεμά την «Έβελιν» από τους «Δουβλινέζους» του Τζέιμς Τζόις. Είναι το σκληρά μεγαλωμένο κορίτσι, που του δίνεται μια ευκαιρία να αποδράσει από την περιφρονημένη του ζωή όταν το ερωτεύεται ένας ναύτης. Λίγες σελίδες ιστορία είναι. Ο Τζόις περιγράφει τη διαδικασία της φυγής της. Και ξαφνικά, η μετάφραση του Τερζάκη λέει «τον κοίταξε με την έκφραση ζώου, τα μάτια της δεν είχαν κανένα σημάδι αγάπης και αποχαιρετισμού ή αναγνώρισης». Κι αυτές οι γραμμές εμένα με συντάραξαν.

Με σημάδεψε εκείνο το κορίτσι, σημάδεψε τον τρόπο που αντίκριζα τις γυναίκες, τις ταινίες που έκανα. Και δεν υπάρχει μεγαλύτερος από τον Τζόις. Τις αγαπά τις γυναίκες, τους έχει έναν σεβασμό. Κι αν δεις την «Έβελιν», ένας ύμνος στη γυναίκα είναι. Με τον Τζόις μπόρεσα πιο εύκολα να επικοινωνήσω μέσα από τα μικρότερα έργα του. Για τα υπόλοιπα ένιωσα μια σκλαβιά μέσα μου, που αν την ακολουθούσα θα με συνέτριβε το μέγεθος.

Ιστορία έκτη: Ένας σκηνοθέτης που τον λένε Σταύρο Τσιώλη

Μανάρι μου, μη μου λες ότι Τσιώλης είναι μόνο ένας. Αυτή την ιδιαίτερη ματιά που μου αναφέρεις, την είχε και ο Σταύρος Τορνές. Δεν την είχε; Δεν είμαστε κοντά; Βέβαια είμαστε, γι’ αυτό και αγαπιόμαστε τόσο πολύ και ήμουν πάντα κοντά του και ήταν πάντα κοντά μου. Αλλά θέλω να πω ότι δεν είμαι μοναδικός, εκφράζω ένα κομμάτι λίγο διαφορετικά γιατί είμαι πια και παλιός, πολύ παλιός. Σκέψου ότι από τον «Μικρό Δραπέτη» που παίξατε το καλοκαίρι στο Φεστιβάλ Θερινού Κινηματογράφου της Αθήνας, την πρώτη μου ταινία, πέρασε μισός αιώνας.

Με τον Σταύρο Τορνέ μπορούσα να επικοινωνήσω. Αισθάνομαι ότι με τα νεώτερα παιδιά έχω μια δυσκολία. Εσύ μου λες ότι ίσως νιώθουν δέος και σεβασμό απέναντί μου, που δεν θα έπρεπε καθόλου να τα νιώθουν αυτά. Όμως εγώ πιστεύω ότι με φοβούνται λιγάκι. Τα αγαπώ πολύ αυτά τα παιδιά, έχουν μεγάλο ταλέντο, κι ας χρησιμοποιούν αγγλικούς τίτλους στις ταινίες τους, αντί να προτιμήσουν την ελληνική γλώσσα. Θα ήθελα να τα παρακαλέσω να βάζουν ελληνικούς τίτλους. Και αν ήθελαν να με ακούσουν και λίγο παραπάνω, θα τους έλεγα να προσέχουν τις ιστορίες τους, να δουλεύουν πιο πολύ τα σενάριά τους. Όλη η ομορφιά εκεί βρίσκεται: στις ιστορίες που πάμε να διηγηθούμε. Και να μη με φοβούνται βεβαίως. Για να μπορούμε να μιλάμε.

«Γυναίκες που Περάσατε Από Δω»

Όσον αφορά το πόσο μοναδικός στο είδος μου πιστεύεις πως είμαι, μη φανταστείς, κλέβω από άλλους. Στην τελευταία μου ταινία, το κατάλαβες κι εσύ: κλέβω τον Μπέκετ και το «Περιμένοντας τον Γκοντό», εκεί στο φινάλε.Γιατί έτσι τελειώνει ο Γκοντό. «Φύγαμε!» λέει, «πάμε!», αλλά δεν φεύγουν ποτέ. Πού να πάνε; Επίτηδες το έκανα γιατί είναι και πολύ φανερό πια. Ξέρεις, πολλές φορές δεν συνειδητοποιώ καθόλου τι κάνω, γιατί φοβάμαι πως αν τα συνειδητοποιήσω και καταλάβω ότι αναμετριέμαι με τον Μπέκετ ας πούμε, θα υποχωρήσω, θα με πιάσει το άγχος. Θα λέω, «τον πρόδωσα; Τον χυδαιοποίησα;». Γιατί κι αυτό μπορεί να συμβεί. Δεν είναι δυνατόν να τα αγγίζουμε αυτά. Χρειάζεται κι ένας σεβασμός.

Ιστορία έβδομη: Μια Ελλάδα εκτός πραγματικότητας

Καλά έλεγε ο Χρήστος ο Βακαλόπουλος να μην ζούμε εκτός πραγματικότητας. Να είμαστε διαρκώς ανοιχτοί στο απρόοπτο. Εμείς, ας πούμε, δεν είχαμε στο σενάριο τον τσοπάνη που βλέπεις στο «Παρακαλώ Γυναίκες, Μην Κλαίτε». Το τρίτο βράδυ που βρισκόμασταν συγκεντρωμένοι στην εκκλησία εκεί και αρχίζουμε να φωτίζουμε για μια σκηνή, σκάει από το πουθενά ένα ανθρωπάκι με ένα κοστουμάκι μπλε. Έντεκα η ώρα το βράδυ ήταν και ακούμε μια φωνή: «Τι είσαστε εσείς;». Σηκώνεται ο Αργύρης ο Μπακιρτζής, που έπαιζε στην ταινία, τον βλέπει, «είμαστε αγιογράφοι» του λέει. «Ο Θεοφάνης;», ρωτάει εκείνος. «Ο Θεοφάνης κοιμάται, εγώ είμαι ο Θεοδόσης», του απαντά ο Αργύρης. Αρχίζει εκείνος να κατεβαίνει το ύψωμα, φτάνει και λέει «τι μεγαλεία είναι αυτά; Σαλόνια, φώτα, πράγματα, εγώ είμαι τσοπάνης, έχω τα πρόβατα εδώ από πάνω. Καλώς ήρθατε!».

«Παρακαλώ Γυναίκες, Μην Κλαίτε»

Τον παίρνει ο Μπακιρτζής, του λέει «έλα, κάτσε εδώ», του φέρνει αμέσως ποτήρι και του ρίχνει ουίσκι. «Πολύ ακριβό δεν είναι αυτό ρε παιδί μου;», του λέει ο τσοπάνης. «Έλα, μη στεναχωριέσαι», του απαντά ο Μπακιρτζής. «Έχουμε μπόλικο». Μόλις πίνει και την δεύτερη ρουφηξιά, αρχίζει να τραγουδάει και μας λέει: «Από το Χρυσοβίτσι ως τα Δολιανά έστησα παγίδες κι έπιασα πουλιά, άλλα βγήκαν ψόφια κι άλλα ζωντανά, τα κορίτσια, μπάρμπα, θέλουν παντρειά». Και ήταν τόσο κουρασμένος ο καημένος, που αμέσως αποκοιμήθηκε. Λοιπόν, αυτό το πλάνο υπάρχει στην ταινία. Τα ματάκια του έκλεισαν καθώς σταματήσαμε να γυρίζουμε. Στο μεταξύ ο Βακαλόπουλος είχε πάθει την πλάκα του! Δεν πίστευε ότι υπάρχουν αυτά τα πρόσωπα. Και εκεί είπε το καταπληκτικό, ότι η «Ελλάδα ζει εκτός πραγματικότητας».  

«Ο Χαμένος Θησαυρός του Χουρσίτ Πασά»

Για να δεις τώρα πώς τα φέρνει η ζωή… Θυμάμαι όταν κάναμε τον «Χαμένο Θησαυρό του Χουρσίτ Πασά», που είχαμε γράψει το σενάριο με τον Χρήστο και με τον Γιώργο τον Τζιώτζιο, το μανάρι μου αυτό που αγαπούσε τόσο πολύ το σινεμά, το μεγαλύτερο άγχος και των δυο ήταν ποιο τραγούδι θα έβρισκαν να συνοδέψει το πέρασμα των ηρώων από τον Ισθμό της Κορίνθου. Ένα πέρασμα που έπρεπε να είναι μαγικό. Το τραγούδι το αποκάλυψα εγώ στον Χρήστο. Το πρωί του θανάτου του, το άκουσα στο ραδιόφωνο και εννέα η ώρα κατέβηκα να τον δω στο νοσοκομείο. «Το βρήκα το κομμάτι», του λέω και αρχίζω να το τραγουδάω: «Θάλασσα μη θυμώνεις, μην κάνεις κύματα». Με άκουγε κι άρχισε κι αυτός να τραγουδά μαζί μου…

INFO
Η ταινία «Γυναίκες που Περάσατε από Δω» ξεκίνησε την προβολή της από την Πέμπτη 13 Δεκεμβρίου στις αίθουσες, σε διανομή της Tulip.