8:14
19/11

Scorsese Week: Η φιλμογραφία του Μάρτιν Σκορσέζε (#16 - #25)

Τα πρώτα δείγματα, η Νέα Υόρκη της μουσικής και των συμμοριών, οι σινεφιλικές εμμονές, τα Όσκαρ και ο Λεονάρντο Ντι Κάπριο ως μούσος του Μάρτι για τον 21ο αιώνα. Το cinemagazine.gr επισκέπτεται ξανά τη φιλμογραφία του Μάρτιν Σκορσέζε και αξιολογεί τις ταινίες του μεγάλου δημιουργού. Ακολουθεί το πρώτο μέρος (θέσεις 25 - 16).

Από τους Γ.Βασιλείου, Π.Γκένα, Ηλ.Δημόπουλο, Κ.Θεοδοσόπουλο, Λ.Κατσίκα, Τ.Μελεμενίδη, Ν.Σάκκα

25. Ενάντια στη Βία (Boxcar Bertha, 1972)

Απούσα δυναμική ανάμεσα στις σκηνές, άτεχνα ή σπασμωδικά φιλμαρίσματα καυγάδων και σκηνών έντασης (έκανε χρόνια ο Σκορσέζε να βρει το όριο ανάμεσα στο κοφτό και το σπασμωδικό), χονδροειδείς συμβολισμοί, οριακή χρήση τρικ, dissolve και θραύσεων της «κανονικότητας» στην διάρθρωση μιας σκηνής. Ο Σκορσέζε στα 30 του κάνει βήματα πίσω, παρότι δεν λείπουν επί μέρους θετικά, όπως ο φεμινισμός της προσέγγισης της ηρωίδας και η αντίληψη της σκηνογραφίας εποχής.

Όμως το «Ενάντια στη Βία» είναι μια μετριότατη στιγμή που αποκαλύπτει έναν σκηνοθέτη κρίσιμα αβοήθητο από καλό σενάριο και πρωταρχική έμπνευση, με την έννοια του χαρακτήρα και της καλλιέργειας βάσει των οποίων τονώνεται μια δουλειά στα επί μέρους της. Το έργο στερείται παντελώς τόνου, αυτού δηλαδή που αποσπά έναν σκηνοθέτη από το ύφος και το ύψος ενός σεναρίου τοποθετώντας τον στις προσωπικές του ράγες. Ανάλογες «συμπτώσεις» και κενά τεχνικής έμπνευσης δεν επανεμφανίστηκαν έκτοτε. Η.Δ.

24. Kundun (1997)

Στο λιγότερο σημαντικό από τα τρία θρησκευτικού ενδιαφέροντος φιλμ του (τα άλλα δύο είναι «Ο Τελευταίος Πειρασμός» και η «Σιωπή»), ο Μάρτι προσεγγίζει με ήπια δημιουργική υπογραφή και μυστικιστικό σεβασμό τον Δαλάι Λάμα τον 14ο. Το «Kundun» που αποτελεί τη συνήθη προσφώνηση προς τον ηγέτη του Θιβετιανού Βουδισμού, αναπαριστά την πορεία του Δαλάι Λάμα από τα παιδικά χρόνια ως την ενηλικίωση και τον αυτοεξορισμό του στην Ινδία, τον καιρό που οι δυνάμεις του Μάο εισέβαλαν στο Θιβέτ πνίγοντας τις όποιες ελπίδες της επαρχίας για ανεξαρτησία.

Το αποτέλεσμα είναι ένα κλασικής υφής biopic που γυρίστηκε «με τη συνεργασία και τη συμβολή του της Αυτού Αγιότητος» και δεν δυσκολεύτηκε να προκαλέσει την οργισμένη αντίδραση της Κίνας. Εκεί που αντιμετώπισε σημαντική δυσκολία ωστόσο ήταν στα ταμεία παρά τις ευμενείς κριτικές και τις τέσσερις οσκαρικές υποψηφιότητες, η μόνη «βαριά» εκ των οποίων αφορούσε την διεύθυνση φωτογραφίας του Ρότζερ Ντίκινς και ακολούθως τη μουσική του Φίλιπ Γκλας. Ν.Σ.

23. Who's That Knocking at My Door (1967)

Κανονικό exploitation, σοβαρά άτεχνο, αλλά φιλόδοξο, μοντάζ (η Θέλμα Σκουνμέικερ!), ανύπαρκτη δομή.

Έλα όμως που δεν έχει και τόση σημασία. Η Little Italy και όλο της το σαρωτικό αδιέξοδο είναι εδώ, η Παναγία, που είναι το πρώτο κάδρο μιας καριέρας αφιερωμένης επί χρόνια στην αξεδιάλυτη κι επιτακτική της νοοτροπία, η μάνα κι οι αλήτες, το σεξ κι η μανία της παρθενιάς, η παλιοπαρέα, η ατόφια μπερτολουτσική σινεφιλία, η πρωτο-αίσθηση της σεκάνς, η μυθική (κι αόρατη) Νέα Υόρκη, η αρπακτική και θεοσκότεινη γειτονιά. 

Ό,τι ξέρουμε στην πορεία από τον auteur Σκορσέζε είναι παρόν. Κι αυτό που το κάνει αξιόλογο και το ξεχωρίζει από τον σωρό των άδοξων ντεμπούτων είναι το πώς πονά για το τέλος της αθωότητας. Οι ατελέσφορες ιστορίες των σκορσεζικών «βιτελόνων» που αγκιστρώθηκαν στην μικρογεωγραφία τους, ο πεσιμισμός των φίλων που στο σκοτάδι δίνουν υπόσχεση να ξανασυναντηθούν αύριο στο ίδιο σκοτάδι.  Η.Δ.

22. Οι Συμμορίες της Νέας Υόρκης (Gangs of New York, 2002)

Ο Σκορσέζε γυρίζει πίσω στην ιστορία της αγαπημένης του πόλης για να στήσει τις «Συμμορίες της Νέας Υόρκης» στους πύρινους δρόμους της Αμερικής των μέσων του 19ου αιώνα. Σε μια εποχή που μια σύγχρονη Βαβέλ μετατρέπεται δια πυρός και σιδήρου σε έθνος, το φιλμ επικεντρώνεται στην αντιπαράθεση των ντόπιων προτεσταντών και των Ιρλανδών καθολικών, οι οποίοι λύνουν τις διαφορές τους με την μέθοδο της λεπίδας. Οι ντόπιοι θα επιβληθούν αλλά κάποια χρόνια μετά ένα ορφανό Ιρλανδόπουλο γυρίζει στην περιοχή για να εκδικηθεί το δολοφόνο του πατέρα του και να αλλάξει όλα τα δεδομένα.

Γυρισμένο στα θρυλικά κινηματογραφικά στούντιο της Τσινετσιτά στη Ρώμη, οι «Συμμορίες της Νέας Υόρκης» είναι ένα στιλιζαρισμένο και απολαυστικά βίαιο φιλμ, το οποίο φλερτάρει με τον ρηχό εντυπωσιασμό ενός βιντεοκλίπ αλλά εν τέλει παραμένει απολύτως χορταστικό στη θέαση. Ο Ντάνιελ Ντέι Λιούις είναι ο χασάπης που θα ζήλευαν οι Καρό και Ζενέ στο «Ντελικατέσεν» τους, ο Ντι Κάπριο τσαλακώνει το προφίλ του καλού παιδιού αλλά τα παραπάνω δεν συγκινούν τελικά την Ακαδημία και παρά τις δέκα υποψηφιότητες, η ταινία φεύγει απ’ το Kodak Theater με άδεια χέρια. Κ.Θ.

21. Ο Πληροφοριοδότης (The Departed, 2006)

Από τις ευτυχείς περιπτώσεις αμερικανικής διασκευής ασιατικού φιλμ – δυτικότροπου, βέβαια-  το «The Departed» έμελλε να είναι η ταινία που θα χαρίσει το Όσκαρ σκηνοθεσίας στον Σκορσέζε. Ανεξάρτητα από το όποιο ειδικό βάρος φέρει ένας τέτοιος τιμητικός τίτλος στην αποτίμηση ενός έργου, πρόκειται για βοστωνέζικο crime υποδειγματικού ρυθμού, όπου οι διπροσωπίες πρωτοστατούν και ο Ματ Ντέιμον τις μεταφράζει στο πανί αποτελεσματικότερα, φαινομενικά με το ¼ της προσπάθειας των υπολοίπων μελών του καστ. 

Όσο για τον «αποχωρήσαντα» του τίτλου; Αυτός είναι, ίσως, το παιδί που πίστεψε ότι θα κάνει το περιβάλλον του παράγωγο του ίδιου, όπως (εν τέλει ειρωνικά) ακούγεται να λέει ο Φρανκ Κοστέλο του Τζακ Νίκολσον στην αρχή, για να διαπιστώσει ότι δεν θα μπορούσε ποτέ να γίνει τίποτε περισσότερο από παράγωγο του περιβάλλοντός του. Γ.Β.

20. New York, New York (1977) 

Προϊόν υπέρμετρης φιλοδοξίας και ανάγκης που πήγαζε μέσα από τις αρχές της νέας γενιάς που κατέλαβε το Χόλιγουντ στα ‘70s και απαιτούσε το άνοιγμα της οριοθέτησης που είχε μπει στα κλασικά αμερικανικά είδη, το «New York, New York» βασίστηκε εξαρχής σε κάτι οξύμωρο. Την ένωση της ευφορικότητας των μιούζικαλ της MGM με τους προβληματικούς και δέσμιους των αμαρτιών τους χαρακτήρες πάνω στους οποίους έδειχνε ο Σκορσέζε πως ήθελε να αφιερώσει το μεγαλύτερο μέρος της καριέρας του.

Η τοποθέτησή τους πάνω στον χάρτη μιας εδραιωμένης κινηματογραφικής ιστορίας, σε ένα μακρόσυρτο και εμμονικό πείραμα, έκανε το κοινό να γυρίσει επιδεικτικά την πλάτη του αλλά και τον ίδιο τον σκηνοθέτη να νιώσει για πρώτη φορά στην καριέρα του πόσο σύντομο είναι το ταξίδι από την αποθέωση (μόλις είχε κάνει τον «Ταξιτζή») στην απόρριψη. Διόλου τυχαία, η επόμενη ταινία μυθοπλασίας ήταν το «Οργισμένο Είδωλο». Τ.Μ.

19. Το Νησί των Καταραμένων (Shutter Island, 2010)

Ο Μάρτιν Σκορσέζε αποφασίζει γενναία να διαδεχθεί την οσκαρική επιτυχία του «Πληροφοριοδότη» με ένα κινηματογραφικό αίνιγμα. Το «Νησί των Καταραμένων», βασισμένο στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Ντένις Λιχέιν, μπορεί να μην πείθει απόλυτα ως σεναριακή σκευωρία που υποθάλπει τη μεγάλη ανατροπή, δεν παύει όμως να είναι μία δυναμική, κινηματογραφική κατάδυση στη σκορσεζική (γιατί όχι και πανανθρώπινη) κόλαση.

Τα τραύματα του βασικού ήρωα, που υποδύεται με νευραλγική ακρίβεια ο σπουδαίος Λεονάρντο Ντι Κάπριο, προδίδουν έναν άντρα τραυματισμένο από την Ιστορία (Β' Παγκόσμιος Πόλεμος) και την ιστορία (μία οικογενειακή τραγωδία «καίει» τις αναμνήσεις του) τόσο βαθιά, που ζει αναπόδραστα σε ένα πυρετώδες - και σχεδόν εντυπωσιακά σινεφίλ - όνειρο. Οι λαβυρινθώδεις διαδρομές του σεναρίου μοιάζουν σαν εγκεφαλικές αύλακες κι έλικες που διαμορφώνουν την αντίληψη των χαρακτήρων και των θεατών, την ώρα που ο μαέστρος Μάρτιν πυροδοτεί οπτικά και ηχητικά σοκ: φιλμ νουάρ, Χίτσκοκ, Τζον Άνταμς, «Δρ. Καλιγκάρι», Μαξ Ρίχτερ (μεταξύ άλλων) είναι βασικοί ένοικοι σ' αυτό το καθαρτήριο-φρενοκομείο. Π.Γκ.

18. Hugo (2001)

Αν συγκρίνουμε το «Hugo» με τη θεματολογία των περισσότερων ταινιών του Σκορσέζε προφανώς μοιάζει με έναν παράδοξο συμβιβασμό, όμως αυτό είναι το φιλμ που συνδέεται πιο άμεσα από όλα με την αγάπη του πάνω στην κινηματογραφική εκπαίδευση.

Κοινώς, αν οραματίζονταν ποτέ κάποιος ένα παιδικό παραμύθι αφηγούμενο από τον Μάρτι, κάτι τέτοιο θα είχε στον νου του, την ενσωμάτωση δηλαδή μέσα στην ιστορία του κινηματογραφικού μύθου, λες και όλοι οι άλλοι δεν έχουν πλέον καμια δύναμη μπροστά στη δική του. Από τις πιο ουσιώδεις χρήσεις του 3D σε μια εποχή παροξυσμού για την επιστροφή του, ισορροπημένο ανάμεσα στη δράση και τα διδάγματα, εργαλείο-διαμάντι για όποιον θέλει να δείξει σε μικρά παιδιά πώς ξεκίνησε το σινεμά. Τ.Μ.

17. Σταυροδρόμια της Ψυχής (Bringing Out the Dead, 1999)

Στην τέταρτη συνεργασία του Σκορσέζε με τον Πολ Σρέιντερ (σεναριογράφο του «Ταξιτζή», του «Οργισμένου Ειδώλου» και του «Τελευταίου Πειρασμού») η Νέα Υόρκη μεταμορφώνεται σε επίγεια κόλαση και φιλοξενεί μια ξεκάθαρη θρησκευτική παραβολή στην οποία ένας βασανισμένος οδηγός ασθενοφόρου αποκτά τα χαρακτηριστικά ενός απρόθυμου μεσσία, περιπολεί κάθε βράδυ τους σκληρούς δρόμους μιας μεγαλούπολης γεμάτης χαμένες ψυχές και προσπαθεί να δώσει λύτρωση και ανακούφιση εκεί όπου ο πόνος και ο θάνατος έχουν αφήσει το επισκεπτήριό τους.

Απόλυτα μεθυσμένος από το μητροπολιτικό σκηνικό στο οποίο τοποθετεί την (επεισοδιακή) δράση του, ο Σκορσέζε φιλμάρει τις σπινταριστές εξορμήσεις του πρωταγωνιστή σαν να αποτελούν εκστατικά παραισθησιογόνα οράματα και δίνει στο ασφυκτικό αστικό ντεκόρ του μια απόκοσμη υφή ονείρου. Σκηνοθετημένα διαρκώς στην διαπασών, τα «Σταυροδρόμια της Ψυχής» μοιάζουν να ξεπήδησαν από το πυρετικό όνειρο ενός ανθρώπου που ιδρώνει από μεταφυσική αγωνία και τριπάρει με τις δικές του εκκρίσεις αδρεναλίνης όσο η αφήγηση μένει, δυστυχώς, καθηλωμένη στο πίσω κάθισμα του ξέφρενου οχήματός του. Λ.Κ.



16. Ιπτάμενος Κροίσος (The Aviator, 2004)

Στον «Ιπτάμενο Κροίσο» ο Μάρτιν Σκορσέζε βασίζεται στην αληθινή ιστορία του Χάουαρντ Xιουζ, ενός εκκεντρικού πιονέρου της αεροναυπηγικής και κινηματογραφικής βιομηχανίας της Αμερικής του μεσοπολέμου, και οραματίζεται το δικό του «Πολίτη Κέιν». Και αν σε πρώτο επίπεδο η θεματική αντιστοιχία είναι η προφανής σε δεύτερο ο αμερικανός σκηνοθέτης επιχειρεί μια βουτιά στα άδυτα μιας υπερφιλόδοξης προσωπικότητας την οποία φροντίζει να εξετάσει περισκοπικά όπως ακριβώς και ο Γουέλς στο θρυλικό ντεμπούτο του. Ο Χιούζ του Σκορσέζε είναι αφενός ο διορατικός και δαιμόνιος νους που δημιουργεί μια κολοσσιαία αεροπορική εταιρεία απ’ το μηδέν την ίδια ώρα που δαπανά 4 εκατομμύρια δολάρια για να κατασκευάσει το πρώτο μεγάλο πολεμικό έπος του ομιλούντος κινηματογράφου («Αγγελοι της Κολάσεως», 1930). Απ’ την άλλη όμως, ο εγωπαθής ολοκληρωτισμός, οι ψυχαναγκαστικές διαταραχές και η αδυναμία του ταλαντούχου επιχειρηματία να δημιουργήσει υγιείς ανθρώπινες σχέσεις βρίσκουν τον απαραίτητο φιλμικό χώρο να αναπτυχθούν και να καθορίσουν εν τέλει τους τόνους του φιλμ.

Ο Σκορσέζε σκιαγραφεί τις εμμονές του ήρωά του, μέχρι και την στιγμή που τελικά καταπίνουν τον ίδιο και την αυτοκρατορία του, αναθέτει τον πρωταγωνιστικό ρόλο στο Λεονάρντο ντι Κάπριο και πλαισιώνει το καστ με αγαπημένους και δοκιμασμένους του ηθοποιούς όπως ο Τζον Σι Ράιλι και η Κέιτ Μπλάνσετ (η οποία κερδίζει το πρώτο της Οσκαρ). Το αποτέλεσμα είναι αισθητικά κομψό και αφηγηματικά άρτιο, η σκιά όμως της πρωτοπορίας και της δραματουργικής κλάσης των παλαιότερων και λιγότερο εφετζίδικων ταινιών του δημιουργού, θα το βαραίνει για πάντα. Κ.Θ.

ΕΒΔΟΜΑΔΑ ΣΚΟΡΣΕΖΕ

Κυριακή 17/11: «Το σινεμά ήταν η μοναδική διέξοδος»: Ο Μάρτιν Σκορσέζε εξομολογείται αποκλειστικά στο cinemagazine

Δευτέρα 18/11: Μουσική, ανθρώπινες ιστορίες και 7η Τέχνη στα ντοκιμαντέρ του Μάρτι

Ως ελάχιστο φόρο τιμής σε έναν σκηνοθέτη - δάσκαλο και λίγο πριν την επίσημη κυκλοφορία της νέας του ταινίας «Ο Ιρλανδός» (διαβάστε τη γνώμη μας εδώ) σε ευρύτερο κύκλωμα αιθουσών την Πέμπτη 21 Νοεμβρίου, το cinemagazine.gr θα αφιερώσει όλη την εβδομάδα (17-23/11) στο έργο του μεγάλου Μάρτιν Σκορσέζε. Μείνετε συντονισμένοι!