12:37
14/2

Τρόμος και ένας μεγάλος, παράδοξος έρωτας στη «Σιωπή Των Αμνών»

Στις 14 Φεβρουαρίου έκανε πρεμιέρα η «Σιωπή των Αμνών» του Τζόναθαν Ντέμι, ταινία που όρισε σε μεγάλο βαθμό τον κινηματογραφικό τρόμο έκτοτε και τροχοδρόμησε μια δεκαετία στις καταπληκτικές κινηματογραφικά ράγες της.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Οι άνθρωποι που υποδιαιρούν τα χρόνια της ζωής τους με βάση τις ταινίες έχουν ιστορίες, μικρές, όχι εξαιρετικά σημαντικές, ιστορίες, που συνοδεύουν «πρώτες προβολές» χρόνων που ακόμα η πρεμιέρα ενός έργου ήταν αξιοσημείωτο γεγονός καθοριζόμενο και από το ότι θα το έβλεπες στην αίθουσα, μετά από αναμονή διαστήματος και όχι κατεβασμένο στην τηλεορασίτσα ανά πάσα στιγμή.

Έτσι, οι της γενιάς του υπογράφοντος, βγαίνοντας από την αίθουσα της «Σιωπής των Αμνών», μ’ εκείνα τα ακραία κοντινά του Τζόναθαν Ντέμι που το παγερό, ψυχωσικό πρόσωπο ενός κανίβαλου με τα γαλάζια μάτια και τον Μπαχ στις ώρες της προδολοφονικής σχόλης του κατέκλυζε το κάδρο του τεράστιου πανιού, έβγαιναν από την αίθουσα σ’ ένα σκιαγμένο, βουβό παραλήρημα, μια έκσταση που βασικά σε κοκκάλωνε αλλά κάπου βαθιά-βαθιά σου είχε αρέσει ηδονικά.

Το έκανε αυτό «Η Σιωπή των Αμνών» κι είναι και λόγος κριτικής της αυτός. Σ’ εξοικείωνε με την φρίκη, σου έβρισκε σκοτεινές πτυχές αρρωστημένης ηδονοβλεψίας, σ’ έφτανε να εξωραΐσεις ένα ανθρωπόμορφο τέρας. Όμως εκεί ακριβώς άρχιζαν να βαθαίνουν τα νερά, αυτό είναι το σημείο του ριζοσπαστισμού και της μεγάλης τέχνης του έργου των 5 Όσκαρ - big five, Ταινία, Σκηνοθεσία, Σενάριο, δύο Πρώτοι ρόλοι, η μόλις τρίτη ταινία στην ιστορία που το κατάφερε. Η «Σιωπή» εξανθρωπίζει έναν…άνθρωπο που γεννήθηκε παρεκκλίνων, αγναντεύει βαθιά στην καρδιά του ερέβους του, βρίσκει παραλλήλους με την καρδιά της «φυσιολογικότητας», κάποτε χαράζει τέμνουσες για να δείξει πως το φυσιολογικό παρεκκλίνει συχνά και το παρεκκλίνον αισθάνεται όπως καθένας από εμάς.

Έτσι η φρίκη της «Σιωπής», εναρμονισμένη στην κεντημένη αφήγηση, την αστυνομική ιστορία, την φροϋδική υπόσταση της «κανονικής» πρωταγωνίστριας και την μοντέρνα γοτθικότητα, αποκτά θεματικό εύρος, νοηματικό κύρος και ηθικό περίβλημα, δεν γίνεται έτσι ανόητα κι επικίνδυνα για να προβοκάρει όρια, αντιδράσεις και περιαυτολογικό θόρυβο – ονόματα Λαρς φον Τρίερ δεν λέμε.

Τώρα το πώς κατάφερε ο Τζόναθαν Ντέμι από ένα καλό βιβλίο pulp αποχρώσεων, να εξορύξει τέτοιο πολύτιμο σινεμά, πέραν του ότι πρέπει να μας το αναλύσουν οι φίλοι μας που (ακόμα) θεωρούν το σινεμά υβρίδιο τέχνης, είναι έτερο αίτιο αναλύσεων. Είναι βέβαια αυτά τα κοντινά. Που ναι μεν ο Ντέμι είναι μάστοράς τους, αλλά για σκέψου τι κινηματογραφικές ηθοποιάρες χρειάζεσαι για να στέκουν σε απόλυτη ακινησία και υποχρέωση πυκνού βλέμματος. Είναι βέβαια το σενάριο που καθοδηγεί με ασφάλεια από σκηνή σε σκηνή, από πλοκή σε υποπλοκή, με ροή, με αιτιότητα. Είναι η καταπληκτική μουσική του Χάουαρντ Σορ και ο απόκοσμος ήχος των Λίβσεϊ, Νιούμαν και Φλάισμαν (που γιατί δεν βραβεύτηκαν…) που λες και σ’ εγκατέλειψαν στο δάσος με τους αμνούς, στο πέτρινο υπόγειο των ψυχοπαθών, στο θεοσκότεινο δωμάτιο με το night vision, στο πηγάδι με το σκυλάκι του γδάρτη σου. (Είπα γδάρτης και θυμήθηκα. Υπήρχαν φωνές τότε που έσκουζαν για την πολιτική ορθότητα του έργου, τον σεξισμό της, την στάση απέναντι στους trans. Πάντα ο απελέκητος σκούζει γι’ αυτό που δεν καταλαβαίνει. Σήμερα πάντως, το ξέρετε, «Σιωπή των Αμνών» δεν θα ξαναβγεί).

Πάνω απ’ όλα όμως, όπως πάντα στα μεγάλα έργα, είναι αυτός που θα πει «αυτό ναι», «αυτό όχι». Ο σκηνοθέτης. Και ο Ντέμι εδώ, βοηθημένος υποδειγματικά από δύο τέτοιες ερμηνείες, βρήκε το σημείο που ένα ολόκληρο είδος, ο τρόμος, μπόρεσε ανυποχώρητα να βγει στο μεγάλο κοινό, να ανακοινώσει σκοτάδια σε μια βιομηχανία που συστηματικά στο κυρίως ρεύμα της απέφευγε, να (υπο)δηλώσει πως η κλασική δραματουργία (της έκθεσης, της σύγκρουσης, της λύτρωσης) μπορεί και επιβάλλεται να εφάπτεται της μοντέρνας κινηματογραφίας.

Όμως τελικά, οι Αμνοί μπορεί να σίγησαν εντός του έργου, αλλά γεγονός παραμένει πως η 14η Φεβρουαρίου ήταν η τέλεια μέρα εξόδου της ταινίας. Γιατί όπως και ένα άλλο έργο εξόφθαλμα είδους αλλά τελικά κάτι άλλο, το «Μπλέιντ Ράνερ», έτσι και η «Σιωπή των Αμνών», έξω από ορισμικό horror είναι μια φοβερή ιστορία έρωτα. Ενός έρωτα που κανονικοποιεί το κτήνος, που δια μέσω των υγρών ματιών του διαλυμένου Χάνιμπαλ και της παραίτησης σε συμμετοχή (μα είναι έξοχη ιστορία), πιστοποιεί ποια είναι η δύναμη που κινεί το σύμπαν – κι εκ περιτροπής συμβάλλει στην ψυχανάλυση ή την αποκάλυψη κι ενός δολοφόνου.