13:40
13/12

Star Wars (1977-1983): Η γέννηση της Δύναμης (μέρος 1)

Το χαρακτηριστικό σήμα θα χαθεί μέσα στο άπειρο, η φανφάρα του Τζον Γουίλιαμς θα ηχήσει και ένας πόλεμος σε ένα γαλαξία πολύ μακρινό θα κατακτήσει ξανά τον πλανήτη γη. Με αφορμή την σημερινή (21/3) επέτειο κυκλοφορίας της ταινίας «Η Αυτοκρατορία Αντεπιτίθεται», τιμάμε την Δύναμη της κινηματογραφικής φαντασίας και «ταξιδεύουμε» στην κλασική τριλογία.

Από τον Πάνο Γκένα

Το Φεβρουάριο του 1977, ο Τζορτζ Λούκας πρόβαλε μία μισοτελειωμένη κόπια της τελευταίας του ταινίας με τίτλο «Ο Πόλεμος των Αστρων», σε μερικούς φίλους, συνεργάτες της ILM, τον Στίβεν Σπίλμπεργκ και τον Μπράιαν Ντε Πάλμα. Τρεις μήνες πριν την επίσημη κυκλοφορία της ταινίας στις αίθουσες, μερικά εφέ έλειπαν και κάποιες σκηνές μαχών είχαν πλάνα αρχειακού υλικού από το Β’ Παγκόσμιο πόλεμο.

Όταν τα φώτα άναψαν και ρώτησε πως τους φάνηκε, ο Ντε Πάλμα απάντησε: «Τι είναι αυτή η βλακεία με τη Δύναμη;»

Use the Force

Γαλουχημένος με b-movies και κόμικ όπως τα «Φλας Γκόρντον» και «Tommy Tomorrow», ο Τζορτζ Λούκας εμπνεύστηκε αρχικά τον «Πόλεμο των Αστρων» το 1968. Μπορεί να φαντάζει ειρωνικό, μα τότε ήταν ένας αντικομφoρμιστής νεαρός, στην αυγή της πολιτικά ανήσυχης δεκαετίας του ‘70, που προσπαθούσε να εκφράσει το αντικαθεστωτικό αίσθημα. Αποτέλεσμα ήταν το 1971 να σκηνοθετήσει το κυνικό, δυστοπικό «THX 1138» και να γνωρίσει τον Φράνσις Φορντ Κόπολα, με τον οποίο συνεργάστηκε για τη δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του, το νοσταλγικό «American Graffiti» (1973). Όταν η Universal καθυστέρησε την κυκλοφορία της ταινίας στις αίθουσες, ο υπερχρεωμένος Λούκας, αρνήθηκε την πρόταση του Κόπολα να συνεργαστούν για το «Αποκάλυψη Τώρα» και αφοσιώθηκε στη συγγραφή ενός σεναρίου, με την ελπίδα να το πουλήσει σε ένα μεγάλο στούντιο και να κερδίσει κάποια χρήματα.

Ενα πρόχειρο σχεδίασμα με τίτλο «Journal of the Whills», που περιείχε σκόρπιες ιδέες για γούκις, έναν πρίγκιπα με το όνομα Λουκ και ιππότες Τζεντάι, εξελίχθηκε σε ένα 10σέλιδο σενάριο με τίτλο «Ο Πόλεμος των Αστρων». Αν και η μετάβαση από το «Journal» στον «Πόλεμο» παραμένει ασαφής, βασικές ιδέες της δεύτερης ιστορίας άντλησαν έμπνευση από την αγάπη του Λούκας για τις ταινίες του Κουροσάβα, και συγκεκριμένα το «Κρυμμένο Οχυρό». Αρκετά στούντιο απέρριπταν τη σεναριακή του πρόταση, κυρίως λόγο του απαιτούμενου προϋπολογισμού 3 εκατομμυρίων που ζητούσε ο Λούκας, μέχρι που η 20th Century Fox, στην προσπάθεια να επενδύσει στην επιστημονική φαντασία μετά την επιτυχία του «Πλανήτη των Πιθήκων» είπε το ναι.

Διασφαλίζοντας 150 χιλιάδες δολάρια για την επεξεργασία του σεναρίου, ο Λούκας δούλεψε το πρωτόλειο υλικό για ένα χρόνο. Η ιστορία και οι χαρακτήρες πλησίασαν αρκετά στο τελικό αποτέλεσμα, αν και ο βασικός πρωταγωνιστής ονομαζόταν Ανακιν Σταρκίλερ και ο πιλότος Χαν Σόλο ήταν ένα τεράστιο, πράσινο, ανθρωπόμορφο ψάρι ηλικίας 150 ετών. Ο σκύλος του Λούκας (με το οικείο όνομα Ιντιάνα!) έδωσε έμπνευση για τον χαρακτήρα του Τσουμπάκα, συγκυβερνήτη του Χαν Σόλο, ενώ οι Σιθ και ο Νταρθ Βέιντερ απήχαν ακόμα από την τελική τους εκδοχή. Στους επόμενους μήνες ο Λούκας ολοκλήρωσε άλλα δυο draft, ο Ανακιν Σταρκίλερ έδωσε τη θέση του στον Λουκ Σκαϊγουόκερ, η Σκοτεινή Πλευρά δήλωσε παρούσα και προσέλαβε με δικά του χρήματα τον σχεδιαστή Ραλφ ΜακΚουάιρ για να οπτικοποιήσει σημαντικές σκηνές του σεναρίου. Η εμβληματική δουλειά του ΜακΚουάιρ έδωσε καλλιτεχνική ταυτότητα στο προσχέδιο και επηρέασε βαθιά το σχεδιασμό της ταινίας. Νέος τίτλος; Ο Πόλεμος των Αστρων: Οι Περιπέτειες του Λουκ Σκαϊγουόκερ.

Σχεδόν ένα χρόνο πριν την κυκλοφορία της ταινίας, ο Λούκας έπεισε τη Fox να τριπλασίασει σχεδόν τον προϋπολογισμό στα 8,5 εκατομμύρια και ζήτησε αντί αμοιβής να κρατήσει τα δικαιώματα για τα ενδεχόμενα σίκουελ, πιθανές μυθιστορηματικές συνέχειες και τα κέρδη από τις πωλήσεις των παιχνιδιών και λοιπών αντικειμένων που θα βασίζονταν στους χαρακτήρες του. Πριν από τον «Πόλεμο των Αστρων» καμία ταινία δεν είχε υποστηριχθεί από ένα εμπορικό σύστημα τέτοιου εύρους, οπότε οι υπεύθυνοι της Fox, που δεν πίστευαν πως η ταινία θα γινόταν επιτυχία, θεώρησαν την απαίτηση ανόητη και δέχτηκαν. Προφανώς ήταν μια απόφαση που μετάνιωσαν οικτρά στη συνέχεια μιας και το πραξικοπηματικό παζάρι του Λούκας έγραψε ιστορία.

Καθώς η προ-παραγωγή της ταινίας έμπαινε σε σειρά, «Ο Πόλεμος των Άστρων» (όπως ονομαζόταν πια) απαιτούσε την τεχνική επάρκεια μιας ομάδας, ικανής να πραγματοποιήσε το φιλόδοξο όραμα. Ο Λούκας στρατολόγησε το νέο τμήμα παραγωγής ειδικών εφέ της Fox και μαζί με τον Γκάρι Κουρτζ ίδρυσαν την ILM, την εταιρεία που έμελλε να γίνει ο παραγωγός ονείρων σε κάθε μεγάλη χολιγουντιανή υπερ-παραγωγή για δεκαετίες. Στη συνέχεια το κάστινγκ των ρόλων τον βρήκε να αναζητά πρωταγωνιστές μαζί με τον Μπράιαν Ντε Πάλμα, ο οποίος ετοίμαζε τότε το «Κάρι».

Ο Μαρκ Χάμιλ, η Κάρι Φίσερ και η Σίσι Σπέισεκ έκαναν οντισιόν και για τις δυο ταινίες, με τον Λούκας να προτιμά φρέσκα πρόσωπα με λιγότερη εμπειρία και το στούντιο να πιέζει τουλάχιστον για ένα μεγάλο όνομα για το ρόλο του Ομπι Ουαν Κενόμπι. Ο βραβευμένος με Οσκαρ A’ αντρικού ρόλου για τη «Γέφυρα του Ποταμού Κβάι» σερ Αλεκ Γκίνες έγινε ο πνευματικός μέντορας του Λουκ και ο Χάρισον Φορντ ανέλαβε το ρόλο του Χαν Σόλο κατα τύχη, επειδή είχε συνεργαστεί με τον Λούκας στο «American Graffiti» και προθυμοποιήθηκε να κρατά τα λόγια στους συναδέλφους που συμμετείχαν στις οντισιόν. Προφανώς τα έλεγε καλά.

I have a bad feeling about this

Τα γυρίσματα ξεκίνησαν τον Μάρτιο του 1976 στην Τυνισία, το μέρος που αποτέλεσε το φυσικό σκηνικό του Τατουίν. Εκεί (και άμεσα) ξεκίνησαν τα προβλήματα που θα ανάγκαζαν τον Λούκας σε εκούσια συνταξιοδότηση από την σκηνοθεσία για τα επόμενα 22 χρόνια. Η αδυσώπητη βροχή (η πρώτη μετά από 50 χρόνια) ακύρωσε την πρώτη εβδομάδα γυρισμάτων, η πυρκαγιά στο σετ και ένα ατύχημα του Αντονι Ντάνιελς με τη στολή του C-3PO, μετέτρεψαν το αστρικό ταξίδι σε εφιάλτη. Οι ηθοποιοί ξεκίνησαν να αντιδρούν στις ασαφείς σκηνοθετικές οδηγίες του Λούκας που εξαντλούνταν στο «γρηγορότερα» και «πιο έντονα», ο ίδιος άλλαζε καθημερινά το σενάριο, ο Αλεκ Γκίνες δεν καταλάβαινε ποιος είναι ο ρόλος του και ο Φορντ πέταξε την μνημειώδη ατάκα «μπορεί να πληκτρολογείς αυτά τα σκατά Τζορτζ, αλλά σίγουρα δεν τα ξεστομίζεις». Ο προϋπολογισμός είχε ήδη ξεφύγει, το στούντιο ξεκίνησε να πιέζει, ο Χάμιλ τραυματίστηκε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα σπάζοντας μύτη και ζυγωματικά, οπότε δεν άφηνε κανένα περιθώριο για επαναληπτικά γυρίσματα και ο Λούκας κινδύνευσε να πάθει έμφραγμα από την υπέρταση και το άγχος.

Η ημερομηνία κυκλοφορίας της ταινίας μεταφέρθηκε από τον χειμώνα του 1976, στο καλοκαίρι του 1977. Ο μοντέρ απολύθηκε και τη θέση του ανέλαβαν άλλοι υπό την εποπτεία της τότε συζύγου του Τζορτζ Λούκας, Μάρσια, η οποία παράλληλα μόνταρε και το «New York, New York» του Σκορσέζε. Μετά την καταστροφική, φιλική προβολή και την ευγενική ερώτηση του Ντε Πάλμα, ο Λούκας έγινε μάρτυρας του ανέλπιστου ενθουσιασμού της Fox: «Είναι η καλύτερη ταινία που είδα ποτέ!», αναφώνησε εκστατικά ο πρόεδρος Αλαν Λαντ. Μετά τα ενθαρρυντικά σχόλια η ταινία ολοκλήρωσε το στάδιο της μετα-παραγωγής και στις 25 Μαϊου 1977, η φράση «Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα γαλαξία πολύ πολύ μακριά» εμφανίστηκε στη μεγάλη οθόνη.

Your eyes can deceive you. Don't trust them

Ο τίτλος εμφανίζεται σαν γραφιστική ανάμνηση ενός φθηνού κόμικ και η μουσική του Τζον Γουίλιαμς εισάγεται εκκωφαντικά. Πηχυαία γράμματα προλογίζουν την πλοκή και χάνονται στο άπειρο. Ο «Πόλεμος των Άστρων» προκάλεσε σοκ στα άγουρα μάτια των θεατών του 1977.  Λίγο μετά την εθνική απογοήτευση του πολέμου στο Βιετνάμ, το βλέμμα του κοινού είχε ανάγκη να αποδράσει νοητικά σε έναν άλλο κόσμο. Πόσο μάλλον όταν αυτός ο κόσμος έχει εύρος γαλαξία!

Ο Τζορτζ Λούκας μετά από τόσα χρόνια ενός ονείρου που ξεκίνησε αυθόρμητα και μάλλον ασυνάρτητα, είδε την πραγματικότητα να οπισθοχωρεί μπροστά στο μέγεθος της φαντασίας. Οι αγαπημένες και ίσως ένοχες απολαύσεις του, τροφοδότησαν ένα νέο αχρονικό μύθο και ο ίδιος διηγήθηκε μια ιστορία που αντλεί από το παρελθόν και το μέλλον, συγχωνεύει δημιουργικά αντιδάνεια από πληθώρα λογοτεχνικών/μυθολογικών αναφορών και σύστησε μαξιμαλιστικά, δυναμικά και φιλόδοξα ένα απόλυτο κινηματογραφικό παραμύθι.

Ο «Πόλεμος των Άστρων» δεν επιχείρησε να αποδομήσει το είδος, αλλά να το ανασυντάξει με φρεσκάδα και τεχνική αρτιότητα. Το 1977 η Δύναμη της φαντασίας ξεπέρασε το κινηματογραφικό κάδρο και πέτυχε να οπτικοποιήσει ένα διαπολιτισμικό σύμπαν παγκόσμιας ταύτισης.

It is a dark time for the Rebellion

Ενα χρόνο μετά την παγκόσμια επιτυχία του «Πολέμου» ήταν η ώρα του Λούκας να διεκδικήσει την πλήρη αυτονομία από το σύστημα του Χόλιγουντ. Ο φαινομενικά ανόητος διακανονισμός με τη Fox μπορεί να του εξασφάλιζε τα κέρδη από δικαιώματα εκμετάλλευσης του έργου του, αλλά το στούντιο έβγαζε περισσότερα με τα εισιτήρια. Με τη Δύναμη εκεί έξω και σε πλήρη (παγκόσμια) έκταση, αποφάσισε να χρηματοδοτήσει μόνος του (και με ένα γενναίο δάνειο) το σίκουελ και να αφήσει στη Fox μόνο τη διανομή. Μπορεί να ήταν ρίσκο, αλλά του εξασφάλισε πλήρη δημιουργική ελευθερία και τον «έφτιαξε» για μια ζωή.

Αφήνοντας πολλές από τις υποπλοκές που είχε ήδη στο μυαλό του κατά την πολυετή συγγραφή του πρώτου σεναρίου, ο Λούκας είχε έτοιμο ένα σύνολο ιδεών που μπορούσαν να αποτελέσουν τη ραχοκοκκαλιά της επόμενης ταινίας. Η αξιοσέβαστη σεναριογράφος ταινιών φιλμ νουάρ Λι Μπράκετ («The Big Sleep», «The Long Goodbye») ανέλαβε τη συγγραφή του σεναρίου βασισμένη στην ιστορία του Λούκας, αλλά δυστυχώς ένα μήνα μετά το πρώτο σχεδίασμα πέθανε από καρκίνο. Τη συγγραφή του σεναρίου επωμίστηκε τότε ο Λόρενς Κάσνταν (αργότερα θα έγραφε και το «Οι Κυνηγοί της Χαμένης Κιβωτού»), ο οποίος σεβάστηκε τη σκοτεινή διάθεση της νέας ιστορίας και τα ραφινάτα λεκτικά υπονοούμενα των διαλόγων, ετοιμάζοντας το σίκουελ της απροσδόκητης επιτυχίας του ‘77, με τίτλο «Ο Πόλεμος των Αστρων: Επεισόδιο 2»!

«Μισώ τη σκηνοθεσία», δήλωσε τότε ο Τζορτζ Λούκας στο περιοδικό Rolling Stone. «Είναι σαν να παλεύεις 15 γύρους με αντίπαλο βαρέων βαρών και κάθε μέρα να έχεις κάποιον διαφορετικό». Μετά την τραυματική εμπειρία του «Πολέμου», ο Λούκας αποφάσισε από νωρίς πως πίσω από την κάμερα αυτή τη φορά θα βρισκόταν άλλος. Παρέδωσε τα σκήπτρα στον Ιρβιν Κέρσνερ, καθηγητή του στην κινηματογραφική σχολή του  Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια, ο οποίος αρχικά αρνήθηκε (τελικά είναι παράδοση), αλλά δέχτηκε όταν άκουσε από τον μαθητή πως επιλέχθηκε γιατί «ξέρει όλα όσα οφείλει να γνωρίζει ένας σκηνοθέτης για το Χόλιγουντ, χωρίς να “είναι” το Χόλιγουντ».

Οι περισσότεροι από την παλιά ομάδα των συντελεστών ήταν πρόθυμοι να επιστρέψουν. Αρκετοί άλλωστε είχαν βραβευτεί με όσκαρ για τη δουλειά τους στην τελετή απονομής του 1978, όπου ο «Πόλεμος των Αστρων» κέρδισε επτά βραβεία, αλλά έχασε τα “μεγάλα” από τον «Νευρικό Εραστή» του Γούντι Αλεν. Η μικρή παραμόρφωση στο πρόσωπο του Μαρκ Χάμιλ λόγω του πρότερου αυτοκινητιστικού δυστυχήματος, δεν φάνηκε να προβληματίζει κανέναν, αντιθέτως ωρίμαζε τον χαρακτήρα σε κάτι πιο “σκληροτράχηλο” και όλα ήταν έτοιμα να ρολάρουν.

Τα γυρίσματα ξεκίνησαν τον Μάρτιο του 1979, κοντά στο Όσλο της Νορβηγίας, με την πιο βαριά χιονοθύελλα των τελευταίων δεκαετιών, τη θερμοκρασία να “πέφτει” στους -29 βαθμούς Κελσίου και το χιόνι να ξεπερνά τα 6 μέτρα. Όταν αργότερα μεταφέρθηκαν στα στούντιο Ελστρι της Αγγλίας, μία πυρκαγιά στο στούντιο 3 καθυστέρησε τα γυρίσματα της «Λάμψης» του Κιούμπρικ, οπότε ο νέος «Πόλεμος» έπρεπε να πάρει αναβολή. Ολοι είχαν μία αίσθηση deja-vu. Τα πράγματα είχαν ξεκινήσει (πάλι) με δυσκολίες, οπότε δεν θα μπορούσαν παρά να κατέληγαν σε αίσιο τέλος.

Η «Αυτοκρατορία Αντεπιτίθεται» άνοιξε τον Μάιο του 1980 και πήρε μέτριες κριτικές. Κάποιοι κατηγορούσαν το ανοιχτό φινάλε και αρκετοί περίμεναν μία περισσότερο “χαλαρή” συνέχεια. Ευτυχώς με τα χρόνια, όλοι αναθεώρησαν. Η «Αυτοκρατορία Αντεπιτίθεται» είχε έναν σκοτεινό τόνο που όρισε νέο αφηγηματικό εύρος στη διαστημική εποποιία. Η αποκάλυψη του Νταρθ Βέιντερ, το αδιέξοδο ρομάντσο του Χαν και της Λέια, το μεγαλείο του Γιόντα, ενός μικροσκοπικού, σοφού γέροντα, η αιχμαλωσία του Σόλο και το πεσιμιστικό φινάλε, έδωσαν μία βαρύτητα στους χαρακτήρες του Λούκας που οι περισσότεροι δεν υποψιάζονταν και σίγουρα δεν ανέμεναν. Η Δύναμη απέκτησε εννοιολογικό βάθος και ο «Πόλεμος των Αστρων» ισορρόπησε τολμηρά ανάμεσα στη δράση και το δράμα. Μέχρι σήμερα αποτελεί ένα υποδειγματικό σίκουελ που ξεπερνά σε όραμα το πρωτότυπο.

I am a Jedi, like my father before me

Με τους φανατικούς σε κατάσταση σοκ μετά την «Αυτοκρατορία Αντεπιτίθεται», ο Λούκας ήταν έτοιμος να ολοκληρώσει την κλασική τριλογία με μία αισιόδοξη κατακλείδα. Μένοντας πιστός στην απροθυμία του να σκηνοθετήσει, ξεκίνησε την ανεύρεση νέου σκηνοθέτη και κατέληξε στον σχετικά άγνωστο Ρίτσαρντ Μάρκουαντ, ο οποίος είχε μόλις δυο ταινίες στο ενεργητικό του και μερικά ντοκιμαντέρ για το BBC. Μπορεί να του έλειπε η εμπερία, είχε όμως περίσσια ενθουσιασμού: «Πιστεύω στη Δύναμη και πιστεύω στον Λουκ Σκαϊγουόκερ» είχε δηλώσει στο American Cinematographer. «Παίρνω τον μύθο στα σοβαρά. Με τον ίδιο τρόπο που πιστεύω στον Αρθούρο και στη Στρογγυλή Τράπεζα και τον Ρομπέν των Δασών. Δεν γίνεται να προσεγγίσεις αυτή την ταινία με κυνισμό. Ο κόσμος θα σε καταλάβει».

Αυτή τη φορά το πρόγραμμα έπρεπε να τηρηθεί απαρέγκλιτα και ο Λούκας προσέλαβε τον παραγωγό Χάουαρντ Καζάντζιαν για να επιβλέπει το χρονοδιάγραμμα. Ο Καζάντζιαν αποφάσισε να κάνουν κάτι επαναστατικό. Με κλειδωμένη ημερομηνία εξόδου στις 25 Μαΐου 1983, αποφάσισε να καταστρώσει ένα πρόγραμμα δουλεύοντας αντίστροφα και έχοντας πάντα κατα νου την πρεμιέρα. Πολλοί τον θεώρησαν τρελό, μιας και δεν υπήρχε καλά-καλά έτοιμο σενάριο, αλλά ο Καζάντζιαν επέμεινε στον προγραμματισμό: «Αν δεν ακολουθήσετε το ημερολόγιο, δεν ακολουθείτε το budget», ήταν η απάντησή του.

Ο Κάσνταν επανήλθε μαζί με τον Λούκας στο σενάριο, η Κάρι Φίσερ και ο Μαρκ Χάμιλ θα επέστρεφαν φυσικά ως Λέια και Λουκ, αλλά ο Χάρισον Φορντ είχε άλλες ιδέες. «Νομίζω πως ο Χαν Σόλο πρέπει να πεθάνει. Δεν έχει μητέρα, πατέρα, ούτε πλοκή που εμπλέκεται  ουσιαστικά στην ιστορία της σειράς. Ας του επιτρέψουμε να αυτοκτονήσε!», δήλωνε χαρακτηριστικά και ο Κάσνταν υποστήριζε πως για λόγους δραματουργίας κάποιος «έπρεπε να πεθάνει». Ο Λούκας, όμως, ήταν αντίθετος. Σ’ αυτό που ήταν σύμφωνος από την άλλη, ήταν η σύγκρουση του φυσικού με τον τεχνητό κόσμο. Η «Επιστροφή των Τζεντάι» θα σηματοδοτούσε την πτώση της Αυτοκρατορίας και της βιομηχανικής ιδέας από την σαρωτική, αρχέγονη δύναμη (ή μήπως Δύναμη) της φύσης. Το επεισόδιο 6 θα άνοιγε το κάδρο σε έναν οργανικό κόσμο και θα “προσγείωνε” τα σύμβολα εξουσίας.

Αρχικά ο Τσουμπάκα και τα γούκις θα ήταν η πρωτόγονη, φυλή που θα βοηθούσε τους Επαναστάτες στον αγώνα ενάντια στην Αυτοκρατορία. Τελικά τα γούκις αντικαταστάθηκαν με τα αμφιλεγόμενα Ewoks, γιατί ο Λούκας θεώρησε πως ο Τσουμπάκα είχε φανεί τεχνολογικά έμπειρος. Και πως μπορείς να κάνεις τα Ewoks να φαίνονται διαφορετικά από τα γούκις; Πολύ απλά, αντιστρέφεις το μέγεθος!

Τα γυρίσματα ξεκίνησαν το 1982 και για λίγες μέρες όλα πήγαιναν σύμφωνα με το πρόγραμμα, μέχρι που μία αμμοθύελλα κατέστρεψε τα σκηνικά και τις κάμερες. Οιωνός; Την παραγωγή κάλυπτε μία έντονη μυστικότητα και στην ταινία δόθηκε ο κωδικός τίτλος «Blue Harvest». Αυτο εξυπηρετούσε δυο πράγματα: κανείς δεν θα ενδιαφερόταν να διαρρεύσει το σενάριο και από την άλλη μείωσε κατά πολύ τα έξοδα παραγωγής. Ο εξοπλισμός, τα έξοδα των ξενοδοχείων, τα τιμολόγια, ακόμα και τα μπλουζάκια ή τα καπέλα που φορούσαν τα μέλη του συνεργείου έγραφαν «Blue Harvest». Προφανώς και όλα θα κόστιζαν στην παραγωγή κάτι (αρκετά) παραπάνω, αν έγραφαν πάνω τους «Star Wars».

Το πρόγραμμα τηρήθηκε ευλαβικά και στις 25 Μαϊου 1983  η «Επιστροφή των Τζεντάι» ολοκλήρωσε τον μύθο στη μεγάλη οθόνη (έτσι νόμιζαν τότε). Μπορεί η Αυτοκρατορία να ηττήθηκε από τα «αρκουδάκια της αγάπης», όπως δήλωναν αρκετοί φανατικοί, αλλά ουσιαστικά ένωσε τις ιστορίες των χαρακτήρων με συγκινησιακή φόρτιση και κράτησε μερικές ακόμα εκπλήξεις της οικογένειας Σκαϊγουόκερ για το τέλος. Τα φαντάσματα της Δύναμης χαμογελούν στον Λουκ Σκαϊγουόκερ και η πυρά που καίει το σώμα του Νταρθ Βέιντερ, γίνεται το ζεστό φως της Δύναμης που βρίσκεται πλέον σε ισορροπία. Δυστυχώς κράτησε 16 χρόνια. Μέχρι το 1999...